Σάββατο, 3 Δεκεμβρίου 2016

Η θεατρική παράσταση "Ηπειρώτισσα Γυναίκα", του Χρίστου Τούμπουρου, παρουσιάζεται για πρώτη φορά το Σάββατο 10 Δεκεμβρίου 2016 στο Δημοτικό Θέατρο Καλλιθέας.


Γράφει ο Χρίστος Τούμπουρος

Σας περιμένω όλους. 
Φίλες και φίλοι
«Για να γνωρίσουμε τον ελληνικό εαυτό μας, πρέπει να συνειδητοποιήσουμε τα στοιχεία από τα οποία αποτελείται η ψυχοπνευματική μας προσωπικότητα. Από πού ερχόμαστε. Ποιες είναι οι ρίζες μας. Πώς φτάσαμε νά ‘μαστε εδώ που είμαστε. Ποιες είναι οι δυνάμεις μας και ποιες οι αδυναμίες μας. Τα ήθη και τα έθιμά μας. Οι γιορτές και τα πανηγύρια μας. Και πού πηγαίνουμε…»
Με λίγα λόγια πρέπει να έχουμε μνήμη. Η μνήμη, η ικανότητα αυτή του νου, να συγκρατεί γεγονότα, παραστάσεις, προηγούμενες εμπειρίες και να τα ανακαλεί με το κατάλληλο ερέθισμα. Έτσι, για να μαθαίνουν και οι νεότεροι. 
Για να γίνει όμως κάτι τέτοιο πρέπει οι μεγαλύτεροι να θυμούνται. Αυτή τη θύμηση θα ανασκαλίσουμε στην Καλλιθέα με το σεβασμό που θα αποδώσουμε στην Ηπειρώτισσα μάνα, στο αιώνιο σύμβολο ζωής, άδολης αγάπης, ανιδιοτελούς προσφοράς και θυσίας. Θεμέλιο της οικογενειακής, κοινωνικής και εθνικής συνοχής. 
Η Ηπειρώτισσα μάνα που στην πλάτη της κράτησε ατόφια ολόκληρη την Ήπειρο.

Επειδή το θέατρο είναι μικρό, καλό είναι όσοι /ες επιθυμούν να παρακολουθήσουν την θεατρική παράσταση "Ηπειρώτισσα Γυναίκα", να προμηθευτούν Προσκλήσεις.
Παραθέτω ένα διάλογο από το 1ο Επεισόδιο
Μάνα: Δε σε βλέπω καλά παιδάκι μ’. Δε σε βλέπω καλά Ρινούλα μ’. Εγώ είμαι η μάνα σ’, δε με ξεγελάς. Αλλού είν’ το μυαλό σ’. Περπατάει, πολύ περπατάει. 
Ρίνα: Ουχού, μωρ’ μάνα. Τι είν’ αυτά που λες. Μια χαρά είμαι. 
Μάνα: Δε με ξεγελάς εμένα. Αγκούσα, μεγάλ’ αγκούσα έχ’ς. Γιατί παιδί μ’;
Ρίνα: Να, το κέντημα αυτό, μάνα, είναι δύσκολο. Θέλ’ διπλή σταυροβελονιά. Χρειάζεται μεγάλ’ προσοχή. 
Μάνα: Το ξέρω, το ξέρω. Διπλή σταυροβελονιά, μεγάλ’ προσοχή, όπως με μεγάλ’ προσοχή κοίταγες και τον ομορφονιό, χτες απ’ το παράθυρο. Λες κι ‘γω κοιμόμουν. Αχ, η μάνα είναι πάντα ξύπνια. 
Ρίνα: Τι λες μάνα. Ποιον ομορφονιό. Δεν ξέρω εγώ τίποτις. Για ποιον λες; 
Μάνα: Αυτόν που έλιωσε τα παπούτσια του κάτ’- απάν’ , κάτ’ - απάν’, όξω απ’ την αυλή μας στη δημοσιά, μπας και βγει η Ρίνα μ’ να πάει με τ’ βαρέλα για νερό. 
Ρίνα: Δεν ξέρω τίποτε μάνα. 
Μάνα: Και καλά κάν’ς να μην ξέρ’ς. Μη το μάθ’ ο πατέρας σ’ , και τότε…
Ρίνα: Τότε;
Μάνα: Τότε, μωρή φουκαριάρα, θα σ’ κρεμάσ’ το τομάρ’ στ’ν σ’κιά. 
Δε γλιτών’ς με τίποτις. Θα σε σφάξ’ κακομοίρα μ’. 
Ρίνα: Γιατί εγώ, μάνα, δεν έχω λόγο; 
Μάνα: Α, πα, πα. Τι λόγο. Αυτό μας έλ’πε τώρα. Λόγο; Θα σ’ βρούμε εμείς ένα καλό παιδί, να παντρευτείς, να κάν’ς φαμπλιά. 
Ρίνα: Όχι, θα πάρω αυτόν που θέλω. 
Μάνα: Δεν θέλ’ς. Ακούς, δεν θέλ’ς. 
Ρίνα: Μάνα, τι είμαι εγώ; 
Μάνα: Ό, τι ήμουν κι εγώ. 
Ρίνα: Τι ήσουν εσύ; Δεν ήσουν άνθρωπος να θέλ’ς, να ποθείς; 
Μάνα: Α, πα, πα. Ζουρλάθ’κε το παιδί μ’. Από πού κι ως πού μωρέ φουτοκαμένο η γ’ναίκα να θέλ’ και να ποθεί; Άλλοι ήθελαν γι’ αυτήν. Αλλά, για πες μου, ποιος είν’ ο λεγάμενος; Μήπως είν’ ο Μήτρος τ’ς Θανάσαινας; 
Ρίνα: Α, πα, πα. Τι, είν’ αυτά που λες μάνα; Αυτός είναι καραφάνταλος. Σκελετός, σκέτο φάντασμα. 
Μάνα: Μήπως είν’ ο Ντίνος ο Πανωχωρίτ’ς; 
Ρίνα: Α, καλά. Αυτός είν’ ντιπ κακομάνταλος. Ε, για πέταμα μ’ έχ’ς; Άμα είν’ αυτός να μην καλοσκαιρίσω άντρα. Στο ράφ’ να μείνω. 
Μάνα: Δεν π’στεύω να είν’ εκείνος ο χαμχούιας, ο γιος του ντελάλ’;
Ρίνα: Ούι ούι μάνα μ’. Αυτός είναι νερλιασμένος, χαλδούπας. Τι να πάρω απ’ αυτόν; Πατσιάδες και κλιές φουσκωμένες. Να μ’ λείπ’. 
Μάνα: Ε, μωρέ ζαλουταραμένο, καμτσίκ’ που θέλ’ς. Νομίζεις πως θα με ξεγελάσεις. Γελιέται μωρή η μάνα. Αμ, δεν γελιέται.
Ρίνα: Αφού δεν πιστεύεις σ’ ό,τι σου λέω μάνα. 
Μάνα: Δεν πιστεύω, γιατί ξέρω.
Ρίνα: Τι ξέρ’ς μάνα; 
Μάνα: Εκείνος ο Γιώργος τ’ Αλέξ’ κάθε μέρα πηγαίν’ κάτ’ απάν’-κάτ’ απάν’ κι όλο κ’τάει κατά δω, κι όλο ξερογλείφεται. 
Ρίνα: Δεν ξέρω εγώ τίποτε μάνα. Άντρας είναι, γιατί να μην κ’τάει.
Μάνα: Ο ένας σ’ βρωμάει, ο άλλος σ’ ξινίζ’. Αυτός μόνο είναι άντρας και να κ’τάει. Ε, ρε θα μας βαρέσουν νταϊρέδες. Σε είδα στο παραθύρ’ . Σαν τ’ν γάτα που νιουρίζ’. 
Ρίνα: Εγώ μάνα, εγώ… Να, κάνω σταυρό.
Μάνα: Λέγε, δεν άκ’σα. Αυτός δεν είναι;
Ρίνα: Θα βάλ’ς τ’ν γάστρα μάνα; Σώθ’κε η φωτιά.
Μάνα: Θα γαστρίσω εσένα. Δεν θα με καν’ς σουργούν’ σ’ όλο το χωριό. 
Ρίνα: Εμένα, μάνα ένας άντρας μ’ πρέπ’ κι έναν…
Μάνα: Ποιον;
Ρίνα: Να, δεν λέω…
Μάνα: Ο Γιώργος είν’ παλληκάρ’. Λεβέντ’ς. Ψηλός, όμορφος, νταβραντισμένος, αληθινός άντρας. 
Ρίνα: Σαν να τά ‘λεγα εγώ μάνα. 
Μάνα: Μπα, δεν το βλέπω να σε θέλ’. 
Ρίνα: Πώς δεν με θέλ’ μάνα. Δεν τον βλέπ’ς. Κάτ’-απάν’, κάτ’-απάν’, κάθε μέρα. Μου τόπε στ’ν βρύσ’. Μάνα έχουμε κουβέντα. 
Μάνα: Κουβέντα; Το β’νό απ’ τ’ν πόλ’ είναι πολύ μακριά. Δεν είναι μια χαψιά τόπος. Κάτσε ήσυχα. Δεν κλώθεται έτσ’ το νήμα. Θέλ’ δ’λειά τ’ αδράχτ’ Ρηνούλα. Δ’λειά. Πολύ δ’λειά. 
Ρίνα: Μάνα, να πάω στ’ν βρύσ’ για νερό; Μπαγιάτεψε τ’ άλλο. 
Μάνα: Να κάτσεις εκεί που είσαι. Έχουμε νερό. Ο Γιώργος έφ’γε το πρωί για τ’ν πόλ’. Αύριο θάρθ’. 
Ρίνα: Αχ, μωρ’ μάνα. Όλα τα καταλαβαίν’ς.
Μάνα: Όλα τα καταλαβαίνω κι όλα πρέπει να τα καλύψω. Ανεμοδάρτ’ς η μάνα
Ρίνα: Μάνα, να πάω να δω τ’ν φωτιά;
Μάνα: Τράβα, κοίτα μην πας στ’ν βρύσ’.
Ρίνα: Γιατί, αφού ο Γιώργος δεν είν’ εδώ.
Μάνα: Γιατί έχ’ ο γάτος ένα αφτί. Άσ’ τα πονηρά. Δε λέω τόσο σούλ’ψε;

Δεν υπάρχουν σχόλια: