Ο τρόπος και η αισθητική με την οποία κινείται ο Θοδωρής Γεωργόπουλος στα μουσικά πράγματα, τον έχουν ξεχωρίσει και του έχουν προσδώσει ένα προσωπικό και ευδιάκριτο στίγμα στη δημοτική μουσική των καιρών μας. Σπουδαίος μουσικός του κλαρίνου έχει συμμετάσχει σε πλήθος δισκογραφικές δουλείες, σαν εκτελεστής, μουσικός επιμελητής-ενορχηστρωτής, αλλά και παραγωγός. Οι προσωπικές του «εργασίες» αφορούν πότε την (καθαυτή) λαϊκή ελληνική μουσική και πότε τη μουσική των Βαλκάνιων. Αυτή τη φορά, ωστόσο, στην επερχόμενη δουλειά του επιλέγει ως εκφραστικό μέσο, τη μουσική από την ιδιαίτερη πατρίδα του, το Πωγώνι. Ενόψει αυτής της εργασίας, παρουσιάζει μέσα από το Musicpaper.gr ένα από τα πρώτα δείγματά της, το δημοτικό τραγούδι «Ντελή Παπά», με την ερμηνεία του σπουδαίου, Κώστα Τζίμα. (Ακούστε το αποκλειστικά εδώ)
Ποιες υπήρξαν οι πρώτα μουσικές
επιρροές σου;
Τα πρώτα μου μουσικά
ερεθίσματα προέρχονται από τον πατέρα
μου, που ήταν πολύ ένθερμος με τα
πανηγύρια, ενώ είχε πολλά 45άρια και
παλιούς 78άρηδες δίσκους κυρίως με
ηπειρώτικη μουσική. Ο πάππους μου, ο
Θοδωρής ήταν από τους μπροστάρηδες στο
πανηγύρι, ήξερε και τραγουδούσε όλα τα
τραγούδια, καθώς και πολλά πολυφωνικά!
Κάθε καλοκαίρι πηγαίναμε στο χωριό, την
Κάτω Λάβδανη Πωγωνίου και έτσι ήμουν
πάντα και εγώ στο πανηγύρι. Εκεί
ερχόντουσαν οι Χαλιγιάννηδες, από τον
Παρακάλαμο. Ο Μιχάλης Χαλιγιάννης και
μετά ο Θανάσης, ο γιος του, μέχρι και
σήμερα, όπως και ο γαμπρός του, Ηλίας
Τζιχάνης.
| Μοναδική στιγμή. Πάνω στο πάλκο συνυπάρχουν δύο από τους καλύτερους κλαρινίστες της Ελλάδος, Πετρολούκας Χαλκιάς και Θοδωρής Γεωργόπουλος, στο Θέατρο Πέτρας στις 15-6-2013 |
Κλαρίνο πως πρωτόπαιξες;
Ήμουν μικρός όταν άρχισα να σκαλίζω τις
πρώτες μου φλογέρες, στα χωράφια δίπλα
από την εκκλησία του Αγίου Νικολάου,
στην Ηλιούπολη, εκεί όπου παλιά υπήρχε
βάλτος με πολλές καλαμιές. Μετά «έπρηξα»
τον πατέρα μου για να μου πάρει κλαρίνο,
γιατί θυμόμουν τον ήχο από τα πανηγύρια
καθώς και όλες τις κινήσεις των
οργανοπαικτών που μου είχαν αποτυπωθεί
μέσα μου με τρόπο θεατρικό. Ξεκίνησα να
παίζω μόνος μου και με το που έπιασα το
κλαρίνο, μέσα σε λίγες μέρες μπορούσα
να παίζω κανονικά. Όταν ήμουν μικρός
μου άρεσε πολύ ο Τάσος Χαλκιάς και
αργότερα τον μιμήθηκα. Ανακάλυψα, όμως,
πως υπάρχει και ο Πετρολούκας Χαλκιάς,
ο οποίος είναι πολύ μεγάλη «ιστορία»
σαν μουσικός και σαν άνθρωπος. Δεν είναι
μόνο πως μπορεί να παίζει πάρα πολύ
γρήγορα και με ευχέρεια, αλλά ότι έχει
τρομερή φαντασία και συνδυάζει τη
γρηγοράδα, την ευαισθησία και το παράπονο.
Αυτά δεν συνδυάζονται εύκολα μεταξύ
τους, όμως ο Πετρολούκας τα έχει όλα και
πιστεύω ότι η Ήπειρος ήταν πολύ τυχερή
που τον «γέννησε» και εμείς που τον
ζούμε και τον ακούμε. Τότε άκουγα και
τον Γιώργο Μπραχόπουλο από τα 45άρια του
πατέρα μου, όπου τραγουδούσε η Ελπίδα
Μπραχοπούλου. Μου άρεσε και με επηρέασε
ο ήχος του, συνεργάστηκα και με τον γιο
του, ο οποίος παίζει μπουζούκι, ενώ
αργότερα έκανα μαθήματα μαζί του.
Γνωρίζω, ωστόσο, πως διεύρυνες το
ρεπερτόριό σου και πέρα από την ηπειρώτικη
μουσική…
Ξεκίνησα να παίζω γύρω στο
‘84-’85, πρώτα στο πανηγύρι του χωριού
μου μαζί με τους Χαλιγιάννηδες και
αργότερα στην Αθήνα κάποιος με πήγε στο
χορευτικό συγκρότημα της Κασσιανής
Δικαιουλάκου, όπου άρχισα να μαθαίνω
τραγούδια και σκοπούς από όλες τις
περιοχές. Εκείνη την εποχή, ήταν πολύ
λίγα τα συγκροτήματα και λίγοι αυτοί
που μπορούσαν να παίξουν κομμάτια από
όλη την Ελλάδα. Αργότερα, την περίοδο
‘89-‘93 πήγα στη «Δώρα Στράτου» και
εμπλούτισα ακόμη περισσότερο το
ρεπερτόριό μου. Η έξαρση των χορευτικών
συγκροτημάτων είχε πολυδιάστατα
αποτελέσματα. Υπήρξαν χοροδιδάσκαλοι
όπου δίδαξαν τους χορούς με γνώση και
διέσωσαν παρά πολλά πράγματα που σήμερα
ίσως πλέον να είχαν εξαφανιστεί και
άλλοι που επέφεραν… ολική καταστροφή.
Αυτή η πανσπερμία εκμάθησης Ελληνικών
χορών είχε θετικά αλλά και αρνητικά
αποτελέσματα που χωράνε μεγάλη συζήτηση.
Χωριά που είχαν Αδελφότητες έφτιαξαν
χορευτικά (λόγω της οικονομικής
ευμάρειας), η Αδελφότητα έγινε Σύλλογος
και παράλληλα σταμάτησε η «χαρτούρα».
Ο ελεύθερος χορός αλλοίωσε τον χαρακτήρα
του πανηγυριού και τη σχέση του χορευτή
με το μουσικό. Παλιότερα, ο μουσικός
ήταν αναγκασμένος να «διεκδικήσει»
μέσα από το παίξιμό του τη «χαρτούρα»
κι αυτό γεννούσε καινούργια πράγματα,
ενώ υπήρχε σημαντική σχέση χορευτή -
μουσικού. Το θέμα δεν είναι το χρήμα,
αλλά αυτή η σχέση ζωής και «οξυγόνου»
που σήμερα λείπει.
*Η Φωτογραφία του Κώστα Τζήμα είναι
από το αρχείο του Σωτήρη Μπέκα
Μέσα
της δεκαετίας του ‘90 πήγες στη Βουλγαρία,
όπου ανοίγεται –για εσένα- ένας
καινούργιος μουσικός κόσμος…
Μία φίλη,
η Έλλη Καζάκου, μου είχε δώσει μία κασέτα
με βουλγάρικα και όταν τα άκουσα,
τρελάθηκα! Προσπάθησα να τα μελετήσω
και σιγά – σιγά άρχισα να μπαίνω πιο
βαθιά σε αυτή την πολύ ενδιαφέρουσα
μουσική. Αυτό που μου αρέσει περισσότερο
είναι η λυρικότητα που έχει η βουλγάρικη
μουσική, στοιχείο που υπάρχει και στη
Θράκη. Αυτή η λυρικότητα δεν υπάρχει
παντού, αλλά είναι φανερή στο Θεοδωράκη,
τον Χατζιδάκι και σε μερικές λιγοστές
«νησίδες» της ελληνικής μουσικής. Στη
Βουλγαρία είχα πάει κι άλλες φορές με
χορευτικά. Έβλεπα πως αυτοί οι άνθρωποι
ήταν σε άλλο επίπεδο και το διαπίστωσα
από κοντά όταν πήγα στα μέσα της δεκαετίας
του ’90. Συνεργάστηκα με ένα σπουδαίο
μουσικό, τον Angel Gadzev (gadulka), από τον οποίο
έμαθα πολλά, έκανα μαθήματα kaval στην
Ακαδημία της Φιλιππούπολης και ήρθα σε
επαφή με μουσικούς όπωςοι
Petar Raltsev, Matio Dobrev Ivo Papazov,καθώς
και με τους δάσκαλους του
Kaval, Georgi Zeliaskovκαι Valeri Marinov.
Εκείνη την εποχή μαζί με τον ακορντεονίστα,
από τη Λευκάδα, Δήμο Πολυμέρη ηχογραφήσατε
το cd «Βόρειος Θράκη», όπου εισάγετε
ακούσματα, που σπάνια ακουγόντουσαν,
ως τότε…
Εκείνη την εποχή δεν υπήρχε
στην Ελλάδα ρεπερτόριο από την Ανατολική
Ρωμυλία, αλλά σιγά – σιγά εισήλθε όταν
φτιάξαμε μαζί με το Δήμο Πολυμέρη τη
«Βόρειο Θράκη». Ο τρόπος που παίζαμε
ήταν επηρεασμένος από πιο Βόρεια και
μας κατηγόρησαν ότι παίζουμε «βουλγάρικα».
Δεν το κάναμε συνειδητά, αλλά ήμασταν
επηρεασμένοι από αυτή τη μουσική. Τα
κομμάτια, φυσικά, είναι ελληνικότατα,
απλώς πιο ενορχηστρωμένα και δεμένα,
σε σχέση με το τί έπαιζαν οι μουσικοί
εδώ, τότε. Με τον Δήμο κάναμε άλλο ένα
δίσκο μαζί, τα «Βαλκανικά χρώματα», μια
δουλεία που είχε πολύ μεγάλη απήχηση.
Έκτοτε πραγματοποίησα πολλά ταξίδια
σε όλον τον κόσμο με εθνικοτοπικούς
συλλόγους, συγκροτήματα και τραγουδιστές.
Τι σημαίνει για εσένα η «παραδοσιακή»
μουσική;
Πριν από το ’80 υπήρχε η φράση
«δημοτικό τραγούδι» και σήμερα φτάσαμε
στους διαχωρισμούς «δημοτικό τραγούδι»
και «παραδοσιακή μουσική», «παραδοσιακός
μουσικός» και «δημοτικός μουσικός».
Κατά τη γνώμη μου υπάρχει μόνο δημοτικό
τραγούδι κι όλο αυτό συνέβη λόγω της
αστικοποίησης της δημοτικής μουσικής,
στην οποία η Δόμνα Σαμίου με το Σίμωνα
Καρρά έπαιξαν μεγάλο ρόλο. Όταν ξεκίνησαν
οι καταγραφές το πράγμα άρχισε να φεύγει
από τη ρίζα του. Η Δόμνα ήταν από τους
πρώτους που ενώ δεν ήταν π.χ. από την
Ήπειρο, τραγούδησε Ηπειρώτικα. Έκανε
το δημοτικό τραγούδι πιο μαζικό. Αυτό
δεν υπήρχε πριν, έγινε όμως σύμπτωμα
του Αθηναίου, ως εσωτερικού μετανάστη,
αφού αναγκαζόταν να ζήσει με Θρακιώτες,
Μακεδόνες, Πελοποννήσιους κι άλλους
επαρχιώτες. Όλο αυτό η Δόμνα το έκανε
μουσική, τρόπο σκέψης κι «έπιασε» τη
νεολαία. Από εκεί και ύστερα αρχίσαμε
να λέμε «παραδοσιακό», αντί «δημοτικό»
ήταν πιο απενοχοποιημένο στο αυτί του
Αθηναίου-επαρχιώτη της δεκαετίας του
‘80. Η Δόμνα έφτιαξε ένα είδος που
προσωπικά το ονομάζω, «αστικό παραδοσιακό
τραγούδι» και με τα χορευτικά επήλθε
μοιραία η ομογενοποίηση όταν νέοι από
όλη την Ελλάδα έμαθαν χορούς από όλες
τις περιοχές ζώντας στο «αναπόφευκτο»
αστικό περιβάλλον. Το ίδιο συνέβη και
με τους μουσικούς.
Υπήρξαν κι άλλα «δομικά» προβλήματα…
Δυστυχώς, έχει επικρατήσει στον κόσμο
η σύνδεση του «παραδοσιακού» με την
έννοια της αναβίωσης, όμως στην
πραγματικότητα δεν υπήρξε κάποια
διακοπή. Πρόκειται για μια μουσική που
είναι ζωντανή και θα έπρεπε να είναι
ακόμη πιο πολύ. Σε αυτό βεβαία συνέβαλε
και η προβεβλημένη «λαϊκή μουσική», που
μέσω των εταιριών βρήκε χώρο να απλωθεί
σε όλη την επικράτεια εκμεταλλευομένη
την άδικη συκοφαντία που δέχτηκε η
δημοτική μουσική λόγω της «εκμετάλλευσης»
από τους συνταγματάρχες της χούντας.
Έτσι ο Θρακιώτης, ο Ηπειρώτης και ο
Δωδεκανήσιος έμαθαν να διασκεδάζουν
υπό τους ήχους του Τσιτσάνη, ενώ για
αιώνες στη μουσική τους παιδεία και
κουλτούρα υπήρχαν οι τσαμπούνες οι
λύρες οι φλογέρες, οι ζουρνάδες, τα
βιολιά και τα κλαρίνα. Σε όλο τον υπόλοιπο
κόσμο όταν λένε «λαϊκή» μουσική εννοούν
τη δημοτική μουσική, αλλά εμείς εδώ
«λαϊκή μουσική» λέμε τα «μπουζούκια».
Ποια ήταν η σχέση σου με τη Δόμνα
Σαμίου; Με τη Δόμνα πρωτογνωρίστηκα το
1990, σε μία εκδήλωση, στο Μουσείο Λαϊκών
Οργάνων. Μετά από έξι μήνες με πήρε
τηλέφωνο για ένα ταξίδι στην Αργεντινή.
Τότε βρισκόμουν στο πλαίσιο σκέψης με
τον δίσκο «Βόρειος Θράκη», ενώ είχα
ακούσει από μουσικούς που συνεργάζονταν
μαζί της πως είναι αυταρχική. Έτσι είχα
φτιάξει μία κακή εικόνα στο μυαλό μου.
Γι’ αυτό και αρνήθηκα συνειδητά. Έπειτα
από δυο - τρία χρόνια με ξαναπήρε τηλέφωνο
για ένα ταξίδι στο Αζερμπαϊτζάν και μου
πρότεινε να πάω αφιλοκερδώς. Αρνήθηκα
να πάω χωρίς να πληρωθώ και της έκλεισα
πάλι το τηλέφωνο. Παρόλα αυτά δεν το
έβαλε κάτω! Με ξανακάλεσε έπειτα από
ένα χρόνο και μου πρότεινε να συμμετέχω
σε ένα ντοκιμαντέρ με βαλκανική μουσική.
Πάλι αρνήθηκα, γιατί είχα την εικόνα
στο μυαλό μου που ανέφερα και πριν, που
τώρα ξέρω πως ήταν ένα πολύ μεγάλο λάθος.
Με ξαναπήρε το 1999 με 2000, όπου πλέον είχε
ωριμάσει μέσα μου η ιδέα. Από εκεί και
ύστερα ήμασταν συνέχεια σε συναυλίες
και δισκογραφία μαζί μέχρι το τέλος.
Ανακάλυψα εκ των υστέρων ότι ήταν πάντα
σοβαρή στη δουλειά της, με μία αξιοθαύμαστη
θρησκευτική ευλάβεια, αλλά και κατά
βάθος ένας πολύ γλυκός άνθρωπος, που
ήθελε απλά να βρεις το «κουμπί» του.
Αυτό που έκανε το αγαπούσε υπερβολικά
και με δικό της τρόπο, με λάθη κατά τη
γνώμη μου, αλλά αυτό που κατάφερε ήταν
σπουδαίο. Το «δημοτικό τραγούδι» –όπως
το έλεγε και η ίδια- ήταν πολύ ψηλά μέσα
της. Έδωσε την ζωή της όλη γι’ αυτό. Για
έμενα, η Δόμνα λειτούργησε σαν δασκάλα
με έναν πολύ δικό της ξεχωριστό τρόπο.
Μαζί με σταθερούς συνεργάτες έχετε
«χτίσει» μια ορχήστρα με το δικό της,
χαρακτηριστικό ήχο. Ποιος είναι ο
προσανατολισμός σας;
Αυτό που έχω στο
μυαλό μου, το κάνω ήδη. Ένα μόνιμο
συγκρότημα-σχήμα-ορχήστρα, που δεν
παίζει μόνο Ηπειρώτικη μουσική, αλλά
ρεπερτόριο από όλη την Ελλάδα, όπως
θέλουμε, μέσα από τις γνώσεις και τις
εμπειρίες μας βασισμένο στην αυτοδιάθεση
του καθενός μας και τον αλληλοσεβασμό,
χωρίς να υποστηρίζουμε το «σύστημα»
των τραγουδιστών ή της «πιάτσας», αλλά
τη δουλειά μας και την ίδια τη μουσική.
Η κομπανία αυτή είναι για εμένα ο τρόπος
που θέλω να εκφραστώ, να βγάλω από μέσα
μου αυτά που είχα από παιδί κι όλη την
αγάπη μου για την Ήπειρο και την μουσική
γενικότερα. Είναι δύσκολο να διατηρηθεί
ένα συγκρότημα σαν το δικό μας κι όμως
αντέχουμε γιατί υπάρχουν όλα τα παραπάνω
που σου ανέφερα. Υπάρχουν άνθρωποι που
μας στηρίζουν, αλλά και πολλοί, κυρίως
άνθρωποι των Μέσων, που μας αγνοούν
επιδεικτικά, αλλά με τον ίδιο τρόπο τους
αγνοούμε και εμείς. Όμως δεν προχωράμε
με γνώμονα το τι κάνει ο καθένας, αλλά
το τι σκεφτόμαστε εμείς, με αυτογνωσία
και πείσμα. Γενικά, ο λαϊκός πολιτισμός
δέχεται πόλεμο. Από χρόνια θέλουν να
διαμορφώσουν μία γραφική εικόνα για
την επαρχία, τον επαρχιώτη και τη δημοτική
μουσική, όμως πρόκειται για σύνδρομο
το να αποφεύγουμε τα ακούσματα που
έχουμε και να γυρεύουμε «ποιοτική
παραδοσιακή μουσική». Από την άλλη ο
κόσμος δεν πρέπει να πέσει στην παγίδα
του λαϊκοδημοτικού «χιτ». Χρειάζεται
βέβαια βαθιά γνώση και παιδεία που
λείπει, δυστυχώς.
Τι περιλαμβάνει
η καινούργια δουλειά που ετοιμάζεις;
Πρόκειται για μία σειρά ηχογραφήσεων,
τραγουδιών και σκοπών με θέμα την παλιά
παράδοση του Πωγωνίου. Περιέχονται
τραγούδια όπως το «Δέλβινο», ένα
παρεξηγημένο κομμάτι που χρησιμοποιήθηκε
στο παρελθόν εθνικιστικά. Εδώ έβαλα τα
παλιά λόγια, καθώς είναι τραγούδι από
την εποχή του Σουλτάνου, το ύφος όμως
είναι αυτό που εμείς «φέρουμε» και
είμαστε σήμερα. Βασικά πρόκειται γι’
αυτό που σκέφτομαι και αισθάνομαι σαν
μουσικός. Συμμετέχει σε τρία τραγούδια
ο Κώστας τζίμας, η μεγαλύτερη φωνή της
Ηπείρου, κατά τη γνώμη μου, ο Μιχάλης
Ζάμπας, στενός συνεργάτης και αδελφικός
φίλος με κορυφαίο ταλέντο και ατελείωτο
ρεπερτόριο (τον αποκαλώ και «supermarket»),
ο Αχιλλέας Χαλκιάς (βιολί) νομίζω πως
είναι περιττά τα όποια σχόλια, ο πολύ
καλός φίλος, Κώστας Φιλιππίδης (λαούτο),
ο Παναγιώτης Ξυδέας –επίσης- στενός
συνεργάτης και αδελφικός φίλος (βιολί),
ο Σάκης Πρεμέτης από τη Θεσπρωτία
(βιολί), ο Σωτήρης Καραγιάννης από τα
Γιάννενα (ντέφι), ένας πολύ καλός μουσικός
επί χρόνια συνεργάτης με τον Γρηγόρη
Καψάλη, ο Σάκης Κάκος (ντέφι), ένας
εξαιρετικός άνθρωπος και μουσικός από
την Πρέβεζα και συνοδοιπόρος στην
ορχήστρα μας, ο εξαιρετικός πολυφωνικός
όμιλος από την «Ένωση Ηπειρωτών Ιλίου»
και πολλοί άλλοι. Η δουλειά δεν ανήκει
μόνο σε εμένα, αλλά και σε αυτούς που
έβαλαν τη μουσική και το τραγούδι τους.
Χωρίς αυτούς δεν γίνεται τίποτα. Να
σημειώσω ότι τον σπουδαίο Αχιλλέα Χαλκιά
προλάβαμε και τον ηχογραφήσαμε με τον
Μιχάλη πριν από τρία χρόνια περίπου
–ευτυχώς- πριν έρθει στη δύσκολη
κατάσταση που βρίσκεται σήμερα.
Ποια είναι η επικαιρότητα του δημοτικού
τραγουδιού;
Για εμένα, το δημοτικό
τραγούδι είναι μέρος της ζωής μου, όπως
και για πολλούς άλλους που γνωρίζω, το
«κουβαλάνε» μαζί τους στην πόλη και το
ζουν ξανά όταν πηγαίνουν στο χωριό. Οι
συνθήκες είναι διαφορετικές, αλλά η
ουσία ίδια. Η ενασχόληση με τα δημοτικά
τραγούδια είναι μια μορφή αντίστασης
σήμερα, γιατί ο τρόπος ζωής που προτείνουν
«διαθέτει» την συνταγή, την τέχνη του
να παραμείνεις «ελεύθερος άνθρωπος».
Το δημοτικό τραγούδι βασίζεται στην
αισθητική του και δεν περιέχει βωμολοχία,
αλλά έρωτα και αγάπη, χωρίς τίποτε το
βρώμικο. Ο πόλεμος που συνήθως εξιστορείται
είναι πόλεμος για ιδανικά και δεν υπονοώ
φυσικά την εθνικιστική διάσταση του
πράγματος, αλλά τα ιδανικά που έχουν να
κάνουν με την ίδιο το νόημα τη ζωής μας.
Αν όλα αυτά τα αποκωδικοποιήσουμε θα
παραχθεί ένας καινούριος τρόπος σκέψης
που θα λύσει πολλά προβλήματα.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου