Δευτέρα 29 Σεπτεμβρίου 2025

«Το αηδόνι αυτό δεν τραγουδά, μού φαίνεται πως κλαίει». Για τον Ηλία Νάστο

Γράφει ο Χρήστος Α. Τούμπουρος

Αυτή είναι η αλήθεια. Ο Ηλίας, ο γιατρός, ο φίλος, ο μέγας πατριώτης, μάς «έφυγε». Ο Ηλίας Νάστος από τη Σκούπα Άρτας, εξαιρετικός γιατρός,- πέρασε όλα τα αξιώματα και έφτασε στο ανώτατο. Ο αναγνωρισμένος επιστήμονας! Φοίτησε στο Γυμνάσιο Αγνάντων. Έξι ολόκληρα χρόνια. Μας τίμησε όλους.

Ο Ηλίας, ο Ναύαρχος, ο άνθρωπος! Σε τέτοιες ώρες που η θλίψη μπουκώνει το στόμα και το χέρι ανήμπορο να γράψει κάτι, γράφω το σύνθημα. Εκεί είχαμε φτάσει. Τον παίρναμε τηλέφωνο. Να, ο διάλογος. «Ηλία …δεν έχει ασφάλιση». Και η απάντηση: «Και τι πρέπει να πεθάνει; Άμα ήταν έτσι, εμείς στα Τζουμέρκα, έπρεπε να είχαμε πεθάνει από τότε που γεννηθήκαμε. Στείλτον εδώ».

                                     Μαθητής στο Γυμνάσιο Αγνάντων.(Ο μεσαίος)

Αυτός ήταν ο Ηλίας. Με σοβαρό κοινωνικό έργο. Άνθρωπος που δεν ξέχασε ποτέ την καταγωγή του. Τζουμερκιώτης αληθινός! Ρίτα, Κωνσταντίνε και Δέσποινα. Θερμά συλλυπητήρια.  

Νοσταλγικές αναμνήσεις: Το σπίτι στο χωριό, τόση “ομορφιά” κλεισμένη σε λίγα τετραγωνικά

Τα παλιά, πέτρινα σπίτια εκπέμπουν μια ιδιαίτερη γοητεία, λες και κρατάνε μέσα τους μυστικά και ιστορίες, σαν να ναι έτοιμα να διηγηθούν ένα παρελθόν μισοξεχασμένο…

Τα σπίτια στο χωριό παλαιότερα ήταν μονώροφα και αργότερα διώροφα. Στο 1ο επίπεδο ήταν το κατώι όπου παλαιοτέρα σταβλίζονταν τα ζώα και στο 2ο επίπεδο ο χώρος της κατοικίας.

Επίσης υπήρχε εξωτερικός ξυλόφουρνος πέτρινος.Από πίσω ήταν χτισμένα μέχρι την επιφάνεια της γης και λίγο πιο επάνω με πέτρα και από το σημείο αυτό ως τη στέγη με χειροποίητα αφουρνάριστα τούβλα που συνήθως ονομάζονται πληθιά.

Οι στέγες των σπιτιών ήταν σκεπασμένες με ημισωληνωτές κεραμίδες . Το εξωτερικό μέρος των σπιτιών ήταν γυμνό χωρίς σουβά για αυτά τα λασπαχυρότουβλα που ορθώνουν τους τοίχους, τρίβονταν με την πάροδο του χρόνου από τις αλλεπάλληλες βροχοθύελλες που ξεσπούσαν κατά τη διάρκεια του χειμώνα, της άνοιξης και του φθινοπώρου. Το εσωτερικό των σπιτιών σχετικά περιποιημένο.

Νοσταλγικές αναμνήσεις: Το σπίτι στο χωριό, τόση "ομορφιά" κλεισμένη σε λίγα τετραγωνικά

Τα δωμάτια υποδοχής καθώς και τα άλλα στρώνονταν με ψάθες και αργότερα τα περισσότερα σπίτια στρώνονταν με όμορφα χαλιά που η ίδια νοικοκυρά ύφαινε στον αργαλειό της κατά την εποχή του χειμώνα τότε που κοπιάζει πια η εξωτερική εργασία . Όσο για τα έπιπλα τα σπουδαιότερα ήταν: μία άρκλα (ντουλάπα) για προφύλαξη των φαγητών, μια στρογγυλή τάβλα αντί για τραπέζι φαγητού και τρία, τέσσερα σκαμνάκια για τους επισήμους γιατί οι σπιτικοί κάθονταν πάντοτε σταυροπόδι στην ψάθα.

Τα σκεύη ήταν σχεδόν όλα από ξύλα εκτός από τις κατσαρόλες που ήτανε χάλκινες . Τα πιάτα και τα κουτάλια ήταν τα περισσότερα ξύλινα . Ονομαστή από τα ξύλινα πιάτα ήταν η τουρνευτή (καυκιά) που έτρωγαν την τσιγαριστή φασολάδα και την νόστιμη σκορδαλιά τα μεσημέρια ή στο σπίτι ή στα χωράφια.

Νοσταλγικές αναμνήσεις: Το σπίτι στο χωριό, τόση "ομορφιά" κλεισμένη σε λίγα τετραγωνικά

Το τουρνευτό επίσης κλειδοπίνακο που βρισκόταν σε πολλά σπίτια στον κάμπο που η νοικοκυρά έβαζε λίγο τυρί και μερικές ελιές, τα ασφάλιζε καλά και με λίγο ψωμί στον τρουβά ( ταγάρι) τα έστελνε για πρωινό ή για απογευματινό στο νοικοκύρη και στα παιδιά της με το τσαπί στο χέρι δούλευαν για το τίμιο ψωμί.

Λεγόταν και κονάκι

Ξενόφερτοι, στα περισσότερα μέρη, οι χτιστάδες. Ονομαστοί στο είδος αυτό κυρίως οι Ηπειρώτες και οι Λαγκαδιανοί. Δουλεύανε συντροφικά και κουβαλούσαν μαζί τους κι όλο τον απαραίτητο εξοπλισμό για τη δουλειά τους. Σε κάθε χωριό που πήγαιναν, δεν έχτιζαν μόνο ένα σπίτι, γι’ αυτό και η εργασία τους ήταν ομαδική.

Νοσταλγικές αναμνήσεις: Το σπίτι στο χωριό, τόση "ομορφιά" κλεισμένη σε λίγα τετραγωνικά

Έφερναν μαζί τους και αρκετά ζώα (κυρίως μουλάρια), για να κουβαλούν τον ασβέστη από το καμίνι, την άμμο από τις ποταμιές, την πέτρα για την τοιχοποιία την κουβαλάγανε από τα νταμάρια που δουλεύανε οι φουρνελατζήδες, το νερό από τα πηγάδια ή τις δημόσιες βρύσες και γενικά για όλες τις απαραίτητες εργασίες.

Στο άνοιγμα των θεμελίων απαραίτητο ήταν το σφάξιμο του κόκορα και στην περίπτωση που ο νοικοκύρης ήτανε πιο εύπορος, τότε αντί για κόκορα σφάζανε αρνί (πολύ παλιό έθιμο). Όταν ολοκληρωνόταν η οικοδομή, σε πολλά μέρη, όλοι οι συγγενείς κι οι φίλοι κρέμαγαν ένα μαντίλι (συνήθως μεταξωτό). Αυτά τα έπαιρναν οι χτίστες. Ήταν δίπατα. Χτισμένα τα περισσότερα με πέτρα, ξύλο ή και με πωρόλιθο. Αργότερα χρησιμοποιήθηκαν οι πλίθες (για τα φτωχόσπιτα) και τα τούβλα (για περισσότερο ευκατάστατους). Η στέγη με πλάκες πέτρας, τσίγκο ή κεραμίδια, είχε μεγάλη κλίση, για τα χιόνια και τις βροχές και προεξείχε πολύ πάνω από τις προσόψεις.

Νοσταλγικές αναμνήσεις: Το σπίτι στο χωριό, τόση "ομορφιά" κλεισμένη σε λίγα τετραγωνικά

Το πάνω πάτωμα (1ος όροφος) το ανώι και το κάτω (ισόγειο) το κατώι. Το ανώι είχε 2-3 δωμάτια και προοριζόταν για τη διαμονή της μεγάλης (συνήθως) αγροτικής οικογένειας ή για φιλοξενία για κάποιους επισκέπτες (ο Δοξάτος όπως το έλεγαν στην Καστοριά) . Δύο μεγάλα δωμάτια κι ανάμεσά τους ένα μικρό.

Νοσταλγικές αναμνήσεις: Το σπίτι στο χωριό, τόση "ομορφιά" κλεισμένη σε λίγα τετραγωνικά

Το ένα από τα 2 μεγάλα ήταν το σαλόνι του σπιτιού, με σανιδένιο πάτωμα. Το μικρό, ανάλογα με τις ανάγκες της οικογένειας, άλλαζε χρήση. Το άλλο μεγάλο δωμάτιο ήταν το πρόχειρο (με διάφορες τοπικές ονομασίες), αλλά και το πιο σημαντικό. Από εκεί ήταν και η κύρια είσοδος στο σπίτι. Όλη η λάτρα του σπιτιού, γινόταν στο πρόχειρο δωμάτιο. Επίσης εδώ δέσποζε το τζάκι, το πιο πολύτιμο μέρος (ίσως) σε μια αγροτική κατοικία. Μόνιμη παρουσία στο τζάκι η πυροστιά ή σιδεροστιά, ένας κυκλικός ή τριγωνικός μεταλλικός τρίποδας.
Αποτελούσε το βασικό εργαλείο της νοικοκυράς, γιατί πάνω σ’ αυτό έβαζε κάθε κουζινικό σκεύος (π.χ. τηγάνι, τέντζερη, τσουκάλι, ταψί, σκάρα) για να ετοιμάσει το φαγητό. Τα βοηθητικά όργανα, εκεί κι αυτά. Η μασιά, για να ανακατεύουν τα κάρβουνα κι η τσιμπίδα, για να τα πιάνουν όταν σκόρπαγαν. Ο χώρος στο γείσωμα του τζακιού ήταν πολύ χρήσιμος για τη νοικοκυρά, που τον αξιοποιούσε με τον καλύτερο τρόπο. Εκεί πάνω τοποθετούσε πράγματα αμέσου χρήσεως.

Νοσταλγικές αναμνήσεις: Το σπίτι στο χωριό, τόση "ομορφιά" κλεισμένη σε λίγα τετραγωνικά

Μια σειρά από πήλινα βάζα, στα οποία έβαζε το αλάτι, τη ρίγανη, το αλεύρι για το τηγάνισμα, το τσάι του βουνού ή τη φασκομηλιά κι ότι άλλο την εξυπηρετούσε. Δεξιά κι αριστερά υπήρχαν πολλά ξύλινα ράφια για τα χαλκώματα και τα τσουκάλια.

Επίσης πολλά καρφιά στους τοίχους, όπου κρέμαγε πολλές πάνινες σακούλες με τρόφιμα όπως τραχανά, χυλοπίτες, μπουλουγούρι, κριθαρένια παξιμάδια, σταφίδες και άλλα. Πάνω ψηλά, κρεμασμένη στα δοκάρια της σκεπής, μια πλατιά τάβλα, μήκους περίπου 2 μέτρων, που πάνω εκεί έβαζαν όλα τα καρβέλια μετά από το ξεφούρνισμα και τα σκέπαζαν μ’ ένα στενόμακρο πανί.

Νοσταλγικές αναμνήσεις: Το σπίτι στο χωριό, τόση "ομορφιά" κλεισμένη σε λίγα τετραγωνικά

Σ’ ένα άνοιγμα στον τοίχο, που είχε μετατραπεί σε ντουλάπι με εσωτερικά ράφια, τοποθετούσαν όλα τα πιατικά, τα μαχαιροπίρουνα, τα κουτάλια, τις κούπες και τα ποτήρια.
Σ’ άλλο ειδικά διαμορφωμένο χώρο, υπήρχε θέση για το βαρελάκι με το πόσιμο νερό από την κεντρική βρύση του χωριού, απ’ όπου το κουβάλαγαν. Σε μια άκρη του δαπέδου υπήρχε μια μεγάλη στάμνα με το νερό της λάτρας και στη σειρά μικρότερες στάμνες – κιούπια – διαφορετικού μεγέθους για τη γλίνα, τη ντομάτα και το πετιμέζι. Στον τοίχο κρεμασμένος κι ο σοφράς ή τάβλα, ένα χαμηλό τραπέζι, συνήθως στρογγυλό, ύψους 20 εκατοστών. Την ώρα του φαγητού το ξεκρέμαγαν και κάθονταν όλοι τριγύρω σε σκαμνάκια.

Νοσταλγικές αναμνήσεις: Το σπίτι στο χωριό, τόση "ομορφιά" κλεισμένη σε λίγα τετραγωνικά

Η σάλα του σπιτιού δεν πολυπατιότανε. Προοριζόταν για τους μουσαφίρηδες. Οι πλούσιες οικογένειες είχαν σιδερένια κρεβάτια, ενώ οι φτωχοί είχαν ξύλινες σανίδες για να μπαίνει πάνω το στρώμα, συνήθως από άχυρο.

Σ’ αυτό το δωμάτιο, αριστερά της εισόδου και πάνω ψηλά δέσποζε το εικονοστάσι, με τις εικόνες και τα στέφανα των νοικοκυραίων.

Νοσταλγικές αναμνήσεις: Το σπίτι στο χωριό, τόση "ομορφιά" κλεισμένη σε λίγα τετραγωνικά

Πιο πέρα, ο μεγάλος γιούκος με όλα τα στρωσίδια καλοδιπλωμένα και τοποθετημένα προσεκτικά το ένα πάνω στο άλλο. Βελέντζες, μπατανίες, χράμια και το πάπλωμα για τους επισκέπτες, όλα σκεπασμένα με μια μεγάλη φανταχτερή μπατανία. Ντουλάπα με τη σημερινή μορφή δεν υπήρχε. Τα ρούχα της οικογένειας βρίσκονταν σε ένα παραπέτασμα κρυμμένα με μια μπατανία κι αυτά. Σ’ ένα μπαούλο (φορτσέρι, σεντούκι), κλειδώνονταν αντικείμενα κάποιας αξίας, αχρησιμοποίητος ρουχισμός & πολλές φορές τα γλυκά του σπιτιού.
Ένα μεγάλο τραπέζι στο μέσο του δωματίου, σκεπασμένο μ’ ένα κεντημένο τραπεζομάντιλο, και γύρω-γύρω καρέκλες. Κυρίαρχη θέση πάνω στο τραπέζι ή στον τοίχο κρεμασμένη, είχε η λάμπα πετρελαίου (λουσέρνα), που άναβε στη κυριολεξία με το σταγονόμετρο καθώς το πετρέλαιο ήταν πολύ ακριβό για τα δεδομένα της εποχής.

Νοσταλγικές αναμνήσεις: Το σπίτι στο χωριό, τόση "ομορφιά" κλεισμένη σε λίγα τετραγωνικά

Στην πρόσοψη του σπιτιού δέσποζε η λόντζα, χαγιάτι ή το λιακό, ένα είδος βεράντας που αποτελούσε και την είσοδο στο ανώι. Ανάλογα με το ύψος της οικοδομής ήταν και το ύψος της σκάλας για τη λόντζα.

Το κατώι προοριζόταν κυρίως για τα ζώα. Η χρησιμότητά τους ήταν μοναδική. Ήτανε λοιπόν επόμενο να τα φροντίζουν πολύ. Για τον ίδιο λόγο, η απώλεια κάποιου ζώου, αποτελούσε βαρύ πλήγμα για την οικογένεια που το έχανε. Αν κάποια οικογένεια δεν μπορούσε να φτιάξει δίπατο σπίτι, τότε για τα ζώα κατασκεύαζε ένα καλυβάκι. Δεμένα με τέτοιο τρόπο, ώστε το ένα να μην ενοχλεί το άλλο. Σε κάποιο χώρο έβαζαν το άχερο, τη βρώμη και το σανό. Ένα μικρό τμήμα του κατωγιού τον χρησιμοποιούσε η οικογένεια το χειμώνα. Στο κατώι υπήρχε επίσης το βαγένι με το κρασί, και στον τοίχο κρεμασμένες οι πλεξούδες με τα κρεμμύδια και τα σκόρδα.

Νοσταλγικές αναμνήσεις: Το σπίτι στο χωριό, τόση "ομορφιά" κλεισμένη σε λίγα τετραγωνικά

Για 2 ζώα υπήρχε ξεχωριστός χώρος. Ο λώζος για το γουρούνι και το κοτέτσι για τις κότες. Μάλιστα, για να μην ξενογεννάνε οι κότες, μέσα στο κοτέτσι τους έφτιαχναν ένα ειδικό χώρο κι εκεί απαραιτήτως έβαζαν ένα αβγό, το φώλι ή φώλο, για να το βλέπει και να μπαίνει η κότα να γεννήσει εκεί. Και στον λώζο και στο κοτέτσι, απαραίτητη η κορύτα γεμάτη με νερό.
Στην αυλή, τέλος, αποθηκεύονταν σε ντάνες (τρακάδες) τα ξύλα και τα κλαριά για τις ανάγκες του σπιτιού.

Νοσταλγικές αναμνήσεις: Το σπίτι στο χωριό, τόση "ομορφιά" κλεισμένη σε λίγα τετραγωνικά

Σε κάποιο σημείο δέσποζε ο φούρνος, απαραίτητος για κάθε σπίτι κι αυτό γιατί εκείνη την εποχή δεν υπήρχε έτοιμο ψωμί, ούτε επαγγελματίας φούρναρης.

dinfo.gr

https://xiromeropress.gr

Κυριακή 28 Σεπτεμβρίου 2025

Του γεφυριού της 'Αρτας. Απολαύστε όλα τα video





Απολαύστε τα video














Γεφύρι της Άρτας
To Γεφύρι της Άρτας (στην λαϊκή παράδοση γιοφύρι της Άρτας) είναι λιθόκτιστη γέφυρα του ποταμού Αράχθου, του 17ου αιώνα μΧ, στην πόλη της Άρτας, που έγινε πασίγνωστη από το ομώνυμο θρυλικό δημοτικό τραγούδι που αναφέρεται στην "εξ ανθρωποθυσίας" θεμελίωσή του. Ο ίδιος όρος αποτελεί επίσης σύγχρονη μεταφορική έκφραση όταν αναφέρονται έργα τα οποία αργούν να ολοκληρωθούν όπως και στο θρύλο του τραγουδιού ("Ολημερίς το χτίζανε, το βράδυ εγκρεμιζόταν").

Η Ιστορία του Γεφυριού της Άρτας 
Το πέτρινο γεφύρι της Άρτας, είναι το πιο ξακουστό στην Ελλάδα και αυτό βέβαια το χρωστάει στο θρύλο για τη "θυσία της γυναίκας του πρωτομάστορα", που η λαϊκή μούσα τον έκανε τραγούδι. Η αρχική κατασκευή του γεφυριού τοποθετείται στα χρόνια της κλασικής Αμβρακίας επί βασιλέως Πύρρου Α. Αυτό είναι φυσικό, δεδομένου ότι σε αυτά τα μέρη αναπτύχθηκε αξιόλογος πολιτισμός από τα προχριστιανικά ακόμη χρόνια. Συνεπώς, οι αρχαίοι Αμβρακιώτες είχαν ανάγκη να κατασκευάσουν στο σημείο αυτό κάποιο πέρασμα, γεφύρι, έργο που ασφαλώς θα βελτιώθηκε στα Ελληνιστικά χρόνια, όταν ο βασιλιάς Πύρρος Α' έκανε την Αμβρακία πρωτεύουσα του κράτους του, κι ακόμη αργότερα - στα ρωμαϊκά χρόνια - με την άνθηση της διπλανής Νικόπολης και την αύξηση της εμπορικής κίνησης. Τη σημερινή του μορφή, το Γεφύρι της Άρτας απέκτησε το έτος 1602-1606 μΧ. Οι πληροφορίες αναφέρουν ότι τη χρηματοδότηση της κατασκευής του Γεφυριού της 'Αρτας έγινε από έναν Αρτινό παντοπώλη, τον Ιωάννη Θιακογιάννη ή Γυφτοφάγο, ο οποίος προφανώς είχε εμπορικές δραστηριότητες και είχε ενδιαφέρον για τη διάβαση του Αράχθου ποταμού από τα μουλάρια με τα φορτία του. Δυστυχώς τα στοιχεία που μας παρέχουν οι αρχαίες πηγές είναι ελάχιστα και γι' αυτό είμαστε αναγκασμένοι να στηριχθούμε για τη μελέτη του στο ίδιο το κτίσμα.




Περιγραφή του γεφυριού της Άρτας 
Το σημερινό μήκος του πέτρινου γεφυριού της Άρτας φτάνει στα 145 m, και το πλάτος του είναι 3,75 m. Οι τέσσερις ημικυκλικές καμάρες δεν έχουν καμία συμμετρία μεταξύ τους. Τα βάθρα του είναι κτισμένα με μεγάλους κανονικούς λίθους κατά το ισοδομικό σύστημα, με επίστεψη, έτσι που θυμίζουν τοιχοποιία ελληνιστικών μεγάρων. Αυτή λοιπόν η δομή των βάθρων μαρτυρεί ότι το γεφύρι θεμελιώθηκε κατά τους ελληνιστικούς χρόνους, και - κατά την άποψη του μελετητή Γιάννη Τσούτσινου - πιθανότατα είναι έργο του Πύρρου Α (3ος π.χ. αιώνας). Σύμφωνα με διαπιστώσεις του Φ. Πέτσα, αρχαιολόγου που παρακολούθησε τις εκσκαφές για τη στήριξη σιδερένιας γέφυρας πλάι στην παλιά στα χρόνια της κατοχής, το ίδιο χτίσιμο συνεχίζεται μέχρι τα κατώτατα θεμέλια του γεφυριού. Πάνω σ' αυτά τα βάθρα, κατά την άποψη ορισμένων μελετητών, κτίστηκαν κατά τη Βυζαντινή εποχή (πρώτη περίοδος του Δεσποτάτου της Ηπείρου) ή κατά την άποψη άλλων στην πρώτη μεταβυζαντινή περίοδο, τέσσερις μεγάλες καμάρες, μεταξύ των οποίων παρεμβλήθηκαν στα ποδαρικά τους καθώς και στα ακρινά σκέλη του γεφυριού οκτώ συνολικά μικρά τοξωτά ανοίγματα, για να διοχετεύονται τα νερά σε περίπτωση πλημμύρας.Η τοιχοποιία της πολύ ωραία είναι ομοιόμορφη με μικρούς κανονικούς λίθους. Φαίνεται ότι η μεγαλύτερη καμάρα, που λόγω του ανοίγματός της ήταν περισσότερο επισφαλής, από άγνωστη αιτία γκρεμίστηκε και ξαναχτίστηκε στην τουρκοκρατία, και είναι ακριβώς αυτή η ανακατασκευή της ψηλής καμάρας που γέννησε το θρύλο της στοίχειωσης της γυναίκας του πρωτομάστορα και το αντίστοιχο δημοτικό τραγούδι. Σύμφωνα με σωσμένες γραπτές μαρτυρίες η κατασκευή αυτή έγινε το έτος 1612 μΧ, οι εργασίες κράτησαν τρία χρόνια, μέχρι το 1615 μΧ και η νέα καμάρα έγινε ακόμη ψηλότερη.

Το Λαογραφικό Μουσείο Άρτας που βρίσκεται ακριβώς δίπλα στη γέφυρα ήταν το παλιό Οθωμανικό Τελωνείο και κτίσθηε με σχέδια του γνωστού αρχιτέκτονα Ερνστ Τσίλερ. Οι κάτοιοι διήρχοντο από την Ανατολική Ελληνική πλευρά στήν Δυτική Οθωμανική με χρήση διαβατηρίου, μέχρι τό έτος 1912 

Το γεφύρι της Άρτας μετά την απελευθέρωση
Το έτος 1881, όταν απελευθερώθηκε de jure (με συμφωνία) η Άρτα, το γεφύρι ήταν το σύνορο της ελεύθερης Ελλάδας με την τουρκοκρατημένη Ελλάδα. Το διώροφο νεοκλασικό κτίριο στο δυτικό άκρο του γεφυριού, που κτίστηκε το έτος 1864 μΧ από αυστριακό αρχιτέκτονα και σήμερα στεγάζει το Λαογραφικό Μουσείο Άρτας, αρχικά χρησιμοποιήθηκε ως Οθωμανικό φυλάκιο της Γέφυρας και αργότερα, μετά το έτος 1881 μΧ, ως μεθοριακός σταθμός, Τελωνείο των Τούρκων. Στο τέλος της δεκαετίας του 1930 πλάϊ στα αρχαία βάθρα προστέθηκαν και τσιμεντένια - αισθητικά εκτρώματα - για τη στήριξη ξύλινης αρχικά γέφυρας, την οποία οι Γερμανοί κατακτητές, ενίσχυσαν με σιδηροδοκούς για τη διέλευση των οχημάτων τους. Στις 23 Σεπτεμβρίου 1944 όταν οι Γερμανοί ναζί αποχώρησαν, διέταξαν να ανατιναχθεί το πέτρινο Γεφύρι της Άρτας, αλλά ο γερμανός σαμποτέρ προφανώς εκτίμησε το μέγεθος του εγκλήματος, δεν υπάκουσε στη διαταγή και το γεφύρι σώθηκε. Άλλη άποψη αναφέρει ότι κάποιος Γερμανός στρατιώτης Λούντβιχ, μάλλον αρχαιολόγος, γύρισε κρυφά πίσω και απενεργοποίησε τον εκρηκτικό μηχανισμό. Το έτος 1945 κατασκευάσθηκε κανονική σιδηρογέφυρα η οποία σε συνδυασμό με τις χονδροειδείς τσιμεντοβάσεις της κατέστρεψε τη βόρεια όψη του παλιού γεφυριού. Μόλις πριν λίγα χρόνια, την δεκαετία του 80, επί εποχής υπουργού Πολιτισμού Μελίνας Μερκούρη, απαλλάχτηκε το μνημείο απ' αυτούς τους «κακοήθεις όγκους» του και με τις εργασίες στερέωσης ξαναβρήκε την αρχική του λάμψη. Έγιναν σημαντικές στερεωτικές εργασίες και πολλές τσιμεντενέσεις. Μετά την κατασκευή του υδροηλεκτρικού φράγματος της ΔΕΗ στο Πουρνάρι του Πέτα, από Σοβιετική Εταιρεία κατά τα έτη 1976-1981 δεν υπάρχει πλέον συνεχής ροή στο ποτάμι του Αράχθου. Έτσι «το μνημείο έπαψε να δροσίζει τα πόδια του, κατάντησε εκκλησιά χωρίς εικόνες, βρύση χωρίς νερό» όπως έχει γραφεί γλαφυρά. Το έτος 1983 για τον ίδιο λόγο της ακανόνιστης ροής υδάτων το γεφύρι διέτρεξε θανάσιμο κίνδυνο και τότε τοποθετήθηκαν σειρές από ενσύρματες κροκάλες στον πυθμένα της κοίτης.





Ο Γέρικος Πλάτανος του Αλή Πασά Τεπελενλή
Στην ανατολική όχθη του Αράχθου, κοντά στην αρχή της γέφυρας, μπροστά στην ταβέρνα-καφετέρια «Πρωτομάστορας» σώζεται ο μεγάλος πλάτανος του Αλή Πασά. Λέγεται ότι στον ίσκιο του καθόταν ο Αλή Πασάς Τεπελενλής και απολάμβανε κρεμασμένους απ' τα κλαδιά του όσους είχε καταδικάσει σε θάνατο με απαγχονισμό. Σ' αυτό το μακάβριο θέαμα μας μεταφέρει το δημοτικό τραγούδι: «Τι έχεις καημένε πλάτανε και στέκεις μαραμένος με τις ριζούλες στο νερό; Αλή πασάς επέρασε και δεν μπορώ να πιώ».

Το Γεφύρι της Άρτας και ο σχετικός Θρύλος 
Η γέφυρα αυτή, κατά τον Χρονογράφο της Ηπείρου, είναι κτίσμα των προ Χριστού Ρωμαϊκών χρόνων. Σύμφωνα όμως με μερικές παραδόσεις, κτίσθηκε όταν η Άρτα έγινε πρωτεύουσα πόλη στο Δεσποτάτο της Ηπείρου, ίσως και επί Δεσπότη Μιχαήλ Β' Δούκα. Ως χρονολογία οικοδόμησης φέρονται κατ' άλλους το 1602 και κατ' άλλους το 1606. Ο Μητροπολίτης Άρτας Σεραφείμ Ξενόπουλος ο Βυζάντιος έχει σημειώσει ότι αυτή κτίσθηκε κατά μία παράδοση από κάποιον Αρταίο ορθόδοξο παντοπώλη. Κατά το δημοτικό τραγούδι που ανήκει στα άσματα του ακριτικού κύκλου, 1300 κτίστες, 60 μαθητές, 45 μάστοροι (μηχανικοί) υπό τον Αρχιμάστορα, προσπαθούσαν να κτίσουν τη γέφυρα της οποίας τα θεμέλια κάθε πρωί ήταν κατεστραμμένα. Τελικώς -σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση- ένα πτηνό με ανθρώπινη φωνή γνωστοποίησε πως για να στεριώσει η γέφυρα απαιτείται η ανθρωποθυσία της συζύγου του Πρωτομάστορα. Το οποίο και έγινε με κατάρες που καταλήγουν σε ευχές.





Το τραγούδι αυτό είναι γραμμένο σε δεκαπεντασύλλαβο (πολιτικό στίχο). Η ιστορική έρευνα διατυπώνει ότι ο θρύλος αυτός έκρυβε πολλά χρόνια μια ιστορική αλήθεια για την περιοχή της Άρτας και γενικότερα της Ηπείρου. Όταν χρειάστηκε να περάσει από τη περιοχή μεγάλη δύναμη τουρκικού στρατού ζητήθηκε η βοήθεια των κατοίκων για τη δημιουργία μιας γέφυρας. Τότε προστρέξανε πάρα πολλοί δηλώνοντας ότι γνωρίζουν να κτίζουν, προκειμένου να κερδίσουν κάποια εύνοια. Όταν όμως έμαθαν οι κάτοικοι το σκοπό για τον οποίο θα πέρναγε το τουρκικό ασκέρι πήγαιναν τη νύκτα και γκρέμιζαν ότι την προηγούμενη οι ίδιοι είχαν φτιάξει. Όταν οι Τούρκοι ζήτησαν να μάθουν γιατί αργεί τόσο πολύ το έργο εκείνοι απάντησαν ότι τελικά είναι στοιχειωμένο το μέρος πιστεύοντας ότι οι Τούρκοι ή δεν θα περνούσαν ή ότι θα επέστρεφαν. Τότε ο τούρκος διοικητής (πουλάκι) διέταξε τη σύλληψη του Πρωτομάστορα και της γυναίκας του και τη θανάτωσή τους. Τότε φοβούμενοι όλοι οι άλλοι εμπλεκόμενοι στο έργο της ανέγερσης Έλληνες για τη τύχη που θα τους περίμενε έσπευσαν και ολοκλήρωσαν το γεφύρι συνοδεύοντας με κατάρες το τουρκικό ασκέρι αναπολώντας την αλλοτινή δόξα της φυλής που επί Μ. Αλεξάνδου έφθασαν από Δούναβη μέχρι Ευφράτη. Μετά όμως την εθνεγερσία του 1821 και αναμένοντας την απελευθέρωσή τους από τον ελληνικό στρατό (αδελφό στη ξενιτιά) οι προηγούμενες κατάρες έγιναν ευχές.

Το δημοτικό ποίημα:
Της Άρτας το Γιοφύρι «Παρά πλείστοις λαοίς επικρατεί η δοξασία, ότι προς στερέωσιν και προφύλαξιν από οιουδήποτε κινδύνου παντός κτίσματος, απαιτείται να προσηλωθή εις αυτό ζώον, κατορρυτόμενον εις τα θεμέλια ή εντειχιζόμενον· όσον δε ευγενέστερον είναι το ζώον, τόσον μεγαλυτέραν θεωρείται ότι έχει δύναμιν προς προστασίαν του Κτίσματος».

Σε τέτοια παράδοση στηρίζεται και το πανελλήνια γνωστό δημοτικό τραγούδι του γιοφυριού της Άρτας.

Σαράντα πέντε μάστοροι κι εξήντα μαθητάδες

γιοφύρι εθεμέλιωναν στης Άρτας το ποτάμι.

Ολημερίς το χτίζανε, το βράδυ εγκρεμιζόταν.

Μοιριολογούν οι μάστοροι και κλαιν οι μαθητάδες:

"Αλοίμονο στούς κόπους μας, κρίμα στις δούλεψές μας,

ολημερίς να χτίζουμε το βράδυ να γκρεμιέται."

Πουλάκι εδιάβη κι έκατσε αντίκρυ στό ποτάμι,

δεν εκελάηδε σαν πουλί, μηδέ σαν χηλιδόνι,

παρά εκελάηδε κι έλεγε ανθρωπινή λαλίτσα:

"Αν δε στοιχειώσετε άνθρωπο, γιοφύρι δε στεριώνει,

και μη στοιχειώσετε ορφανό, μη ξένο, μη διαβάτη,

παρά του πρωτομάστορα την όμορφη γυναίκα,

που έρχεται αργά τ' αποταχύ και πάρωρα το γιόμα."


Τ' άκουσ' ο πρωτομάστορας και του θανάτου πέφτει.

Πιάνει, μηνάει της λυγερής με το πουλί τ' αηδόνι:

Αργά ντυθεί, αργά αλλαχτεί, αργά να πάει το γιόμα,

αργά να πάει και να διαβεί της Άρτας το γιοφύρι.
Και το πουλι παράκουσε κι αλλιώς επήγε κι είπε:
"Γοργά ντύσου, γοργά άλλαξε, γοργά να πας το γιόμα,
γοργά να πας και να διαβείς της Άρτας το γιοφύρι."

Να τηνε κι εξαναφανεν από την άσπρην στράτα.
Την είδ' ο πρωτομάστορας, ραγίζεται η καρδιά του.
Από μακριά τους χαιρετά κι από κοντά τους λέει:
"Γειά σας, χαρά σας, μάστοροι και σεις οι μαθητάδες,
μα τι έχει ο πρωτομάστορας και είναι βαργιομισμένος;
"Το δαχτυλίδι το 'πεσε στην πρώτη την καμάρα,
και ποιος να μπει, και ποιος να βγει, το δαχτυλίδι νά 'βρει;"
"Μάστορα, μην πικραίνεσαι κι εγώ να πά σ' το φέρω,
εγώ να μπω, κι εγώ να βγω, το δαχτυλίδι νά 'βρω."
Μηδέ καλά εκατέβηκε, μηδέ στη μέση επήγε,
"Τράβα, καλέ μ' τον άλυσο, τράβα την αλυσίδα
τι όλον τον κόσμο ανάγειρα και τίποτες δεν ήβρα."

Ένας πηχάει με το μυστρί κι άλλος με τον ασβέστη,
παίρνει κι ο πρωτομάστορας και ρίχνει μέγα λίθο.
"Αλίμονο στη μοίρα μας, κρίμα στο ριζικό μας!
Τρεις αδελφάδες ήμαστε, κι οι τρεις κακογραμμένες,
η μια 'χτισε το Δούναβη, κι η άλλη τον Αφράτη
κι εγώ η πλιό στερνότερη της Άρτας το γιοφύρι.
Ως τρέμει το καρυόφυλλο, να τρέμει το γιοφύρι,
κι ως πέφτουν τα δεντρόφυλλα, να πέφτουν οι διαβάτες."

"Κόρη, το λόγον άλλαξε κι άλλη κατάρα δώσε,
πο 'χεις μονάκριβο αδελφό, μη λάχει και περάσει."
Κι αυτή το λόγον άλλαζε κι άλλη κατάρα δίνει:
"Αν τρέμουν τ' άγρια βουνά, να τρέμει το γιοφύρι,
κι αν πέφτουν τ' άγρια πουλιά, να πέφτουν οι διαβάτες,
τί έχω αδελφό στην ξενιτιά, μη λάχει και περάσει.
Σημειώσεις
  • Μια άλλη παραλλαγή, πιο ήπια, στο επίμαχο σημείο της «βίαιης» ανθρωποθυσίας του θρύλου λέει πως μόλις έφθασε στο γεφύρι η γυναίκα του Πρωτομάστορα εκείνος:
«Ευθύς τον ίσκιο άρπαξε και παίρν΄ και τη στοιχειώνει»

Και αφού πήρε το ανάστημά της από τον ίσκιο, της λέγει:

«Σύρε, Κυρά μου, στο καλό και στη καλή την ώρα

κι όσο να πά΄ στο σπίτι της πέφτει και αποθαίνει» (Δηλαδή το ίδιο ακριβώς αποτέλεσμα αφού η γυναίκα του μένει σαν οπτασία, χωρίς πλέον ίσκιο, δεν ακούγεται όμως τόσο μακάβριο)

  • Ο συγκινησιακός φόρτος του ποιήματος με τα ανάμικτα συναισθήματα της υποταγής αλλά και της ελπίδας της ανεξαρτησίας όχι μόνο είχε ξεπεράσει τον ελλαδικό χώρο αλλά ακριβώς μέσα από τα μεγάλα «έργα» της εποχής πέρναγε και ως μήνυμα. Έτσι παραλλαγές του πέρασαν και σε άλλους βαλκανικούς λαούς ακόμη και σε ποντιακή διάλεκτο σε ανάλογες παραδόσεις. Την ελληνικότητα όμως του ποιήματος απέδειξε ο Κ. Ντίντεριχ (ή Ντίντρηχ) από τα στοιχεία που παρέχει αυτό το ίδιο το ποίημα.
  • Αξιοπρόσεκτα ακόμη λαογραφικά σημεία στο δημοτικό αυτό τραγούδι είναι η αξία του δακτυλιδιού, της βέρας, ως πετυχημένο εύρημα του ποιητή που εκτός από τα στέφανα του γάμου, δίπλα στα εικονίσματα, κανένα άλλο σύμβολο δεν θα μπορούσε να σημειώσει μεγαλύτερη επιρροή στη τότε εποχή. Επίσης το στοιχείο της πιστής συζυγικής αγάπης, αλλά και η σημασία του ξενιτεμένου και μονάκριβου αδελφού που αποτελεί πανηγυρική επανάληψη της βεβαίωσης του Ευριπίδη "Στύλοι δε οίκων παίδες άρσενες" ή όπως η αρχαία Αντιγόνη ομολογεί "Άνδρα μπορεί να πάρω οποιονδήποτε, όμως αδελφό δεν μπορώ να ξανάβρω".


Σύγχρονη χρήση / Παρομοίωση 
Στην καθομιλουμένη η φράση "Το γιοφύρι της Άρτας" χρησιμοποιείται για έργα τα οποία αργούν πολύ να τελειώσουν. Παραδείγματα: *σαν της Άρτας το γιοφύρι..., *ούτε της... Αρτας το γιοφύρι να ήταν!, *...κάτι σαν γιοφύρι της Αρτας, αν συλλογιστούμε πόσες φορές σχεδιάστηκε, κτίστηκε, γκρεμίστηκε, ξανασχεδιάστηκε..., *Σε σύγχρονο «γιοφύρι της Αρτας» εξελίσσεται το σχέδιο.... Επίσης έτσι είχαν χαρακτηριστεί, κατά καιρούς, από τον ελληνικό ημερήσιο τύπο διάφορα δημόσια έργα όπως οι διαμορφώσεις των πλατειών Ομόνοιας και Συντάγματος της Αθήνας, η έναρξη λειτουργίας δύο Νοσοκομείων (Θεσσαλονίκης και Ελευσίνας), το αεροδρόμιο των Σπάτων και ο σχεδιασμός του Μετρό της Αθήνας που κράτησε 30 χρόνια όσο δηλαδή η ανέγερση της μεγαλύτερης πυραμίδας της Αιγύπτου.

Λογοτεχνικές Επιρροές
Το Γεφύρι της Άρτας έχει γίνει πηγή έμπνευσης για πολλούς συγγραφείς και με βάση αυτό έχουν γραφεί αρκετά έργα, όπως:
  • Μπάμπης Δερμιτζάκης: «Τα τρία Γεφύρια της Άρτας» και
  • Μπάμπης Δερμιτζάκης: «Το γεφύρι με τις τρεις καμάρες»,
  • «Το γιοφύρι της Άρτας» του Ηλία Βουτιερίδη, περιοδικό «Νουμάς», 1905
  • «Το ανεχτίμητο» του Παντελή Χορν δημοσιευμένο σε ανεξάρτητο τόμο μαζί με το μονόπραχτό του «Ο ξένος», 1906
  • «Ο Πρωτομάστορας», τραγωδία που έγραψε ο Νίκος Καζαντζάκης το 1909, μελοποίησε ο Μανώλης Καλομοίρης και παίχτηκε στην Αθήνα το 1916
  • «Θυσία της Άρτας» του Στέλιου Σεφεριάδη
  • «Της Τρίχας το γεφύρι» του Παν. Φωτιάδη, 1927
  • «Τη Τρίχας το Γεφύρ'» του Θόδωρου Κανονίδη, 1930
  • «Γεφύρι της Άρτας» του Γ. Θεοτοκά, 1942
  • «Η Γυναίκα του Πρωτομάστορα», του Φίλωνος Κτενίδη, στην ποντιακή διάλεκτο, 1950
  • «Το Γεφύρι της Άρτας» του Γιάννη Ανδρίτσου, 1960
  • «Το γεφύρι με τις τρεις καμάρες» του Αλβανού συγγραφέα Ισμαήλ Κανταρέ, 1989