Πέμπτη, 30 Απριλίου 2020

Επιτέλους! Ανοίγουν τα κομμωτήρια και τα κουρεία



Γράφει ο Αλέξανδρος Γεωργίου

Τα νέα είναι χαρμόσυνα. Τη Δευτέρα 4 Μαΐου ανοίγουν τα κομμωτήρια και τα κουρεία. Οι πιστές και οι πιστοί με κράνη και παλάσκες, ωχ!, λάθος, με μάσκες και γάντια, θα σπεύσουν να καταλάβουν την πολυπόθητη καρέκλα για τον καλλωπισμό της κεφαλής τους.
Όμως ποια θα είναι η κορωνοϊκή ατμόσφαιρα εντός των κουρείων και των κομμωτηρίων; Θα υπάρχει ενδόμυχα ο φόβος της μόλυνσης από ασυμπτωματικούς φορείς του κορωνοϊού;
Η προφανής απάντηση στο ερώτημα είναι: Μπρος στα κάλλη τι είν’ ο φόβος… (όπως και ο πόνος).
Σε κάθε περίπτωση αυτές οι καταστάσεις έχουν ξανασυμβεί σε περιόδους επιδημιών. Το ακόλουθο εξαιρετικό χρονογράφημα του Παύλου Νιρβάνα δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Εστία στις 23 Οκτωβρίου 1918, κατά τη διάρκεια, δηλαδή, της επιδημίας της ισπανικής γρίπης στην Ελλάδα. Όσες και όσοι θα πάτε στα κομμωτήρια και στα κουρεία, απολαύστε το.


Τα αστεία του πανικού
Η θύελλα εξερράγη εντελώς ξαφνικά εις την γειτονικήν μου πολυθρόναν του κουρείου. Ο κύριος, ο οποίος είχε παραδώσει το τρίχωμά του εις τον δρέπανον του κουρέως, τον απώθησε με μιαν απότομον και βιαίαν κίνησιν, και ενετινάχθη με τις σαπουνάδες εις το πρόσωπον.
— Τι τρέχει; Τον έκοψε τον κύριον; ηρώτησα τον ιδικόν μου επισκευαστήν, χωρίς να ημπορώ να γυρίσω το πρόσωπον ή να διακρίνω εις τον καθρέφτην τι επακριβώς συνέβαινε παραπλεύρως.
— Δεν τον έκοψε, κύριε. Αλλά, ένεκα η γρίππη, βλέπετε, βρίσκουμε και εμείς τον μπελά μας.
Ο διπλανός μου εν τω μεταξύ ωρύετο:
— Μακρυά, σου είπα. Μη με πλησιάζεις!
— Mην κάνετε έτσι, κύριε. Δεν έχω τίποτε. Λιγάκι κρυωμένος είμαι… διεμαρτύρετο ο κουρεύς.
— Είσαι και αναιδής, βλέπω. Δεν φτάνει, που μου φτερνίστηκες μέσα στα μούτρα μου, αλλά επιμένεις ακόμη να με ξυρίσης.
— Μα δεν έχω τίποτε, κύριε. Σας ορκίζομαι στα παιδιά μου.
— Μακρυά, σου λέω. Εσύ είσαι ελεεινός· τα μάτια σου είνε κατακόκκινα, οι μύτες σου τρέχουν, το στήθος σου βράζει. Εσύ έχεις πνευμονικήν πανώλην, παιδί μου. Ναρθή άλλος να με ξουρίση ή μάλλον να φύγω μια ώρα αρχήτερα από ’δω μέσα. Μακρυά, μακρυά, σου είπα.
Και ενώ ο δυστυχής κουρεύς είχε γίνει κατακίτρινος από την διάγνωσιν της πνευμονικής πανώλους, που του είχε χαρίσει ο υποχρεωτικός πελάτης, και ησθάνετο τώρα κρύα νερά να του περιχύνουν την ράχιν, ο διπλανός κύριος, μισοξυρισμένος, διαρρεόμενος από σαπουνάδες και τινάζων από πάνω του σπασμωδικώς σεντόνια και πετσέτες, ανέσυρε βιαστικά από την τσέπην του ένα κομμάτι καφουράς και ήρχισε να το εισπνέη μανιωδώς. Εν τω μεταξύ κατέφθασε και ο καταστηματάρχης.
— Τι συμβαίνει, κύριε;
— Τι συμβαίνει; Ρωτάς κι’ όλα τι συμβαίνει; Ωραία δουλειά! Αλλά που συνείδησις; Που ντροπή! Ποιός την έχασε;
— Μα εξηγηθήτε, παρακαλώ, κύριε. Μη μας βρίζετε, παρακαλώ.
— Δεν έχω να εξηγηθώ τίποτε. Όταν οι υπάλληλοί σου, κύριε, πάσχουν από πνευμονικήν πανώλην, έχεις καθήκον ή να διώξης τους υπαλλήλους σου ή να κλείσης το μαγαζί σου. Όχι να δέχεσαι τον κόσμο μέσα σ’ αυτό το σφαγείον. Αλλά έννοια σου. Θα σε διορθώσω εγώ.
— Μα...σας παρακαλώ…
— Δεν έχει μα και ξεμά. Να στείλης αμέσως να μου φέρης ένα αμάξι να πάω αλλού να ξουρισθώ.
Εβγήκε μισοξυρισμένος εις τον προθάλαμον, εν αναμονή του μονίππου, και εξηκολούθει να εισπνέη την καφουράν του, εις την οποίαν απέδιδε, φαίνεται, θαυματουργούς ιδιότητας. Επί τέλους, το μόνιππον έφθασε και ο άγνωστος ετρύπωσεν εις το βάθος του, σπεύδων να συμπληρώση το ξούρισμά του εις ασφαλέστερον περιβάλλον.
Αλλά ο αξιολύπητος δεν ήτο αυτός. Ήτο ο δυστυχής υπάλληλος, που είχε την ατυχίαν να φτερνισθή εις τόσον ακατάλληλον στιγμήν. Όταν αποκατεστάθη η τάξις, τον ευρήκαμεν πεσμένον επάνω εις ένα κάθισμα με ύφος ανθρώπου πνέοντος τα λοίσθια.
— Ώχ! ο καϋμένος, ώχ! Πεθαίνω. Δεν είμαι καλά. Τα παιδάκια μου. Θα τ’ αφήσω στους δρόμους τα παιδάκια μου. Ώχ! Και έκλαιε με λυγμούς.
Ένας εκ των ξυριζομένων τότε, ο οποίος φαίνεται ότι ήτο ιατρός, επλησίασε τον αγωνιώντα άνθρωπον.
— Τι έχεις, παιδί μου; Τι αισθάνεσαι;
— Πεθαίνω, γιατρέ μου, πεθαίνω. Δεν είμαι καλά. Σώσε με…
Ο ιατρός του εψηλάφησε τον σφυγμόν του.
— Δεν έχεις, παιδί μου, τίποτε, απεφάνθη. Μη φοβάσαι. Εσύ είσαι εντελώς απύρετος.
Ο καταστηματάρχης επλησίασε περίφοβος και ηρώτησεν εμπιστευτικώς τον ιατρόν:
— Πως τον βλέπεις, γιατρέ μου ;
— Πώς να τον βλέπω; Δεν έχει απολύτως τίποτε. Ένα απλό συνάχι…
— Δεν είνε λοιπόν πνευμονική πανώλης;
0 ιατρός εχαμογέλασε.
— Δώστε του λίγο νερό νά πιή. Κι’ ας πάη σπίτι του να ησυχάση. Σάς ξαναλέω ότι δεν έχει τίποτα. Είνε καλλίτερα από μένα.
Εκείνος όμως εξηκολούθει να οδύρεται.
— Ωχ! ο καϋμένος... Τα παιδάκια μου… Πεθαίνω…
Εκλήθη, επί τέλους, και δεύτερον μόνιππον και ο φανταστικός ετοιμοθάνατος απεστάλη υπό συνοδείαν εις το σπίτι του.
Την επαύριον, περαστικός από το κουρείον, εμπήκα να μάθω την έκβασιν των
πραγμάτων.
— Τι απέγεινε λοιπόν; ερώτησα τον καταστηματάρχην. Πέθανε κανένας από τους δύο;
— Κανένας! μου είπεν ο καταστηματάρχης. Ο υπάλληλός μου είνε μέσα και εργάζεται. Ο άλλος επέρασε προ μιας ώρας απέξω. Πέθανε όμως ο καϋμένος ο γιατρός. Ποιός νά τώλεγε;
— Ποιος γιατρός;
— Ο γιατρός, καλέ, που ήτανε χθες εδώ. Δεν θυμάσθε; Εκείνος ο γηραλέος κύριος, που κύτταζε τον υπάλληλο.
— Βρε τον κακομοίρη! Και από τι πέθανε; Από γρίππη;
— Όχι από γρίππη, καλέ! Του ήλθε κόλπος, λέει, κ’ έμεινε στον τόπο.



Αλέξανδρος Γεωργίου
Δικηγόρος Αθηνών

Δεν υπάρχουν σχόλια: