Πέμπτη, 28 Δεκεμβρίου 2017

Πρωτοχρονιά στο Συρράκο


Το ρολόι χτύπησε αξημέρωτα. Πάτησα το ξυπνητήρι μην ξυπνήσουν οι άλλοι κι άνοιξα το παντζούρι, ίσα που να δω τον καιρό. Μου πιάστηκε η καρδιά. Πίσσα έξω. Μόνο η πυκνή βροχή ξεχώριζε. Ομως δεν είχα άλλη επιλογή. Είχα υποσχεθεί στη μάνα και τον πατέρα να τους ανταμώσω στον Αϊ-Γιώργη, εκεί που χάθηκε ο παππούς.
Σηκώθηκα βιαστικά, δεν είχα χρόνο για χάσιμο. Το μεσημέρι έπρεπε να γυρίσω πίσω, θα με περίμεναν για φαγητό. Γιορτάρα μέρα. Ποτέ δεν είχε λείψει κανείς από το πρωτοχρονιάτικο τραπέζι. Χρειαζόμουν κοντά δυόμισι ώρες να φτάσω στο Συρράκο κι ο καιρός θα χειροτέρευε, άκουσα. Το χιόνι στον Αϊ-Γιώργη, λέγανε οι πληροφορίες, έφτασε στη σκεπή.
Δεν είχα χρόνο. Το χάραμα με βρήκε στο Μαυρολάγκαδο. Ο τόπος και ο καιρός είχαν σμίξει, δεν έβλεπα τίποτε. Για μια στιγμή σκέφτηκα να γυρίσω πίσω. Ηταν πολλές οι φορές που κοβόταν ο δρόμος, ο κίνδυνος να βρεθώ σε χαράδρα παραμόνευε. Εφερα αυτοστιγμεί το χέρι μου μπροστά από το πρόσωπο κι έδιωξα τη σκέψη χωρίς δισταγμό. Με περίμεναν, δεν είχα το δικαίωμα να αργήσω.
Εφτασα στη στροφή του Αϊ-Γιώργη. Ο δρόμος ήταν ανοιχτός, πάνω στο χιόνι τα ίχνη από πρόσφατες πατημασιές. Πήρα τη στροφή. Μπροστά μου απλωνόταν το Συρράκο. Πρώτη φορά Πρωτοχρονιά στο χωριό μου. Κάποιες στέγες κάπνιζαν. Στην πλατεία του Αϊ-Νικόλα ο χρόνος περίμενε με υπομονή τον ήχο από τα επόμενα βήματα. Από τα μεγάφωνα ακουγόταν η βροντερή φωνή του παπά. Δεν χιόνιζε, μόνο κάποιες χοντρές νιφάδες έπεφταν. Ο αέρας τις παρέσυρε, πότε πάνω πότε κάτω, άλλοτε προς τη μεριά του Χρούσια και των Καλαρρυτών. Σαν να ’χαν στήσει παιδικό παιχνίδι Κυριακή Πρωτοχρονιάς.
Βγήκα από το αμάξι, το χιόνι πολύ. Πολλά τα αμάξια, θύματα του χιονιά που προηγήθηκε. Περπάτησα διακόσια-τριακόσια μέτρα. Τους είδα. Ετσι, πίστεψα. Κάθονταν πάνω σε δυο πέτρες, στο μέρος που χάθηκε ο παππούς. Δεν είμαι σίγουρος αν ήταν αυτοί.
Από διαίσθηση μόνο. Δεν μ’ άφηνε το σύννεφο της καταχνιάς που έμοιαζε με μετακινούμενη κουρτίνα. Εκανα να σιμώσω, όμως τους έχανα. Χάθηκαν μες στην αντάρα, έμεινα να κοιτάζω τα χέρια πριν να τα καταπιεί η βαθιά ομίχλη. Δεν ξέρω αν ήταν ευχαριστημένοι. Δεν μπόρεσα να καταλάβω αν ήταν θλιμμένοι.
Ξύπνησα από τη φωνή του γιου μου. Από κοντά και η Φωτεινούλα. Σε δυο λεπτά αλλάζουμε χρόνο, όλα είναι έτοιμα. Με είχε πάρει ο ύπνος περιμένοντας. Σηκώθηκα όρθιος. Μέτρησα τους παρόντες. Ελειπαν δύο για μια ακόμη χρονιά. Η βασιλόπιτα περίμενε τον καινούργιο χρόνο.

Ευάγγελος Αυδίκος
Καθηγητής Λαογραφίας Πανεπιστημίου Θεσσαλίας


Δεν υπάρχουν σχόλια: