Τετάρτη, 29 Μαΐου 2013

Γιώργος Καρελιάς, δημοσιογράφος. ''O Σαμαράς, η Χρυσή Αυγή και η εξαπατημένη Σεσίλια''.


Με άρθρο του στο Protagon ο Γιώργος Καρελιάς εξηγεί γιατί ο Σαμαράς αρνείται να περάσει το αντιρατσιστικό νομοσχέδιο.

Κι όμως μόλις λίγες μέρες πριν τόσο ο πρωθυπουργός, όσο και ο Δένδιας είχαν δεσμευθεί στην Επίτροπο Σεσίλια Μάλστρομ ότι η κυβέρνηση θα φέρει το νομοσχέδιο στη βουλή.

Για τη σκοπιμότητα ψήφισης ενός νέου νόμου κατά του ρατσισμού ακούγονται και γράφονται πολλές απόψεις. Πράγματι το θέμα χρειάζεται προσοχή, ώστε να μη νομοθετηθεί κάτι που θα απειλεί την ελευθερία της έκφρασης. Αυτή, άλλωστε, είναι η βασική ένσταση όσων αντιτίθενται στη θεσμοθέτηση τέτοιων διατάξεων.

Όμως, το θέμα έχει πάρει σήμερα μεγάλες διαστάσεις για άλλο λόγο. Εξαιτίας της ξαφνικής άρνησης της Ν.Δ. να ψηφίσει το νομοσχέδιο Ρουπακιώτη. Πρόκειται, αναμφίβολα, για άλλη μια από τις γνωστές κωλοτούμπες του κ. Σαμαρά.

Ιδού γιατί. Πρώτον, οι τρεις πολιτικοί αρχηγοί είχαν συμφωνήσει να προωθηθεί στη Βουλή ένα τέτοιο νομοσχέδιο. Το έχουν πει ανοιχτά οι κύριοι Βενιζέλος και Κουβέλης. Και για όσους δεν το πιστεύουν, υπάρχει και κάτι πιο έγκυρο. Η κυβέρνηση είχε υποσχεθεί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή να φέρει αυτό το νομοσχέδιο, όπως αποκάλυψε η επίτροπος Σεσίλια Μάλστρομ (εδώ). Η επίτροπος είχε έρθει πρόσφατα στην Ελλάδα και είχε συναντηθεί με τον πρωθυπουργό και τον υπουργό Δημόσιας Τάξης κ. Δένδια. Προφανέστατα κάποιος από τους δυο (ή μήπως και οι δυο;) της είχαν πει για το νομοσχέδιο, το οποίο -ειρήσθω εν παρόδω- οι ευρωπαϊκές αρχές θεωρούν εκ των ων ουκ άνευ για την αντιμετώπιση του ρατσισμού και της ξενοφοβίας.
Τι συνέβη μέσα σε μια βδομάδα και ο κ. Σαμαράς έκανε τη μεγάλη στροφή; Όχι, ο κ. Σαμαράς δεν έγινε ξαφνικά ρατσιστής. Ούτε αγάπησε τη Χρυσή Αυγή. Η εξήγηση είναι πιο απλή και πεζή. Το στενό κομματικό κόστος. Οι ψηφοφόροι της Χρυσής Αυγής προέρχονται, σε συντριπτικό ποσοστό, από τον ευρύτερο χώρο της Δεξιάς. Φυσικά, θα ήταν ανόητο να ισχυριστεί κάποιος ότι αυτοί οι άνθρωποι είναι ναζιστές, όπως ο Μιχαλολιάκος και τα πρωτοπαλίκαρά του. Στρέφονται προς τα εκεί για κάποιους λόγους. Αύριο μπορεί κάποιοι από αυτούς να το ξανασκεφθούν και να επανέλθουν στην παλιά κοίτη τους, την «κανονική» Δεξιά.

Δεν θέλει, λοιπόν, ο κ. Σαμαράς και το επιτελείο του να προκαλέσει αυτήν την κατηγορία των ψηφοφόρων, συντασσόμενος με κόμματα της ευρύτερης Αριστεράς (ΔΗΜΑΡ και ΠΑΣΟΚ) σε ένα θέμα με ιδεολογικό υπόβαθρο. Για να το πούμε αλλιώς. Αν ψηφιστεί ένας τέτοιος νόμος, αυτά τα δυο κόμματα θα έχουν καταγάγει μια ιδεολογική νίκη. Μπορεί να τους αποφέρει και πολιτικά κέρδη, μπορεί και όχι. Όμως, ο κ. Σαμαράς και η Ν.Δ. έχουν μόνο να χάσουν, ερχόμενοι σε σύγκρουση με το εκλογικό σώμα και ακροατήριο της Χρυσής Αυγής. Γι' αυτό και κάνουν πίσω. Κι ας το είχαν υποσχεθεί ακόμη και σε ευρωπαίους αξιωματούχους.
Τι θα γίνει τώρα; Προβλέψιμο είναι. Το νομοσχέδιο θα 'ρθει στη Βουλή ως κοινή πρόταση ΠΑΣΟΚ και ΔΗΜΑΡ και, ίσως, το ψηφίσει και ο ΣΥΡΙΖΑ. Αλλά οι ψήφοι για να γίνει νόμος δεν φτάνουν, εκτός αν έχουμε εκπλήξεις.
Οι βουλευτές της Ν.Δ., των Ανεξάρτητων Ελλήνων και (εννοείται) της Χρυσής Αυγής θα το καταψηφίσουν. Το πρόβλημα είναι για τον κ. Σαμαρά και τους βουλευτές του. Και είναι πρόβλημα ηθικοπολιτικό, αφού θα βρεθούν στην ίδια πλευρά με τους ναζιστές, αρνούμενοι την ψήφιση ενός νόμου που περιορίζει τη δράση τους. Όμως, αυτή η δράση δεν απασχολεί ιδιαίτερα τη σημερινή κυβερνητική πλειοψηφία, γι' αυτό αρνείται να συγκρουστεί μαζί τους, φοβούμενη ότι θα χάσει κι άλλους ψηφοφόρους.

Αυτοί είναι οι ψυχροί, κομματικοί υπολογισμοί του κ. Σαμαρά. Αν του βγουν, καλώς. Αν όχι, θα υποστεί διπλό πλήγμα. Και ψηφοφόρους θα χάσει (κι άλλους) και υπόλογος θα είναι ως ο πρωθυπουργός που επέτρεψε την ασύδοτη δράση της νεοναζιστικής Δεξιάς.

Η ΕΠΙΤΡΟΠΟΣ ΣΤΗΝ DW. ''ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΟΥΜΕ ΤΙ ΚΑΝΕΙ Η ΑΘΗΝΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΠΟΛΕΜΗΣΗ ΤΟΥ ΡΑΤΣΙΣΜΟΥ''.

Την κατάθεση του νόμου για την καταπολέμηση του ρατσισμού και της ξενοφοβίας στη Βουλή ζήτησε από την Αθήνα η Επίτροπος Εσωτερικών Υποθέσεων της ΕΕ Σεσίλια Μάλμστρομ στο πλαίσιο εκδήλωσης του ιδρύματος Φρίντριχ Έμπερτ για την ευρωπαϊκή ακροδεξιά στο Βερολίνο. Η κ. Μάλστρομ επισήμανε μάλιστα ότι υπάρχει σχετική υπόσχεση από την ελληνική κυβέρνηση κατά την πρόσφατη επίσκεψή της στη χώρα μας. 

Ερωτηθείσα από την DW για το αν πιστεύει ότι επαρκούν οι προσπάθειες που καταβάλλει η ελληνική κυβέρνηση για την καταπολέμηση της ακροδεξιάς, η κ. Μάλστρομ απάντησε ξεκάθαρα ότι «όχι, δεν επαρκούν, αλλά κάνει όμως αρκετά (σ.σ. η κυβέρνηση). Βρισκόμαστε σε συνεχείς συνομιλίες για να δούμε πως μπορούμε να τους βοηθήσουμε, αλλά και για να παρακολουθήσουμε τι κάνουν. Κατά την παραμονή μου στην Αθήνα πριν μια εβδομάδα συζητήσαμε και για το νομοσχέδιο. Απ΄ ό,τι κατάλαβα σκοπεύουν να το προωθήσουν πολύ σύντομα. Έχει αργοπορήσει για διάφορους λόγους, αλλά θα κατατεθεί πολύ σύντομα στο κοινοβούλιο. Αυτό μού έχουν υποσχεθεί και εύχομαι να αποδειχθεί σωστό. Πρόκειται για ευρωπαϊκό δίκαιο».

Η ευρωπαία επίτροπος αναφέρεται σε σχετική ευρωπαϊκή οδηγία-πλαίσιο, που κάθε κράτος μέλος της ΕΕ είναι υποχρεωμένο να ενσωματώσει στην εθνική του νομοθεσία.

Η κ. Μάλμστρομ εξέφρασε την άποψη ότι ο ρατσισμός δεν πρόκειται για συγκυριακό φαινόμενο το οποίο θα εξαφανιστεί με το τέλος της οικονομικής κρίσης. «Εναπόκειται σε εμάς», είπε η κ. Μάλμστρομ, «να διασφαλίσουμε ότι το θέμα θα βρίσκεται μονίμως στην ατζέντα». Αυτό θα πρέπει να κάνει και η Ελλάδα. 

Σημειώνεται ότι, όπως έδειξε μια έρευνα του ιδρύματος Φρίντριχ Έμπερτ (2011) σε σειρά ευρωπαϊκών χωρών, το 50% των ερωτηθέντων ήταν της άποψης ότι ο αριθμός των μεταναστών είναι υπέρογκα μεγάλος, ενώ το ένα τρίτο πίστευε ότι υπάρχει μια φυσική ιεραρχία ανάμεσα σε ανθρώπους διαφορετικής εθνικής προέλευσης. Σε νεότερη έρευνα του Φρίντριχ Έμπερτ αναλύονται επίκαιρες τάσεις της ακροδεξιάς σε οκτώ ευρωπαϊκές χώρες, οι αιτίες της ανόδου τους, όπως επίσης οι δυνατότητες αντιμετώπισης.

Σουλτς: Αναγκαία η ψήφιση νόμων για το ρατσισμό
Ένα από τα μέτρα για την αντιμετώπιση της ακροδεξιάς του ρατσισμού είναι οπωσδήποτε η ψήφιση νόμων, δηλώνει στην DW ο πρόεδρος του Ευρωκοινοβουλίου Μάρτιν Σουλτς, απαντώντας σε ερώτηση μας για τις παλινδρομήσεις του κυβερνητικού συνασπισμού στην Ελλάδα όσον αφορά στην ψήφιση του αντιρατσιστικού νομοσχεδίου.

«Οι νόμοι προσδιορίζουν κανόνες. Και αυτοί οι κανόνες είναι το θεμέλιο της ειρηνικής συμβίωσης μιας κοινωνίας. Για το λόγο αυτό είναι σημαντικοί οι νόμοι που θέτουν το πλαίσιο της συμβίωσης. Και αν υπάρχουν κάποιοι που θέλουν να καταστρέψουν αυτό το πλαίσιο, τότε θα πρέπει να ψηφιστούν νόμοι, οι οποίοι θα τους περιθωριοποιούν», υπογράμμιση ο πρόεδρος του Ευρωκοινοβουλίου.

Η παρέμβαση της κοινωνίας
Όσο σημαντική και να είναι η αντιρατσιστική νομοθεσία, το ζητούμενο είναι η παρέμβαση της κοινωνίας των πολιτών. Το παράδειγμα, όμως, θα πρέπει να το δίνουν πρωτίστως οι πολιτικοί, τόνισε ο πρόεδρος του ευρωκοινοβουλίου Μάρτιν Σούλτς συμπληρώνοντας ότι «την ακροδεξιά τη νικάς όταν οι πολιτικοί έχουν το θάρρος να ορθώσουν δημόσια το ανάστημα τους στην ακροδεξιά. Κατά αυτόν τον τρόπο ενθαρρύνουν και άλλους να πράξουν το ίδιο».

Πολλές φορές διαπιστώνουμε όμως στους πολιτικούς αντιφατικές συμπεριφορές αναφορικά με την αντιμετώπιση της ακροδεξιάς. Όχι λόγω έλλειψης θάρρους, αλλά επειδή δεν είναι σε θέση να κάνουν κάθε φορά τις σωστές εκτιμήσεις, υποστηρίζει η πολιτική επιστήμονας Βασιλική Γεωργιάδου. Η αναπληρώτρια καθηγήτρια στο Πάντειο Πανεπιστήμιο έγραψε το απόσπασμα για την Ελλάδα στην έρευνα για την ευρωπαϊκή ακροδεξιά. Αναλύοντας την αντιμετώπιση της Χρυσής Αυγής από τις δημοτικές εκλογές του 2010 στην Αθήνα και μετά, καταλήγει στο εξής συμπέρασμα ότι «τότε ο ρόλος της απομειώθηκε, δεν διαπιστώθηκε η σημασία εκείνου του 5,5% που είχε πάρει στις δημοτικές εκλογές. Στη συνέχεια ο ρόλος της υπερδιογκώνεται. Δεν αναφέρομαι σε μέτρα, γιατί μέτρα δεν παίρνονται, αλλά σε μια ρητορική η οποία ανεβάζει το ρόλο της Χρυσής Αυγής. Ίσως για να καλύψουμε και το κενό της σιωπής μας στο προηγούμενο χρονικό διάστημα, όταν θα έπρεπε πραγματικά να κρούσουμε τον κώδωνα του κινδύνου».



Δεν υπάρχουν σχόλια: