Δευτέρα, 21 Αυγούστου 2017

Με την Τζουμερκιώτικη λαλιά . Η διακοπή της δίαιτας. «Σ’ αφήν’ ο ξένος πιδάκι μ’ να κοιμ’θείς;».


Γράφει ο Χρήστος Α. Τούμπουρος

«Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα/που πρέπει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο το Όχι» Κ. Καβάφης.
Έτσι και εγώ, προ διακοπών, αποφάσισα και είπα το μεγάλο ΝΑΙ στη δίαιτα. Εσωτερική απλά παρόρμηση, όχι έξωθεν επιβολή. Ως γνωστόν ο Τζουμερκιώτης δεν μπαίνει σε καλούπια, δεν περιμαντρώνεται καθότι λειτουργεί με το αξίωμα «κάπα ντρουβά και ντφλέκ’». Είχε προηγηθεί ακουστικά το Τετραβάγγελο. «Έφαγες δύο βουστάσια ολόκληρα, την ετήσια παραγωγή δύο τυροκομείων, την παραγωγή σιταριού του κάμπου της Θεσσαλίας χρονικής, ήπιες και το Βόσπορο ολόκληρο, ε, νισάφ’ πια». Και αφού (της) ανταπόδωσα «ευγενέστατα» με όλα τα Απολυτίκια, Δευτερονόμια κλπ, στη Γαλλική, Ισπανική, Σουαχίλι, αποφάσισα να κάνω δίαιτα. Είπα το μεγάλο ΝΑΙ.
Τις πρώτες μέρες μού ‘ρθε αλατζούτζουρας. Έπεσε αληθινή νηστεία. Επέδειξα πραγματική αντοχή και αποποιήθηκα κάθε φαγώσιμο. Νηστεία να δουν τα μάτια σας. Είχα, βέβαια και τους ειδήμονες που μού μπουρμπούλιαζαν τα αυτιά. «Να κάνεις διατροφή, να κάνεις πέντε γεύματα ημερησίως». Εγώ τίποτε από αυτά. Ακολουθούσα τη συνταγή της φίλης μου της Αφροδίτης , γιατρού με αμέτρητα ζιουμπερέκια, που μού είπε επί λέξει: «Ποια διατροφή και κουραφέξαλα. Ράψτο το ρημάδι. Η καμήλα έχει πολύ λίπος.» Στην αρχή μού κακοφάνηκε, αλλά μετά κατάλαβα την αναλογικότητα. Εγώ-καμήλα. Αυτό το σχήμα λειτούργησε θεαματικά. Είχα λάβει και τα μέτρα μου. Στο αρχικό ζύγισμα έβαλα καμιά δεκαριά κιλά παραπάνω. Έτσι, ένα έχανα δύο λογάριαζα και διέδιδα. Απαξάπαντες στο οικογενειακό περιβάλλον τρισευτυχισμένοι. Κόντεψα να το πιστέψω και εγώ.

Την εφάρμοσα τη δίαιτα. Μέχρι πότε θα το δούμε… Ήρθαν οι διακοπές. Τζουμέρκα. Θεού χαρά. Άλλη φύση. Τσερμετζέλες, ελάτια, κουμαριές, πουρνάρια και πλατάνια σε ένα θεϊκό φυσομάνημα συμφυρόμενο με τα κοψίδια, τα κοκορέτσια και τα σπληνάντερα που αρωματίζεται η μύτη με όλων των ειδών τα αρώματα και παράλληλα από τη δειγματοληψία του τσίπουρου να νιώθεις πως ακροβατείς, πως πιάνεις τα ακροούρανα. Άλλη γεύση. Στα Τζουμέρκα θαραπαύεται η ψ’χούλα σ’.

Και όχι να πεις πως έκανα και καμιά τρελή ζωή. Πάνω κάτω η ίδια καθημερινότητα. Ξύπναγες το πρωί και έφευγες αμέσως γιατί εγκυμονούσε ο κίνδυνος η γυναίκα σου να σε φορτώσει χίλιες δυο δουλειές. «Να πάρεις ψωμί, πατάτες, καφέ…Κοίτα μην ξεχάσεις.» Χτύπαγες το πρώτο καφεδάκι στο ιστορικό καφενείο του χωριού. Για λόγους πάντα τυπικότητας μεταβαίναμε στο άλλο καφενείο, όπου πέρα από τον καφέ άρχιζε και το επίπονο άθλημα της πρεφικής δεξιοτεχνίας. Στα μισά του αθλήματος, στην πρώτη διακοπή άρχιζε η τσιπουροκατάσταση, η οποία διαρκούσε μέχρι το καταμεσήμερο. Το τσίπουρο ως γνωστόν πίνεται μόνο με καλό μεζέ. Έτσι, που μετά στο σπίτι σωρηδόν οι δικαιολογίες. «Μπα, δεν θα φάω τίποτε. Με πείραξε η ζέστη…» Και λογικά έδινες την εντύπωση πως συνέχιζες τη δίαιτα.

Το δύσκολο ήταν το βράδυ. Δεν επέτρεπε το συζυγικό ενδιαφέρον να λειτουργήσουμε σωστά. «Μπα, ο Χρήστος κάνει δίαιτα!» Κι έτσι διακόπτονταν η ροή της τσιπουροκατάνυξης. Σοβαρότατο το πρόβλημα. Ο σωστός όμως Τζουμερκιώτης επιβάλλεται ως σύζυγος να είναι και ρομαντικός. Τόσα χωριά έχουν τα Τζουμέρκα. Μια συζυγική βόλτα με το φεγγάρι σε ρομαντική επικοινωνία ήταν επιβεβλημένο καθήκον. Στο αυτοκίνητο για ρομαντική περατζάδα. Αλλουκουτίζονταν στις στροφές και έπεφτε στο κρεβάτι για δυο – τρεις μέρες. Μέσα, λοιπόν και η συνέχεια….
Υπό αυτές -περιληπτικά- τις συνθήκες έπαθα, αυτό που έπαθα. Γιοκ δίαιτα… Έπαθα δηλαδή αυτό που μολόγησε η γιαγιά. Τη ρώτησε ο θρασύς εγγονός της. «Γιαγιά, κοιμήθηκες ποτέ με κανέναν ξένο;» Και η γιαγιά απάντησε: «Σ’ αφήν’, πιδάκι μ’ ο ξένος να κοιμ’θείς;». 
Τέλος, λοιπόν, η δίαιτα…

Δεν υπάρχουν σχόλια: