Εκείνο
τό γλυκό απόβραδο του Ιούνη, σ΄ένα
ημιορεινό χωριό -Αρχοντοχώρι( Ζάβιτσα)-
της Ακαρνανίας, σε χρόνο πριν μισό αιώνα,
σ’ένα πέτρινο σπίτι, μόλις οι γονείς
κατάκοποι επέστρεψαν από το θερισμό,
ακούστηκε το ουρλιαχτό του μικρού τους
γιού, πού έπαιζε στην αυλή.
Τον
είχε τσιμπήσει στό χέρι σκορπιός.
Τον
πρόλαβε ο πατέρας, πρίν χαθεί στις
πέτρες, τόν πάτησε και τον σκότωσε.
Μαζεύτηκε
όλο το χωριό, η μάνα έτρεμε, κρατούσε
σφιχτά αγκαλιά το σπλάχνο της πού σπαραζε
και βογκούσε, τα τέσσερα μεγαλύτερα
αδέλφια έκλαιγαν και φοβόντουσαν κι' ο
πατέρας απελπισμένος ρωτούσε τους
συγγενείς καί μονολογούσε με απόγνωση...
τι νά κάνουμε τώρα; Πώς να σώσουμε τό
παιδί μας;
Σ΄εκείνο
τόν σκληρό άγονο τόπο, που ζούσαν πάνω
από 1200 σκληραγωγημένες στερημένες
ψυχές, δεν υπήρχε γιατρός,φαρμακείο,
νοσοκόμα, δεν έρχονταν εκεί ασθενοφόρο,
ούτε υπήρχε κανένα αυτοκίνητο διαθέσιμο
να τον πάει στο Αγρίνιο.
Τό
ένα καί μοναδικό μικρό “λεωφορείο” με
την μεγάλη σκουροπράσινη μούρη –
μετατροπή παλιού φορτηγού- του καλού,
δοτικού καί πάντα διαθέσιμου ανθρώπου
Δημητράκη Μπαλώσου, πού άντεχε στούς
επικίνδυνους εκείνους κακοτράχαλους
χωμάτινους δρόμους, βρισκόταν στο
Μεσολόγγι.
Ακόμα
κι΄ ο θεός άμα περνούσε καβαλάρης από
κείνα τα άγρια μέρη, σπάνια ξεπέζευε
για να δεί καί να μάθει πως ζούν ετούτοι
θνητοί, οι ριζωμένοι σέ λιθάρια ,
αγραπιδιές, φρύγανα κι’ ασφάκες.
Καί
έτσι αναγκαστικά την τύχη του μικρού,
καθόριζαν πλέον οι αντοχές των κυττάρων
του, οι μοίρες, οι άγιοι κι η ποσότητα
του δηλητηρίου.
Η
πρακτική μαμή, καθησύχαζε η φουκαριάρα,
όσο μπορούσε, λέγοντας ότι <<ήταν
μικρός ο σκορπιός και το παιδί -κι’ας
είναι αδυνατούλη- μάλλον δεν θα πεθάνει.>>
Η
θειά Γιαννούλα, η γειτόνισσα, πού τ’
αγαπούσε πολύ τούτο το παιδί καί το’χε
πολλές φορές βυζάξει όταν η μάνα του
δεν είχε γάλα, ψιθυριστά προσευχόταν
γονατιστή,ακουμπώντας στην γέρικη
αμυγδαλιά, στην άκρη της μεγάλης χωμάτινης
αυλής.
Η
γριά Μέλπω, με την μαγκουρα καρυδιας,
μια κυνική γυναίκα, πού συχνά μονολογούσε
<<‘αντε να βγάλω κι’ εγώ την σειρά
μου, πολύ αργοπορώ΄’> με σκληρές
αλήθειες, πούχαν δει πολλά τα μάτια της,
με ζωές να χάνονται καί να πέφτουν σαν
τα φύλλα των δένδρων, είχε μια παράξενη
ακατανοησία τού ανθρώπινου τέλους καί
δεν φοβόταν την ανυπαρξία, ...΄έλεγε με
παρηγορητική φωνή εκεί στην αυλή‘<
Ευτυχώς δεν λέτε ..που η Αλεξάνδρα έχει
κ’άλλα τέσσερα παιδιά!>
Εκείνη
την νύχτα του χαμού,με το ολόγιωμο
φεγγάρι να φωτίζει τα κουρασμένα θλιμμένα
πρόσωπα τών ανθρώπων στή αυλή, τό ψυχικό
άυλο ολόσωμα του μικρούλη, επαιζε κρυφτό
με τόν δρεπανηφόρο αρματηλάτη, κρυβόταν
στούς θάμνους καί στούς μεγάλους βράχους,
έξω από την μεγάλη τοξωτή πύλη τού άλλου
κόσμου καί φώναζε στόν θυρωρό τόν
Πέτρο,να βάλει διπλά τα μάνταλα, να μήν
ανοίξει η πόρτα.
Στήν
μέση του σπιτιού να τό φωτίζει ισχνά
μιά λάμπα πετρελαίου, στην αγκαλιά τής
λιπόσαρκης, ανθεκτικής μάνας- καί γύρω
γύρω οι γυναίκες συγγενείς με τα
γιατροσόφια- (γάλα σύκου στην δαγκωματιά,
ζουμί να πιει από βρασμένο αμάραντο,τσουκνίδα
καί βασιλικό, για να φύγει τό κακό) ο
μικρούλης βογκούσε, ούρλιαζε από τους
αφόρητους πόνους, έκλαιγε, ίδρωνε,
δυσκολανάσαινε καί συνέχεια φώναζε,
έλεγε, μουρμούριζε, εκλιπαρούσε .. Μάνα
πονάω! Μάνα σταμάτα τό πόνο!
Κι΄εκείνη
η έρμη, σε άλλη απόκοσμη διάσταση οδύνης,
το φιλούσε,το έλουζε αθελά της με τα
δακρυά της, το χάιδευε και ικετευτικά
παρακαλούσε την Παναγιά, να μην αφήσει
τό σπλάχνο της να περάσει την χαρακιά.
<Πού
να σε κρύψω γιόκα μου, να μην σε βρεί ο
χάρος!>> αυτή η βασανιστική έγνοια,
ήταν τό σύμπαν όλο.
Και
κάπου το ξημέρωμα, τήν ώρα πού βγαίνει
ο αυγερινός…...κατέβηκε ο μικρούλης απ’
τόν Γολγοθά, ο σταυρωτής ξέμεινε από
καρφιά, ,ο πόνος λιγόστεψε κι’ έγινε
ήσυχος αναστεναγμός, …..πέρασε το
δηλητήριο, επέζησε το παιδί και με ήρεμη
ανάσα, αγγελικά αποκοιμήθηκε
,..κουρνιάζοντας στη αγκαλιά της, στ’
απάνεμο αυτό λιμάνι, που δένουν άφοβα
τα χρωματιστά όνειρα,και γεμίζουν οι
καρδιές συμπυκνωμένα συναισθήματα,
εκεί που ευωδιάζουν αρώματα, από στάχια
σιταριού, προζύμι, δάκρυα καί ηλιοκαμένο
χώμα.
Στό
ηλιόλουστο πρωινό ,μές την απόλυτη σιωπή
–όλοι οί άλλοι, μικροί μεγάλοι -αν καί
άγρυπνοι, αλλά ήσυχοι πιά- έφυγαν για
τα σπαρτά, τ’ αλώνια καί τίς θυμωνιές.-
άκουγε η μάνα τούς μουσικούς χτύπους
της καρδιάς τού μελαχρινού αγοριού, μέ
τα λεπτά χεράκια καί τα πεταχτά αυτιά
καί χόρευε από χαρά η ψυχή της, ανάσανε
τό παιδί καί μύρωνε με αγίασμα η ύπαρξή
της.
Ξύπνησε
μετά από ώρες ο μικρός ,αργά το απόγευμα,
όταν ο ήλιος πήγαινε να δύσει πέρα απ
τήν Ιθάκη καί κάποιες ηλιαχτίδες πέρασαν
απ’τό παραθύρι, έλουσαν τα μαλλιά καί
χρύσωσαν τό προσωπό του.
Ξύπνησε
εκεί ακριβώς πού αποκοιμήθηκε …στη
απαλή, ασφαλή, γενναιόδωρη αγκαλιά της
μάνας .
Δεν
το άφησε το βλαστάρι της ούτε στιγμή,
μήτε να πιεί μια σταλαγματιά νερό, ούτε
για μια χαψιά ψωμί , μήτε ένα δράμι ύπνο
χάρισε στόν ευατό της.
Όταν
επιτέλους άνοιξε τά αθώα ματάκια του,
….αντίκρυσε το αξέχαστο συγκλονιστικό
, μεθυστικό βλέμμα της μάνας, ….με την
μυστική συνταγή τών ανείπωτων συναισθημάτων
…με την απεριόριστη αποδοχή, χωρίς
όρους ,όρια, συνθήκες, προυποθέσεις,
περιορισμούς και επιταγές, χωρίς κριτήρια
ομορφιάς,αξίας ή εξυπνάδας ,η απόλυτη
αγάπη, το φώς της οικουμένης, η ευτυχία
της μόνο και μόνο πού ζεί καί υπάρχει.
Αυτή
ήταν η μάνα μου, η καρτερική, συμπονετική,
η μεγαλόκαρδη, η μεγαλόψυχη, η γλυκοφιλούσα
μάνα,.
πού
ολημερίς κόπιαζε καί ίδρωνε να θρέψει
τα παιδιά της κι΄ολονυχτίς τούς ύφαινε
καί έραβε τα φτερά τους.
Η
μάνα με τα δέκα χέρια καί τις πέντε τίς
καρδιές, τα τρία παλιοκαιρισμένα
φορέματα,
το’να
ήταν μαύρο, τ’άλλο καφετί τό τρίτο τόχε
γιά καλό κι ειχε χρώμα βαθύ μπλέ θαλλασινό,
ένα
άσπρο μαντήλι στα μαλλιά καί τήν λάμψη
τ’ουρανού, σε κάθε της ματιά.
Κι΄εγώ
είμαι ο γιός της, ο τότε μικρούλης, ο
πονεμένος απ τόν σκορπιό, πού εκείνη
μ΄ανάστησε καί με μεγάλωσε να σεργιανήσω
-με αξιοπρέπεια, τιμή καί σεβασμό - στίς
γειτονιές αυτού τού κόσμου.
ΥΓ:
Η σημερινή χειμωνιάτικη κατάδυση στά
σοκάκια της ψυχής με την πυκνή μνήμη, ο
εσωτερικός λυγμός, ο κόμπος στό λαιμό,
τό αφανέρωτο δάκρυ που μαρτυράει την
αλήθεια καί σε δένει μέ τόν αδιάσπαστο
ομφάλιο λώρο,που καταργεί το φράγμα τού
χρόνου και τού χώρου, ...έρχονται την
ίδια μέρα ,πού η μάνα κοιμήθηκε τον
αιώνιο ύπνο της μοίρας της, την ώρα και
στιγμή που καταργήθηκαν όλες οι στιγμές
της, σώθηκε τό λάδι στό καντήλι καί
φυγαδεύτηκε για πάντα στόν αδιανόητο,
άγνωστο, αναπάντητο χρόνο.
Στο
εσπερινό λιγοστό κιτρινοπό φως τής
παγωμένης εκείνης μέρας του Φλεβάρη,
μέσα την αραιή ομίχλη του Αχέροντα ,
όρθιος ο βαρκάρης με την πορφυρένια
καλή του φορεσιά, νωχελικά κωπηλατούσε
σιγοσφυρίζοντας μελωδικούς ψαλμούς
γιά τούς θεούς.,.. λίγοι κορμοράνοι
κολυμπούσαν δίπλα στη βάρκα του, λες
καί συνόδευαν τό πνεύμα, ...η καμπάνα τής
εκκλησιάς ψηλά στή χιονισμένη ράχη του
βουνού, ηχούσε λυπητερά αναγγέλλοντας
το μακρύ ταξίδι, καί ..στήν όχθη, στήν
άκρη τού γλυκού νερού, δίπλα στά πλατάνια,
να μοιάζουν με τα γυμνά κλαδιά τους σαν
υψωμένα χέρια προσευχής,-στέκονταν, ο
παππάς ,- με πετραχήλι, ευαγγέλιο καί
θυμιατό-- καί σιμά , τα παιδιά της
δακρυσμένα κουνούσαν άσπρα μαντίλια
αποχαιρετισμού, υμνούσαν τό μεγαλείο
της μάνας καί δοξολογούσαν την άφατη
αγάπη της.
Σπάνια
για έναν ήρωα, όπως για τον Μάρκο Μπότσαρη,
η ιστορική αλήθεια από τη μια κι ο μύθος,
η δόξα και ο θρύλος που τη συνοδεύουν
απ’ την άλλη, βρίσκονται σε τέτοια
αντιστοιχία. Η μοναδική μορφή του, με
αυτονόητη και στην περίπτωσή του, όπως
σε όλους τους μεγάλους της ιστορίας, τη
φυσική (γονιδιακή) δωρεά, σφυρηλατήθηκε
στο προεπαναστατικό καμίνι των αγώνων
του Σουλίου εναντίον των Οθωμανών και
του Αλή Πασά, όπου ανάσανε από τα
γεννοφάσκια του τη Σουλιώτικη ανδρεία,
αλλά και σημαδεύτηκε ανεξίτηλα από την
ανελέητη σφαγή των Μποτσαραίων απ’ τον
πανούργο Αλή Πασά στο Σέλτσο, παίρνοντας
εκεί το ματωμένο βάπτισμα του πυρός στα
δεκατέσσερά του χρόνια.
Για να
αναδειχτεί, μετά τη δολοφονία του πατέρα
του, Κίτσου Μπότσαρη, πολύ νέος, στα
εικοσιτρία του, σε άξιο αρχηγό της φάρας
του και λίγο αργότερα σε ασύγκριτης
ηγητορικής ποιότητας πρωτοκαπετάνιο
της εθνεγερσίας του ’21, όπως τον
πολυτραγούδησε και τον θρήνησε, μετά
το Κεφαλόβρυσο της Ευρυτανίας, η δημοτική
μας μούσα:
Να ήταν η μέρα βροχερή, σαΐνι
Μάρκο Μπότσαρη,
κι η νύχτα χιονισμένη,
Μάρκο πρωτοκαπετάνιε …
α. Το φαινόμενο
«Μάρκος Μπότσαρης»
Πέραν της
ιστορικο/πολιτιστικής «μήτρας» του
Σουλίου και των «αρχετυπικών» γνωρισμάτων
της καταγωγής του, ως φύτρας δηλαδή των
Σουλιώτικων βουνών και ως γόνου της
σκληρής Μποτσαραίϊκης φάρας, έπαιξαν
ρόλο, λιγότερο ή περισσότερο, στη
διαμόρφωση της προσωπικότητάς του
αφενός κρίσιμες παιδευτικές επιρροές
και αφετέρου κρίσιμα τραυματικά συμβάντα
της ζωής του.
• Για τις παιδευτικές
του επιρροές: Θα ξεκινήσω απ’ το ότι
δάσκαλός του στο Σούλι ήταν ο φλογερός
καλόγερος Σαμουήλ, που, κατά τον Αναστάσιο
Γούδα, μαζί με τα «ολίγιστα γράμματα»,
του ενστάλαξε στην ψυχή «εξ απαλών
ονύχων την ευσέβειαν και το προς τους
Τούρκους άσπονδον μίσος». Μπορούμε να
φανταστούμε την παιδευτική λειτουργία
της υποβλητικής μορφής του στον προνομιακά
προικισμένο και ευαίσθητο Μάρκο. Κι
ίσως όχι τόσο μ’ αυτά που τον πρωτο-δίδαξε
όσο με τη μαρτυρική επισφράγιση στο
Κούγκι αυτών που του δίδαξε και του
υπέβαλε με το παράδειγμά του ως αγωνιστικό
ήθος και στάση ζωής. Θα σταθώ επίσης
ιδιαιτέρως και σε μιαν άλλη παιδευτική
επιρροή σχετιζόμενη με την στρατηγική
του ιδιοφυία, που δεν εξηγείται μόνο
απ’ το ότι είχε τη Σουλιώτικη ανδρεία
στο «αίμα» του, όπως λέμε, ή απ’ το ότι
αναδείχτηκε στο πεδίο των πολλών
πολεμικών του μαχών, που προφανώς και
συναποτελούν το θεμέλιό της. Εννοώ τη
θητεία του στο Γαλλικό στρατό στα
Εφτάνησα, όπου βρέθηκε, έσω και για λίγο,
με τον πατέρα του μετά το μακελειό στο
Σέλτσο. Εκεί ο ευφυέστατος Μάρκος
διδάχτηκε τη σύγχρονη διεξαγωγή του
πολέμου και την αναπόσπαστη σχέση της
με την πολιτική στρατηγική, τη διπλωματία
και την κατασκοπεία, πέραν των καθαρών
πολεμικών στρατηγικών και τακτικών.
Κατά ένα τρόπο διδάχτηκε τη σύγχρονη
επαγγελματική διεξαγωγή του πολέμου
και μπόλιασε με στοιχεία της τη βιωμένη
Σουλιώτικη πολεμική εμπειρία, δημιουργώντας
μια οιονεί «σχολή πολέμου», που γρήγορα
τον ανέδειξε, με δεδομένη πάντοτε την
παροιμιώδη γενναιότητά του, καθώς
πολεμούσε πάντοτε μπροστά απ’ τα
παλικάρια του, σε μακράν κορυφαίο,
αναγνωρισμένο από φίλους και εχθρούς,
πρωτοκαπετάνιο της εθνεγερσίας του
΄21.
• Για τα πολύ κρίσιμα, επίσης,
τραυματικά συμβάντα: Ιδιαιτέρως θα
σταθώ στην προαναφερθείσα άγρια σφαγή
στο Σέλτσο. Εκεί, μόλις στην εφηβεία
του, θα μπορούσαμε να πούμε πως υπεγράφη
στον εσώτατο πυρήνα της συνείδησής του
με το πολύ αίμα των δικών του το πατριωτικό
συμβόλαιο χρέους που προσδιόρισε και
όρισε αμετάθετα τη ζωή του. Εκτιμώ,
ακόμη, πως και δυο άλλα τραύματα πρέπει,
αλλιώς το καθένα απ’ αυτά, να έπαιξαν
σημαντικό ρόλο στην ιστορική του
περπατησιά. Το ένα είναι η δολοφονία
του πατέρα του, που, αντίθετα από τα
συνήθως συμβαίνοντα, δεν τον οδήγησε
σε αντεκδικητικό μίσος, αλλά, αιρόμενος
στο ύψος των εθνικών περιστάσεων και
συμπεριφερόμενος με συγχωρητική εθνική
φρόνηση αληθινού ηγέτη, έφτασε στο
σημείο να ασπαστεί, «δια την αγάπην της
πατρίδος»,τον Γώγο Μπακόλα, φυσικό
αυτουργό της δολοφονίας, διδάσκοντας
άλλα ήθη στο αναγεννώμενο έθνος μας.
Θέλει πολύ μεγάλη καρδιά μια τέτοια
συμφιλιωτική υπέρβαση και απόλυτη
αφοσίωση στο υπέρτατο αξιακό πρόταγμα
της εθνεγερσίας, που την υπαγόρευσε. Κι
αυτό μόνο ένας Μάρκος Μπότσαρης, με το
αξεπέραστο ήθος του, μπορούσε να το
κάνει. Το άλλο τραύμα είναι το εκ του
στίγματος της συναλλαγής με τον Αλή-
Πασά του σεβάσμιου γενάρχη της φάρας
του Γιώργη Μπότσαρη, που αυτοκτόνησε
εξ αυτού στα γεράματά του. Αυτό το βάρος,
με την αποτρεπτική για την ευγενή φύση
του λειτουργία, ο μεγάλος Μάρκος το
απέσεισε με την καθ’ όλα εξαγνιστικά
υπερήφανη διαδρομή του, ιδίως όπως αυτή
επισφραγίστηκε απ’ τον ηρωϊκό επίλογο
της ζωής του, που, όπως θα πούμε πιο κάτω,
τον τοποθέτησε στο πάνθεο των ηρώων
οικουμενικής ακτινοβολίας.
β. Ο
τραγικός θρίαμβος στο Κεφαλόβρυσο
Για
μια πιο ολοκληρωμένη αίσθηση της
ιστορικής αλήθειας για τον Μάρκο
Μπότσαρη, θα έπρεπε να αναφερθώ και στις
πολλές πολεμικές μάχες του, λίγο πριν
αλλά και κατά τα δύο πρώτα χρόνια της
Εθνεγερσίας μας, όπως, για παράδειγμα,
στο Λούρο, στους Βαριάδες, στη Ρινιάσα,
τα Πέντε Πηγάδια και τα Δερβίζιανα, στο
Κομπότι, στην Πλάκα, στο Πέτα, στο
Μεσολόγγι και στο Κεφαλόβρυσο, στις
οποίες και έλαμψε ο μεγάλος στρατηγικός
του νους. Επειδή όμως δεν χωράει σε τούτη
την αναφορά, θα αρκεστώ στην υπόμνηση
του ηθικού μεγαλείου των τελευταίων
στιγμών της ζωής του, που, ως κορύφωση
της συνολικής στάσης ζωής του,
επισφραγισμένης με το ίδιο του το αίμα,
τον ανέδειξε στα μάτια Ελλήνων και ξένων
σε Λεωνίδα του νεότερου ελληνισμού.
Ενός ηθικού μεγαλείου που, με δεδομένα
τα όσα ζούμε, υπέβαλε την ιδέα του τίτλου
του παρόντος κειμένου.
Στα μέσα του
1823, με την Επανάσταση να έχει τεθεί εν
κινδύνω, καθώς ο Μοριάς σπαράσσεται από
τον εμφύλιο κι η Ρούμελη υποφέρει απ’
τις αντιζηλίες των οπλαρχηγών, ενώ ο
Μουσταή Πασάς επελαύνει με μεγάλες
δυνάμεις στη Δυτική Στερεά, ο πρωτοκαπετάνιος
του αγώνα Μάρκος Μπότσαρης δίνει ως
φυσικός ηγέτης του εγερμένου έθνους
μοναδικό μάθημα ήθους, απ’ αυτά που
διαμορφώνουν τους αξιακούς κώδικες των
λαών. Έχοντας διοριστεί στρατηγός
Δυτικής Ελλάδος και βλέποντας να
θεριεύουν οι φθόνοι για αξιώματα και
να προσφέρονται για κατευνασμό
πληθωριστικά διπλώματα στρατηγίας,
συγκέντρωσε τους Σουλιώτες συμπολεμιστές
του κι ύστερα από μια μνημειώδη ενωτική
και πατριωτική ομιλία, σήκωσε ψηλά το
δίπλωμα του Στρατηγού, το φίλησε, το
ακούμπησε στο μέτωπό του και το ξέσχισε
μπροστά τους λέγοντας: «Εγώ, αδέρφια
μου, δεν ζήτησα βαθμούς από τη Διοίκηση,
ούτε αρχηγός διορίστηκα. Βαθμός μου
χορηγήθηκε…Αλλά για να σας αποδείξω
ότι είμαι πολύ μακριά του να έχω σκοπούς
φιλαυτίας και εγωισμού, και ότι είμαι
ο Μάρκος εκείνος που είδατε πάντοτε στο
πλευρό σας μαχόμενο, ιδού ενώπιόν σας
σχίζω το δίπλωμα της στρατηγίας και σας
ορκίζομαι πως άλλο αξίωμα δεν θέλω, ειμή
εκείνο που είχαν οι προπάτορές μου και
εσείς οι ίδιοι έχετε… Ιδού ο εχθρός μας
περιμένει. Στο πεδίο της μάχης να
δοξάσουμε και να τιμήσουμε τον γενναιότερο.
Όποιος είναι άξιος, να έρθει αύριο μαζί
μου και θα λάβει το δίπλωμα απ’ τον
Σκόδρα – Πασά, που έρχεται να μας
ματασκλαβώσει».
Τέτοιες στιγμές δεν
μας χαρίζει πολλές η ιστορία!
Το τι
έγινε την επόμενη είναι γνωστό. Ο μεγάλος
Μάρκος σχεδίασε, διοργάνωσε και διεξήγαγε,
με τη στρατηγηματική παρατολμία του
και την απλησίαστη ανδρεία του, την καθ’
όλα περίτεχνη νυχτομαχία του Κεφαλόβρυσου
Ευρυτανίας, ηγούμενος 350 Σουλιωτών και
με συμμαχητή απ’ τους άλλους οπλαρχηγούς
δυστυχώς μόνο έναν, τον επίσης Σουλιώτη
Κίτσο Τζαβέλα. Που έμελλε να είναι και
ο τραγικά νικηφόρος επίλογος της πολύ
σύντομης ζωής τους, αφού σ’ αυτή τη
θριαμβευτική μάχη σκοτώθηκε μόλις στα
τριαντατρία του χρόνια, στην ηλικία που
σταυρώθηκε ο Χριστός.
γ. Ο απόηχος
της ιστορικής αλήθειας
Ο απόηχος της
ιστορικής αλήθειας για το φαινόμενο «
Μάρκος Μπότσαρης» ήταν, όπως έχω
προαναφέρει, απολύτως αντίστοιχος του
πραγματικού του μεγαλείου. Ο θάνατός
του, που προκάλεσε σπαραχτικό θρήνο σε
όλη την Ελλάδα, προσέδωσε στη φήμη του,
πολύ πέραν των ελληνικών συνόρων,
θρυλικές διαστάσεις. Δεν είναι καθόλου
τυχαίο που ο Βίκτωρ Ουγκώ τον χαρακτήρισε
«Λεωνίδα της νεότερης Ελλάδας» και τον
συμπεριέλαβε στους κορυφαίους ήρωες
των νεότερων χρόνων, μαζί με τον Γεώργιο
Ουάσιγκτον, τον Σιμόν Μπολιβάρ και τον
Πολωνό Κοσιούσκο. Να μη θεωρηθεί υπερβολή
αν παρατηρήσω πως, με δεδομένη τη
διαφορετικότητά τους, συγκίνησε τον
κόσμο περίπου όπως ο Τσε Γκεβάρα στους
δικούς μας καιρούς. Ο Αθανάσιος Ψαλίδας
σε γράμμα του στον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο
μας πληροφορεί πως «οι αρχόντισσες της
Αγγλίας και της Φράντζας τον έχουν
κρεμασμένον με χρυσήν άλυσσον στα στήθη
τους ως εγκόλπιον», όπως οι νέοι του
καιρού μας φορούν μπλουζάκια με τη μορφή
του Τσε Γκεβάρα. Κι ούτε είναι τυχαίο
που το όνομά του δόθηκε σε κεντρικό
δρόμο του Παρισιού (Rue Botzaris), σε σταθμό
του μητροπολιτικού σιδηροδρόμου
(Botzaris), σε μεγάλο εμπορικό κέντρο (Gallerie
Botzaris), σε ταχυδρομείο (Post Botzaris) και σε
μέγαρο του τηλεφωνικού κέντρου
(Botzaris).
Εκεί όμως που, όσο πουθενά αλλού,
μπορεί κανείς να διαπιστώσει το πόσο η
ηρωική μορφή του συγκίνησε τον κόσμο
όλο είναι η τέχνη. Έλληνες και ξένοι
ιερουργοί της , από τους πιο μεγάλους,
ποιητές, πεζογράφοι, ζωγράφοι, γλύπτες
και μουσουργοί, εμπνεύστηκαν και
απαθανάτισαν το ηρωικό του μεγαλείο.
Θα αναφέρω, πολύ ενδεικτικά, το πατριαρχικό
δίδυμο της νεοελληνικής ποίησης, τον
Σολωμό και τον Κάλβο, κι απ’ τους ξένους,
μαζί με τον Βίκτωρα Ουγκώ, τον Γερμανό
Γουλιέλμο Μύλερ και τον Αμερικανό Άλεκ,
αλλά και τους διάσημους ζωγράφους και
γλύπτες, όπως ο Ντελακρουά, ο Λιπαρίνι,
ο Σεφέρ και ο Νταβίντ ντ’ Ανζέ. Προφανώς
κι έχει τη σημασία του το ότι η μορφή
του Μάρκου Μπότσαρη ήταν απ’ τις
αγαπημένες και του μεγάλου λαϊκού μας
ζωγράφου Θεόφιλου. Όπως πρωτίστως και
πάνω από όλες τις άλλες δημιουργίες
έχουν την πολύ μεγάλη σημασία τους τα
μοιρολόγια και τα τραγούδια της δημοτικής
μούσας, καθώς αυτά τα διαμάντια της
δημοτικής μας ποίησης εκφράζουν με τον
αυθεντικότερο τρόπο τη θέση που είχε ο
Μάρκος Μπότσαρης στη λαϊκή ψυχή. Δεν
υπάρχει ήρωας του ’21 που να θρηνήθηκε
τόσο ο χαμός του και να τραγουδήθηκε,
ακόμα περισσότερο, ο ηρωϊσμός του. Κι
αυτό όχι ως η συνήθης μυθοποιητική
υπεραναπλήρωση αυτών που θα θέλαμε να
είχαμε, αλλά ως υμνητική παραδοχή του
ότι στον Μάρκο Μπότσαρη η δημοτική μούσα
αναγνώρισε τη συνισταμένη των διαχρονικών
αρετών μας. Για τη δημοτική μάλιστα
μούσα στον θρηνητικό πόνο για τον χαμό
του συμμετέχει και η ίδια η φύση, η μαύρη
γη, τα βουνά και οι ουρανοί:
Τον θάνατο
του Μπότσαρη, του αντρειωμένου Μάρκου,
τον
άκουσεν η μαύρη γης, δεν χόρτιασε τρεις
χρόνους .
Τον άκουσαν και τα βουνά ,
όλα τους ραγιστήκαν,
τον άκουσαν οι
ουρανοί, δεν έβρεξαν τρεις χρόνους.
δ.
Ποιος ήταν τελικά ο Μάρκος Μπότσαρης
Για
μια έμμεση απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα
εράνισα ένα ελάχιστο δείγμα απόψεων:
Θ.
Κολοκοτρώνης: Σαν τον Μάρκο δεν θα
ματαγεννήσει η πατρίδα .
Γ. Καραϊσκάκης:
Καμιά μάνα δεν γέννησε παλικάρι σαν
αυτόν… Ο Μάρκος ήταν τρανός! Είχε νου
που δεν είχε άλλος, είχε καρδιά λιονταριού
και γνώμη δίκαια σαν του Χριστού. Ούτε
το δάχτυλό του δεν του φτάνουμε!
Μουσταή
Πασάς της Σκόδρας, αρχηγός των Τούρκων
στο Κεφαλόβρυσο: Ε, ορέ Μάρκο! Ήθελα να
είχα την παλικαριά σου.
Κωνσταντίνος
Παπαρρηγόπουλος: Ήταν αρνί με λιονταριού
καρδιά!
Διον. Κόκκινος: Λάμπει από
αρετή κι από ηρωισμό.
Διακήρυξη του
Εκτελεστικού (Πρόεδρος ο Πετρόμπεης
Μαυρομιχάλης): «Έλληνες! Ιδού φίλτατοι
Έλληνες, ιδού και άλλος Λεωνίδας εις
τον αιώνα μας..!».
Η προσωπογραφία του
Μάρκου Μπότσαρη από τον Γεώργιο Γαζή,
γραμματικό του Καραϊσκάκη, τα λέει όλα
για τον πρωτοκαπετάνιο του
Αγώνα:
«Παρετηρήθησαν, γράφει, εις τον
Μάρκον προτερήματα πολλά και αξιέπαινα,
ων τα ουσιωδέστερα είναι ταύτα:
α. Είχε
νου διπλούν, τουτέστι πολεμικόν και
πολιτικόν
β. Είχε δίψαν δόξης άσβεστον
γ.
Ετιμούσε τους πεπαιδευμένους και
αγαπούσε τας συναστροφάς των.
δ. Εις
τον στρατόν εφύλαττε χαρακτήρα σεμνόν
και συναστροφήν τιμίαν, μεμιγμένην με
κομψότητας. Οι λόγοι του ήσαν ολίγοι
και μετρημένοι.
ε. Σύστημα είχε να
ακούει πολλά και με ένα λόγον μετρημένον
εις κάθε υπόθεσιν να δίδει τέλος.
στ.
Ήταν τακτικός εις τα φερσίματά του και
κρυψίνους εις τα φρονήματά του.
ζ. Προς
μεν τους μικροτέρους εφύλαττεν ύφος
ηγεμονικόν, προς δε τους ομοίους του
ευπροσήγορον και φιλικόν, εις δε τους
μεγαλυτέρους συνεσταλμένον και σεμνόν.
η.
Όταν ήκουεν ατοπίας ή αισχρολογίας,
ηρυθρία και εκυριεύετο από μίαν αιδώ
παρθενικήν.
Εν συντόμω, η φύσις τον
είχε στολισμένον με όλα τα προτερήματα
της ανθρώπινης τελειότητος. Εις τας
μετ’ αυτού συναναστροφάς μου και ομιλίας
εγνώρισα ότι οι λόγοι του έπιπταν ως
κεραυνοί και ο κάθε λόγος του ισοδυναμούσε
με εν απόφθεγμα των πάλαι σοφών, με όλον
ότι πεπαιδευμένος δεν ήτον».
Πριν
περάσω στον επίλογό μου, θα σημειώσω τα
όσα είπε ο Μάρκος Μπότσαρης στο τελευταίο
στρατιωτικό συμβούλιο, παρουσία του
ασθενούντος Καραϊσκάκη, λίγο πριν από
την ένδοξη και μοιραία μάχη στο
Κεφαλόβρυσο, όπως την περιέσωσε ο Γαζής
και στην οποία αποτυπώνεται μοναδικά
το μεγαλείο του ανδρός: «Αδελφοί
στρατιώται, οι εχθροί μας είναι
πολυάριθμοι… Συστάδην λοιπόν να τους
πολεμήσωμεν είναι αδύνατον και πολλά
επικίνδυνον εις ημάς. Η ειδική μου γνώμη
είναι να τους πολεμήσωμεν δια τινος
τολμηρού, ανηκούστου και εις αυτούς
απροειδοποίητου στρατηγήματος. Ήγουν
να επιπέσωμεν νυκτός εις αυτούς,
ανετοίμους όντας και ξεθαρρευμένους.
Με τούτο ή επιτυχαίνομεν ευτυχίαν του
σχεδίου μας ή γινόμεθα θύματα εις την
φίλην πατρίδα μας. Και τα δύο ελληνικά
και ηρωικά και ένδοξα παραδείγματα εις
τα υπέρ πατρίδος και πίστεως αγωνιζόμενα
αδέλφια μας. Εγώ όμως ελπίζω να καταρθώσωμεν
το πρώτο. Αλλά αν ο θεός αποφασίσει δι’
ημάς το δεύτερον, τι μεγαλύτερη ευτυχία
από το να υπάγωμεν να εύρωμεν τον Λεωνίδα
με τους τριακοσίους Σπαρτιάτες του εις
τα Ηλύσια πεδία! Εγώ ο ίδιος αναδέχομαι
την εκτέλεσιν του σχεδίου τούτου, αν το
εγκρίνετε και αισθάνεσθε αίμα ελληνικόν
εις τας φλέβας σας».
ε. Επιλογικός
σκεπτικισμός
Ολοκληρώνοντας την
αναφορά μου στην παρακαταθήκη του Μάρκου
Μπότσαρη, δεν μπορώ να μην αναρωτηθώ,
καιροί που είναι: πώς γίνεται, παρότι
έχουμε πίσω μας μια μοναδική
ιστορικοπολιτιστική παράδοση χιλιετιών,
τέτοια πνευματική κληρονομιά, τόσους
ήρωες και μάρτυρες στον ιερό βωμό της
Εθνικής Παλιγγενεσίας, το μεγαλείο του
΄Επους του ΄40 και της Εθνικής Αντίστασης,
να καταλήξουμε απ΄το 2010 και εντεύθεν
με τη θηλειά της ευρωδυτικής επικυριαρχίας
στο λαιμό μας και να πρέπει , για μια
ακόμη φορά, να αγωνιστούμε για την
ανάκτηση της χαμένης εθνικής μας
αξιοπρέπειας, που προφανώς και δεν
νοείται χωρίς εθνική αυτεξουσιότητα
και εθνική ανεξαρτησία;
- Κι ούτε
λόγος πως απ΄τη σωστή απάντηση σ΄αυτήν
την εναγώνια αναρώτηση , σηματοδοτούμενη
πολύ καθαρά απ΄την παρακαταθήκη του
Μάρκου Μπότσαρη, εξαρτάται το αν θα
βρούμε και τη σωστή περπατησιά μας προς
το μέλλον!
Η
κεραλοιφή είναι μια πανάρχαια συνταγή
καλλωπισμού και περιποίησης του δέρματος.
Βασικό συστατικό της είναι το
μελισσοκέρι. Όταν όμως συνδυαστεί με
ελαιόλαδο, τότε δημιουργείται η γνωστή
κεραλοιφή, η οποία είναι εξαιρετικά
ωφέλιμη για το δέρμα μας. Τι μπορεί να
κάνει? Περιποιείται το δέρμα μας και το
ενυδατώνει (σκασμένα χείλη, συγκάματα)
και όχι μόνο. Δερματοπάθειες, μολύνσεις,
έλκη, και εγκαύματα.
Έχει αντισηπτικές,
αντιφλεγμονώδεις, αντιμυκητιακές,
καταπραϋντικές, επουλωτικές, ενυδατικές
και μαλακτικές ιδιότητες. Εφαρμόζεται
σε όλο το σώμα χωρίς περιορισμό, είναι
πολύ ευεργετική, πανεύκολη στη παρασκευή
της και κοστίζει ελάχιστα χρήματα. Η
γιαγιά Αλτάνη από τη Γουριά Μεσολογγίου
μας δείχνει τη μυστική συνταγή που έμαθε
από τη γιαγιά της.
Ας δούμε λοιπόν πως
μπορούμε να κάνουμε μόνοι μας αυτή την
θαυματουργή αλοιφή!
Ο αγέρωχος και μερακλής 82χρονος Γιώργος Μακρίδης, καθηγητής Ποντιακής καταγωγής, μας εξιστορεί τη δική του συγκινητική ιστορία ζωής...
Στα Γιάννενα, χιλιάδες μαθητές πέρασαν από το φροντιστήριό του και πολλές εκατοντάδες με δωρεάν φοίτηση. Ο κος Γιώργος εφόσον συνταξιοδοτήθηκε, αφιέρωσε όλη τη ζωή του προσφέροντας στο Μοναστήρι της Παναγίας της Ντουραχάνης, όπου εκεί τον συναντήσαμε.
Μας μίλησε για τον ξεριζωμό του πατέρα του από τον Πόντο, την ορφάνια, τη φτώχεια και με δάκρυα στα μάτια μας διηγήθηκε πώς ένιωσε όταν επισκέφτηκε το πατρικό σπίτι του ξεριζωμού στα Κοτύωρα/Ordu Εύξεινου Πόντου.
Ο
σκύλος προσπαθεί να παραμείνει όρθιος
για να μην σκοτωθεί. Το
αγροτικό αυτοκίνητο επιταχύνει στην
Κρήτη και οι εικόνες που τραβούν
διερχόμενοι οδηγοί προκαλούν οργή.
Κρήτη:
Ο σκύλος στην οροφή και τα πρόβατα στην
καρότσα
Φιλοζωικές
οργανώσεις στην Κρήτη προσπαθούν να
πιέσουν ώστε η έρευνα για τον εντοπισμό
του ασυνείδητου οδηγού να συνεχιστεί
μέχρι να συλληφθεί. Οι
αστυνομικοί έχουν στα χέρια τους, μια
σειρά από φωτογραφίες που τράβηξαν
διερχόμενοι οδηγοί στην Κρήτη, στις
οποίες φαίνεται ο αριθμός κυκλοφορίας
του αγροτικού. Ο
σκύλος βρίσκεται στην οροφή και τα πόδια
του ακουμπούν σε ένα μαξιλάρι που
υπάρχει. Δεν φαίνεται να είναι δεμένος,
αλλά σε κάθε περίπτωση αυτό έχει λίγη
σημασία.
Ο
σκύλος ακόμα και δεμένος να ήταν βρίσκεται
σε κίνδυνο. Σε κάθε στροφή, σε κάθε
επιτάχυνση ή επιβράδυνση με ένα
φρενάρισμα, κινδυνεύει να βρεθεί στον
δρόμο και να σκοτωθεί. Μέσα
στην καρότσα του αγροτικού, διακρίνονται
τα πρόβατα, που ο οδηγός ήθελε να
μεταφέρει.
Έκρινε
πως η θέση για τον σκύλο του, έπρεπε να
είναι αυτή που φαίνεται στις επόμενες
φωτογραφίες. Αυτές έρχονται να προστεθούν
στην αλυσίδα ανάλογων περιστατικών στο
παρελθόν, με ιδιοκτήτες να κακομεταχειρίζονται
τα ζώα τους. Οι εικόνες του zarpanews.gr,
ταξιδεύουν στο διαδίκτυο με τα σχόλια
των χρηστών να διαδέχονται το ένα το
άλλο.
Με
έναν χάρτη στον οποίο ο Δήμος Ζηρού
αποτυπώνεται με μαύρο χρώμα και ένα
κείμενο που φέρει δεκάδες υπογραφές,
κάτοικοι της περιοχής, στέλνουν την
έντονη διαμαρτυρία τους με βασικό
αποδέκτη την Περιφέρεια Ηπείρου.
Η
αφορμή για την αντίδραση αυτή είναι οι
τελευταίες εξαγγελίες για τον οδικό
άξονα Ιόνιας- Πρέβεζας ο οποίος για
μεγάλο χρονικό διάστημα θα παραμείνει
όνειρο θερινής και χειμερινής νυκτός..
Η
απουσία οδικών υποδομών λοιπόν είναι
αυτή που καυτηριάζεται έντονα.
Στο
υπόμνημά τους οι κάτοικοι αναλυτικά
αναφέρουν:
Ο
Αντιπεριφερειάρχης κ. Στράτος Ιωάννου,
γνωρίζει άραγε ότι υπάρχουν τρεις Δήμοι
στην Περιφερειακή Ενότητα Πρέβεζας ;
Αν
κρίνουμε από τις πρόσφατες εξαγγελίες
του, έστω και αν αυτές γίνονται σε χρόνο
πονηρό μιας και βρισκόμαστε στην τελική
ευθεία για τις αυτοδιοικητικές εκλογές
του Οκτωβρίου, και στις οποίες το
ενδιαφέρον του μονοπωλούν για άλλη μία
φορά έργα που αφορούν μόνο τους Δήμους
Πρέβεζας και Πάργας, συμπεραίνει κανείς
αβίαστα ότι ο κ. Ιωάννου έχει διαγράψει
τον Δήμο Ζηρού από τον χάρτη.
Μην
βιαστείτε να μας πείτε για την προ ολίγου
καιρού εξαγγελία του για το έργο της
υποτιθέμενης “παράκαμψης” της
Φιλιππιάδας γιατί αυτό το έργο, όχι μόνο
παράκαμψη δεν είναι, όχι μόνο σύνδεση
με την Ιόνια οδό δεν είναι, όπως λανθασμένα
ίσως (;) χαρακτηρίστηκε από τον ίδιο και
μερικά μέσα ενημέρωσης, αλλά αντίθετα
είναι ένα έργο που αφορά μόνο την βελτίωση
της εισόδου της Φιλιππιάδας για το οποίο
έχει εκπονηθεί μελέτη εδώ και δώδεκα
χρόνια χωρίς ακόμη να έχει κατασκευαστεί.
Το
γεγονός ότι ακόμη και αυτό το ήσσονος
σημασίας έργο δεν έχει κατασκευαστεί
επί μία δωδεκαετία βαραίνει βεβαίως
τον ίδιο τον κ. Ιωάννου, ο οποίος όμως
φροντίζει να το επαναφέρει στην
επικαιρότητα προεκλογικά με παραπλανητική
ονομασία, και είναι κάτι που αποδεικνύει
ξεκάθαρα τον εμπαιγμό των κατοίκων του
Δήμου Ζηρού.
Ούτε
καν έναν κυκλικό κόμβο στην Γέφυρα
Καλογήρου δεν προτίθεται να κατασκευάσει
η Περιφέρεια για να αντιμετωπίσει την
υψηλή επικινδυνότητα που παρουσιάζει
το συγκεκριμένο σημείο λόγω μεγάλου
κυκλοφοριακού φόρτου ενώ την ίδια στιγμή
έχει προκρίνει την ίδια λύση σε διάφορα
σημεία του Δήμου Πρέβεζας και Πάργας
ακόμη και έξω από ξενοδοχείο στα Ιωάννινα
!!
Κλείνοντας
θα θέλαμε να τονίσουμε ότι δεν είναι
κακός ο πολυδιαφημισμένος ποδηλατόδρομος
που θα συνδέσει τον αγαπημένο στον κ.
Ιωάννου Δήμο Πάργας με την Πρέβεζα αλλά,
μήπως ο κ. Αντιπεριφερειάρχης θα έπρεπε
να δώσει προτεραιότητα στην απαράδεκτη
οδική σύνδεση της Φιλιππιάδας με την
Πρέβεζα, στην οποία κάθε χρόνο χάνουν
τη ζωή τους συνάνθρωποί μας και για την
οποία ο ίδιος ο Περιφερειάρχης δήλωσε
πρόσφατα ότι δεν πρόκειται να κατασκευαστεί
λόγω μεγάλου κόστους ;
Αλήθεια
πόσο αποτιμούν εκεί στην Περιφέρεια
τις απώλειες ανθρώπινων ζωών στην
άσφαλτο και φθάνουν στο σημείο να τις
συγκρίνουν με το κόστος της βελτίωσης
του συγκεκριμένου οδικού άξονα ;
(Όλα τα στοιχεία τα έχω συλλέξει από το διαδίκτυο)
Απολαύστε τα video
Σκούπα
Η Σκούπα (Τοπική Κοινότητα Σκούπας - Δημοτική
Ενότητα ΞΗΡΟΒΟΥΝΙΟΥ), ανήκει στον δήμο ΑΡΤΑΙΩΝ της Περιφερειακής Ενότητας ΑΡΤΑΣ
που βρίσκεται στην Περιφέρεια Ηπείρου, σύμφωνα με τη διοικητική διαίρεση της
Ελλάδας όπως διαμορφώθηκε με το πρόγραμμα “Καλλικράτης”.
Η επίσημη ονομασία
είναι “η Σκούπα”. Έδρα του δήμου είναι η Άρτα και ανήκει στο γεωγραφικό
διαμέρισμα Ηπείρου.
Κατά τη διοικητική διαίρεση της Ελλάδας με το σχέδιο
“Καποδίστριας”, μέχρι το 2010, η Σκούπα ανήκε στο Τοπικό Διαμέρισμα Σκούπας, του
πρώην Δήμου ΞΗΡΟΒΟΥΝΙΟΥ του Νομού ΑΡΤΗΣ.
Η Σκούπα έχει υψόμετρο 434 μέτρα από
την επιφάνεια της θάλασσας, σε γεωγραφικό πλάτος 39,3688238896 και γεωγραφικό
μήκος 21,0287215864.
Στα γενικά αρχεία Άρτας υπάρχουν Οθωμανικά ταπού
(τίτλοι ιδιοκτησίας του Σουλτάνου) από το 1865 για τα χωριά Σκούπα και Πιστιανά.
Αποτελούν σημαντικά ντοκουμέντα διότι μέχρι την ανεύρεσή τους δεν υπήρχε κανένα
σωζόμενο αρχείο – δημόσιο έγγραφο από την Οθωμανική περίοδο, λες και δεν υπήρξε
ποτέ εκείνη η εποχή για την Άρτα. Από εκείνη την εποχή μαρτυρείται σε γραπτά
επίσημα έγγραφα η ονομασία Σκούπα. Παλαιότερη ονομασία του χωριού ήταν Κοτετσά ή
Γκοτετσά. Στην Κοτετσά λοιπόν υπήρχε γυναικείο μοναστήρι στον Άγιο Νικόλαο και
οι μοναχές πουλούσαν το κρασί από τα αμπέλια της μονής στην τοποθεσία «Κρασοπλή»
(Πωλώ +κρασί), όπου βρίσκεται σήμερα το ομώνυμο καφενείο στο χωριό μας, στο
δρόμο από Βροδό (Μονολίθι), Ραψίστα (Πλατανούσα), Τσοβίστα (Δαφνωτή), Κοτετσά,
Νησίστα (Ροδαυγή) προς Άρτα.
Από κει πέρασε απόσπασμα από
Λιάπηδες Τουρκαλβανούς, ήπιε κρασί και βίασε τις καλόγριες. Οι ντόπιοι κάτοικοι
της Κοτετσάς θεώρησαν προσβολή το γεγονός και αφού στήσανε ενέδρα (καρτέρι)
σκοτώσανε και λιντσάρανε τους Λιάπηδες. Η είδηση έφτασε ως τα Γιάννενα και η
τιμωρία αναμένονταν παραδειγματική. Ισχυρό απόσπασμα του Τουρκικού στρατού
κατευθύνονταν στο χωριό για να το «σαρώσει». Οι κάτοικοι διασκορπίστηκαν και
όταν έφτασαν οι Τούρκοι σάρωσαν τα άδεια σπίτια , τα έκαψαν και γενικά δεν
έμεινε τίποτα όρθιο. «Σκούπα πέρασε από δω και τα σκούπισε όλα;» λέγανε οι
διαβάτες και έτσι επικράτησε η ονομασία Σκούπα. Οι νέοι κάτοικοι της Σκούπας
ήρθαν από διάφορα χωριά της ορεινής Άρτας, των Ιωαννίνων αλλά και των Τρικάλων.
( Νησίστα, Ραψίστα, Ράμια, Σχωρέτσιανα, Χουλιαράδες κλπ). Στη συνέχεια το χωριό
πέρασε στην ιδιοκτησία ενός πλούσιου Τσιφλικά της περιοχής που ονομαζόταν
Λύτρας, ο οποίος καταπίεζε τους κατοίκους και επέβαλε βαριά φορολογία. Όλο το
χωριό ξεσηκώθηκε εναντίον του και με πρωταγωνιστές τολμηρούς νέους της Σκούπας
(Τσιάπαλης, Δασκαλάκης κλπ) τοποθετήθηκαν δυναμίτες στο σπίτι του Τσιφλικά
Λύτρα, ο οποίος αναγκάστηκε να έρθει σε διαπραγματεύσεις με τους ντόπιους και να
πουλήσει το χωριό στους κατοίκους (δάσος και χωράφια) πριν την απελευθέρωση της
Ηπείρου. Η Σκούπα είναι ένα από τα λίγα χωριά της Ελλάδας που είναι ιδιόκτητο
για την ακρίβεια συνδιόκτητο, όσον αφορά τις δασικές της εκτάσεις. Για λίγα
χρόνια στη διάρκεια της επταετίας και αργότερα το χωριό μετονομάστηκε σε Καρυδέα
γιατί το παλιό Σκούπα δε θεωρήθηκε εύηχο. Το βάρος της ιστορίας του ονόματος
επέβαλε εκ νέου τη μετονομασία του χωριού σε ΣΚΟΥΠΑ. Σκούπα λοιπόν και σ’
όποιον αρέσουμε!
Ο Ιερός Ναός της Παναγίας
Οι
εκκλησίες και τα μοναστήρια της πατρίδας μας, αποτελούν τα σημαντικότερα ίσως
ιστορικά μνημεία που συνδέονται στενά με τη λατρευτική και την κοινωνική ζωή των
Ελλήνων. Ακόμη αποτέλεσαν κατά το παρελθόν, κέντρα και ορμητήρια σκληρών αγώνων
και συνέβαλαν αποτελεσματικά στην εθνική αναγέννηση του δοκιμαζόμενου γένους
μας, στον πολιτισμό και στην πρόοδό του.
Το χωριό μας, παρ
ότι μικρό, διαθέτει σήμερα επτά εκκλησίες (κεντρικές και
παρεκκλήσια) . Πρόκειται για τον ενοριακό ναό της ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΤΗΣ
ΘΕΟΤΟΚΟΥ και τους ναούς του ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ, του ΑΓΙΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, του ΑΓΙΟΥ
ΓΕΩΡΓΙΟΥ (και ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ), του ΠΡΟΦΗΤΗ ΗΛΙΑ, της ΑΓΙΑΣ ΜΑΡΙΝΑΣ και το ναό
του ΑΓΙΟΥ ΤΡΥΦΩΝΑ (το γνωστό μας κοιμητήριο) μέσα στον περίβολο της
κεντρικής μας εκκλησίας της ΠΑΝΑΓΙΑΣ.
Μέχρι τα μέσα της
10ετίας του 1930 περίπου υπήρχε και το παρεκκλήσιο του ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, σε
απόσταση λιγότερο από ένα χιλιόμετρο, ανατολικά της Παναγίας, απέναντι από το
ρέμα «Γκαλντερίμι» το οποίο, λόγω μεγάλης κατολίσθησης της περιοχής,
κατέρρευσε.
Πάντως
το 1881-84, που έγινε καταγραφή όλων των ενοριών, εκκλησιών και μοναστηριών της
περιοχής από τον τότε Μητροπολίτη της ενιαίας Μητροπόλεως ΑΡΤΗΣ και ΠΡΕΒΕΖΗΣ
Σεραφείμ ΞΕΝΟΠΟΥΛΟΥ [επικαλουμένου Βυζαντίου] , η ΣΚΟΥΠΑ
αριθμούσε 3 εκκλησίες. Γράφει λοιπόν ο παραπάνω Μητροπολίτης και
συγγραφέας: Toχωριό ΣΚΟΥΠΑ ΄΄περιέχει οικογενείας 84 εκκλησιαζομένας
εις 3 ιεράς εκκλησίας, της ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ, του ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ και του
ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ. Εντός του περιβόλου του ναού της ΘΕΟΤΟΚΟΥ υπάρχει και το
κοιμητήριο μετά ναού τινός εις τιμήν του ΑΝΑΡΓΥΡΟΥ ΤΡΥΦΩΝΟΣ . Εν τοις ναοίς
τούτοις εφημερεύουσι δύο εντόπιοι ιερείς΄΄. Δεν αναφέρεται καθόλου ο ΑΓΙΟΣ
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ την περίοδο αυτή και αυτό είναι εύλογο, καθ όσον η
εκκλησία αυτή θεμελιώθηκε μεν το 1881 στην τουρκοκρατούμενη τότε
ΣΚΟΥΠΑ, δεν αποπερατώθηκε όμως όταν γινόταν η απογραφή.
Παρακάτω εκθέτουμε
ότι γνωρίζουμε από πηγές προφορικές ή γραπτές:
1.- Ιερός Ναός Κοιμήσεως της
Θεοτόκου.
Είναι η ενοριακή
μας εκκλησία. Η εκκλησία του χωριού μας που μας ξυπνάει ποικίλα βιώματα, μας
προκαλεί συγκινήσεις χαράς και λύπης. Εκεί στην κολυμβήθρα μικρά παιδάκια μας βάπτισαν και
μας έκαναν χριστιανούς . Εκεί στο χοροστάσι
της Παναγίας διασκεδάζαμε τα διήμερα του 15/Αύγουστου και
το ΠΑΣΧΑ (15 και 16 Αυγούστου και Δευτέρα και Τρίτη του Πάσχα). Εκεί στην αιώνια
κατοικία αναπαύονται οι παππούδες μας και οι γονείς μας και όλοι οι προγονοί
μας. Η γλυκόλαλη καμπάνα της για αιώνες πότε χαρμόσυνα, πότε λυπητερά διαλαλούσε
σε όλη την περιοχή τις χαρές και τις λύπες των κατοίκων. Την εποχή που ούτε
ράδιο ούτε τηλεόραση υπήρχε, η
καμπάνα περίτρανα δημοσιοποιούσε τα μεγάλα εθνικά γεγονότα, λαμπρές
εθνικές επιτυχίες ή και μεγάλες εθνικές συμφορές. Το Φλεβάρη του 1913 η καμπάνα έφερε το χαρμόσυνο
μήνυμα ΄΄ τα πήραμε τα Γιάννενα ΄΄.Τον Οκτώβρη του 1940 η ίδια καμπάνα καλούσε τα παιδιά του χωριού μας για τον
Ελληνο-ιταλικό μέτωπο, όπως μας διηγούνταν οι πατεράδες μας.
Ο σημερινός ναός της Παναγίας είναι νέος.
Έγινε μετά τους τοπικούς σεισμούς του Απριλίου 1967. Η παλαιά εκκλησία
κατεδαφίστηκε, επειδή χαρακτηρίστηκε ετοιμόρροπη από την Δ/νση
Τεχνικών υπηρεσιών Πρέβεζας. (Τότε υπαγόταν στον Ν. Πρεβέζης). Η νέα ως κτίριο
είναι μικρότερη αλλά αρτιότερη. Η κάτοψή της έχει διαστάσεις 13 μ. Χ 7,30 μ., το
δε ύψος της ξεπερνάει τα 4.50 μ. Τόσο στην μπροστινή
κυρία είσοδό της, όσο και στην δυτική, κατασκευάστηκε υπόστεγο
(πρόναος). Ακρογωνιαίος λίθος ΄΄αγκωνάρι΄΄ ,στο αριστερό της
πρόσοψης αναγράφει το έτος ανεγέρσεως (ΙΟΥΝΙΟΣ 1971) και τους κτήτορες (Αφοί
Β.ΓΟΥΛΑ). Επί μακαριστού συγχωριανού μας ιερέα Κων/νου ΠΑΠΑ , στις
5-9-1983, έγιναν τα επίσημα εγκαίνια της νέας εκκλησίας, από τον σημερινό
μητροπολίτη Ιωαννίνων κ. Θεόκλητο. Η ως άνω επιγραφή ναι μεν αποδίδει το
ιστορικό της ανέγερσης της τωρινής εκκλησίας (ως κτιρίου), θα ήταν
όμως ακριβέστερη αν το αναγραφόμενο έτος 1971 το ανέγραφε ως έτος «εκ θεμελίων
ανακαινίσεως» του νέου ναού, για να γνωρίζουν οι νεότερες γενιές,
που θα μας ακολουθήσουν, ότι η εκκλησία της Παναγίας του χωριού
μας έχει ιστορία αιώνων και δεν αρχίζει από το έτος
1971.
Η παλιά εκκλησία της ΠΑΝΑΓΙΑΣ, πριν το
1967, ήταν μεγαλύτερος σε μήκος, γύρω στα 5 μ. περίπου, χαμηλότερη σε
ύψος και απλούστερη σε κατασκευή. Το πίσω (δυτικό) τμήμα του κυρίως ναού, ο
γυναικονίτης (το γναίκιο) ήταν
υψωμένο κατά 3 έως 4 σκαλιά και χωριζόταν από τον κυρίως ναό με πυκνά ξύλινα
κάγκελα, οπότε οι γυναίκες μόνο άκουγαν και ελάχιστα έβλεπαν κατά την θεία
λειτουργία.
Ως έτος ανεγέρσεως της
παλαιάς εκκλησίας της Κοιμήσεως της Θεοτόκου φέρεται το έτος 1800. Κατ άλλους το 1803. Και οι δύο εκδοχές κρίνονται σωστές
δεδομένου ότι το έτος 1803 που ολοκληρώθηκε η κατασκευή του πέτρινου περιβόλου
της εκκλησίας. Ο περίβολος αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του όλου συγκροτήματος του
ναού. Οπότε είμαστε απολύτως ακριβείς αν πούμε ότι το έτος 1800 θεμελιώθηκε η
παλιά εκκλησία της Παναγίας, που κατεδαφίστηκε ενώ το έτος 1803 ολοκληρώθηκε η
διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου (τοίχοι αντιστήριξης, περίβολος, νεκροταφείο
κλπ).
Πριν το 1800
υπήρχε άλλη εκκλησία, περίπου 150μ. Ν/Α από τη σημερινή. Η παράδοση λέγει ότι το
ιερό της παμπάλαιας εκείνης εκκλησίας βρισκόταν εκεί που σήμερα υπάρχει ένα
παλιό απλό πέτρινο προσκυνητάρι (εικόνισμα). Είναι το προσκυνητάρι που σώζεται ακόμη κάτω από
το πάρκων το βακούφικο, δίπλα από το μονοπάτι που οδηγεί στα σπίτια των αδελφών
Μιχάλη ΤΖΑΡΗ και προς τον συνοικισμό ΚΑΡΔΑΜΠΟΥ.
Φαίνεται ότι την
εποχή αυτή, λίγο πριν το 1800 έγιναν οι φοβερές εκείνες κατολισθήσεις στο
΄΄ΓΚΑΛΤΕΡΙΜΙ΄΄ και στις εκατέρωθεν παρόχθιες περιοχές, οπότε η παλιά εκκλησία
και το νεκροταφείο κατέρρευσαν και εξαφανίστηκαν. Μερικοί μάλιστα υποστηρίζουν
με βεβαιότητα ότι η τότε εκκλησία βρισκόταν σχεδόν στο ίδιο οριζόντιο επίπεδο με
το σημερινό χοροστάσι. Άλλαξε εντελώς η εδαφική φυσιογνωμία της περιοχής. Το
παλαιό ρέμα στο ΓΚΑΛΤΕΡΙΜΙ , πριν από λίγες εκατονταετίες ήταν ένα απλό
συνηθισμένο ξερολάγκαδο και δεξιά-αριστερά χωράφια ΄΄λάκκες΄΄. Οι ίδιοι κάτοικοι
θυμούνται ότι έβρισκαν τακτικά στην τοποθεσία αυτή μεταλλικά αντικείμενα, όπως
δακτυλίδια, περιδέραια κλπ που συνηθίζεται να βάζουν στους νεκρούς. Προέρχονται
από το παλιό νεκροταφείο.
Οι περισσότερες
πληροφορίες συγκλίνουν και οδηγούν στο συμπέρασμα ότι εκείνη η παλιά εκκλησία που καταστράφηκε ήταν αφιερωμένη
στην ΑΓΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗ και όχι στην ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ.
Να πως
εξηγούν την αλλαγή αυτή : Eκείνη την εποχή
στη ΣΚΟΥΠΑ έμεινε κάποια μοναχή,
προερχομένη από κάποιο μοναστήρι ΑΓΙΑΣ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗΣ. (Ίσως από το ομώνυμο
μοναστήρι του Καταρράκτη, αν εκείνο ήταν γυναικείο). Αυτή έμενε κατά την τοπική
παράδοση, σε ένα υποτυπώδες κακοφτιαγμένο κελί, που βρισκόταν πίσω από το παλιό
βακούφικο καφενείο της εκκλησίας, που το θυμόμαστε όλοι της γενιάς μας. Η
καλόγρια εκείνη Μαρία η Μαγδαληνή το όνομά της, έκανε
μεγάλο αγώνα και ξανάκτισε την εκκλησία που
κατέρρευσε σε πιο στέρεο έδαφος και επέλεξε το
οικόπεδο όπου σήμερα είναι κτισμένος ο ναός της ΠΑΝΑΓΙΑΣ. Με τη μόνη διαφορά ότι
αντί να αφιερώσει τη νέα εκκλησία στην ΑΓΙΑ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ όπως ήταν πρώτα, την
αφιέρωσε στη ΠΑΝΑΓΙΑ, για λόγους τιμής προς την αγιότητα της Θεοτόκου, αλλά και
για λόγους προσωπικού συναισθηματισμού [που την έλεγαν Μαρία]. Ίσως
να ήταν και το κοσμικό της όνομα Μαρία. Οπότε θα ήθελε να συμπίπτουν τα
ονομαστήριά της με την πανήγυρη του ναού [15 Αυγούστου]. Η άποψη αυτή είναι
ευρέως παραδεδειγμένη από παλιούς συμπολίτες μας, μερικοί από τους οποίους
θυμούνται και εικόνα της Αγ. Κυριακής.
Στον αύλιο χώρο της
εκκλησίας, προς την πλευρά του κοιμητηρίου, υπάρχει μόνιμο πέτρινο προσκυνητάρι-τραπέζι, με σκαλιστή
ημικύκλια πέτρα, όρθια στηριγμένη πάνω στο τραπέζι, με πέτρινο σκαλιστό σταυρό.
Εκεί ΄΄κρένει΄΄ Ανάσταση ο παπάς την
νύκτα του ΠΑΣΧΑ. Εκεί διαβάζει το μεγάλο
αγιασμό τα Θεοφάνεια εφ’ όσον το επιτρέπουν οι καιρικές συνθήκες. Εκεί
σταματάει η πομπή, κατά την τριπλή
περιφορά του επιταφίου την Μ.
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ, για να αναπέμψει δέηση ο ιερέας υπέρ ζώντων και νεκρών. Παλιά
παραδοσιακή συνήθεια.
Το παρεκκλήσιο του Αγίου Τρύφωνα
Δέκα περίπου μέτρα Ν/Α της
ΠΑΝΑΓΙΑΣ ευρίσκεται το μικρό παρεκκλήσιο
του ΑΓΙΟΥ ΤΡΥΦΩΝΑ, με την πέτρινη μαύρη σκεπή, το λιθόκτιστο
καμπαναριό, την πολύ-πολύ μικρή πόρτα εισόδου και τα μικροσκοπικά παραθυράκια,
που παραμένουν μονίμως σταθερά.
Οι
πληροφορίες των παλιών συγχωριανών μας αλλά και τα γραφόμενα στις ανάγλυφες
μισοκαταστραμμένες επιγραφές (η μία σε αγκωνάρι του παρεκκλησίου και η άλλη στο
καμπαναριό) μαρτυρούν ότι το παρεκκλήσιο αυτό κτίστηκε μισό περίπου αιώνα μετά
το κτίσιμο της παλιά εκκλησίας της ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ που κατεδαφίστηκε.
Ανεγέρθηκε το 1858, ενώ το καμπαναριό το
1860. Η μετρίου μεγέθους καμπάνα του παρεκκλησίου που εξυπηρετεί τον
ενοριακά ναό, που δεν έχει δικό του κωδωνοστάσιο, λόγω μικρής απόστασης. Η
παράδοση λέει ότι η καμπάνα αυτή προέρχεται
από την ΚΩΝ/ΛΗ, χωρίς να αναφέρεται αν πρόκειται για προσφορά κάποιου
δωρητή. Το μέγεθός της είναι σχετικά μικρό, αλλά ο ήχος γλυκύτατος. Είναι
πράγματι η πιο γλυκόλαλη καμπάνα της περιοχής.
Ο Άγιος ΤΡΥΦΩΝΑΣ είναι περισσότερο γνωστός στον
κόσμο ως Κοιμητήριο, γιατί στο δάπεδό του υπάρχει καταπακτή “γκλαβανή”
από την οποία έριχναν τα οστά των νεκρών, τα οποία περισυνέλεγαν μετά την
εκταφή. Οι διαστάσεις του ναού αυτού είναι 5Χ 4.5 μ. Το μισό ανατολικά τμήμα
είναι θεμελιωμένο κάτω από το αντέρισμα (την οχτιά), οπότε ο κενός
χώρος (το κατώγι) χρησίμευε ως οστεοφυλάκιο. Οι διαστάσεις της θύρας εισόδου του
ναoύ είναι υπερβολικά μικρές (
1,15 μ ύψος και 0,60 πλάτος). Ήταν συνηθισμένο φαινόμενο στα χρόνια της
τουρκοκρατίας, να κατασκευάζονται μικρές πόρτες, επειδή εισέρχονταν οι Τούρκοι
έφιπποι και πρόσβαλλαν την ιερότητα των χώρων αυτών. Στο χωριό μας
και σήμερα ακόμη συνηθίζεται, όσοι ανάβουν κεράκι στην εκκλησία της ΠΑΝΑΓΙΑΣ, να
ανάβουν και ένα δεύτερο ταυτοχρόνως στο κοιμητήριο. Μόνο που όσοι έχουν κάποια
ηλικία και όχι μόνο, το σκύψιμο στην μικρή αυτή πόρτα αποτελεί δοκιμασία, λόγω
αρθριτικών και άλλων εγγενών δυσχερειών…
Οι
καλοπροαίρετοι, αγράμματοι αλλά ευσεβέστατοι προπαπούδες μας, όλοι σχεδόν
γεωργοί στο επάγγελμα, σκλάβοι στους Τούρκους, τίμησαν τον προστάτη των
καλλιεργητών, τον μεγαλομάρτυρα ΑΓΙΟ ΤΡΥΦΩΝΑ. Κατασκεύασαν προς τιμήν του πριν
δυο περίπου αιώνες το ειδικό αυτό εκκλησάκι, το οποίο εορτάζει την 1η
Φεβρουαρίου, ημέρα της μνήμης του μεγάλου αυτού Αγίου
Το οστεοφυλάκιο
Δίπλα
από το νεκροταφείο, εδώ και λίγα χρόνια κτίσθηκε το οστεοφυλάκιο, όπου
φυλάσσονται μέσα σε ειδικά καλοφτιαγμένα κουτάκια, τα οστά των συγχωριανών μας.
Μερικοί θεωρούν μακάβρια ενέργεια την φύλαξη των
οστών στο οστεοφυλάκιο, οι περισσότεροι όμως την επιδοκιμάζουν, γιατί δείχνει
περίτρανα την αγάπη και τον σεβασμό προς τα αγαπημένα μας πρόσωπα
που έφυγαν από κοντά μας αργά ή γρήγορα. Η συνήθεια αυτή ακολουθείται άλλωστε σε
όλη σχεδόν την Ελλάδα.
Το Βακουφικό
καφενείο
Στο
προαύλιο της εκκλησίας υπάρχει το σχετικά νέο βακούφικο καφενείο, στο οποίο οι
εκκλησιαζόμενοι μετά την θεία λειτουργία, μπορούν να πάρουν το καφέ
τους ή το ποτό τους, να συζητήσουν, να ακούσουν τις ανακοινώσεις των αρχών ή να
μοιραστούν τα υψώματα των εορταζόντων ή τα κόλλυβα των μνημόσυνων.
Παραπλεύρως
του καφενείου ευρίσκεται το Γραφείο του
εκκλησιαστικού Συμβουλίου.
Αυτή με λίγα λόγια είναι η εικόνα, παλιά και νέα, του
καθεδρικού μας ναού της ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ του χωριού μας, μαζί με όλο το
εκκλησιαστικό κτιριακό συγκρότημα του περιβάλλοντος χώρου. Όποιες άλλες
πληροφορίες (γραπτές ή προφορικές) διαθέτει ο κάθε συγχωριανός μας για τις
εκκλησίες μας, καλό είναι να τις ανακοινώνει για να διαμορφώσουν και οι απόγονοί
μας σαφέστερη εικόνα αυτών, ως λατρευτικών, πολιτιστικών και ιστορικών μνημείων
της ιδιαιτέρας μας πατρίδας.
Η Μονή Αγ.Νικολάου
Στο χωριό Κοτιτσά ή Γκοτιτσά (αργότερα Σκούπα)
του νομού ’ρτας και στη θέση όπου σήμερα είναι χτισμένος ο ναός του Αγίου
Νικολάου Σκούπας, υπήρχε η ομώνυμη Μονή, για την οποία ο δάσκαλος του γειτονικού
χωριού Πλατανούσα, Σωκράτης Γεωργούλας (Λαϊκές ζωγραφιές απ την Ήπειρο,
σελ.53-54), αναφέρει ότι:
«Το μοναστήρι ήταν χτισμένο εκεί
όπου βρίσκεται σήμερα ο ναός του Αγίου Νικολάου Καρυδέας και είχε μετόχιον την Θεοτόκο Πλατανούσης. Το
μοναστήρι ήταν θαυματουργό και είχε μεγάλη κινητή και ακίνητη περιουσία. Τα
πολυάριθμα κοπάδια του έβοσκαν στη θέση Ζιάκα
της Πλατανούσας. Στο μοναστήρι ζούσαν 40 καλόγεροι και 40 καλογριές, οι
οποίες κατάγονταν από την Σκούπα. Το γάλα εκ του «Λάκου της Ζιάκας» έφθανε στη
θέση Κλεισούρα Σκούπας με τη βοήθεια υπόγειου αγωγού. Δια του αγωγού αυτού
συνεννοούνταν οι τσοπάνηδες και ο επικεφαλής τους καλόγερος με το
μοναστήρι.
Κάποτε κλέφτες λιάπηδες πήραν τα
πρόβατα του μοναστηριού κι εφόνευσαν τους τσοπάνους. Όταν μάλιστα ήρθε η σειρά
του καλόγερου, αυτός τους παρακάλεσε να τον αφήσουν ν ανεβεί πάνω στη ράχη ν
αγναντέψει το μοναστήρι με το κιάλι(διόπτρα) και να τραγουδήσει με το τζιουρά
του (φλογέρα) ένα τραγούδι. Οι λιάπηδες σεβάστηκαν την επιθυμία του μελλοθάνατου
καλόγερου, τον ανέβασαν ψηλά στην κορφή, εκεί όπου ήταν ο αγωγός, τον οποίο
αυτοί δεν γνώριζαν.
Ο καλόγερος από κει είδε την Πόλκω
και τραγούδησε αργά και παραπονεμένα:
Πόλκω πού χτενίζεσαι πίσ από το
σπίτι σου,
ήρθαν μας ληστέψανε πήρανε τα
πρόβατα.
Όλα μας τα πήρανε τους τζιοπάνους
σφάξανε!
Η Πόλκω αμέσως ειδοποίησε τους
Παρουσαίους οι οποίοι «ήταν ανδρειωμένοι». Αυτοί έτρεξαν αμέσως και πρόλαβαν
τους κακοποιούς στη θέση «Μπάμπιακο», στο χωριό Μονολίθι. Εκεί τους «κομμάτιασαν
όλους» και πήραν τα πρόβατα και τα πήγαν ξανά στο λιβάδι τους στη Ζιάκα. Το
μοναστήρι επίσης είχε πολλά αμπέλια. Το κρασί το πουλούσε η καλόγρια στην
Κρασοπλή για λογαριασμό του μοναστηριού. Το μοναστήρι διαλύθηκε όταν
καταστράφηκε και η Κοτιτσά από τους Τούρκους. Κατά την διάλυσή του οι μοναχοί
έκρυψαν τους θησαυρούς τους σε δυο σημεία:
1.
Στη θέση
Θεοτόκος της Πλατανούσας. Σύμφωνα μάλιστα με την παράδοση ο θησαυρός αυτός
βρίσκεται «προς το πηγάδι κοντά στον γκρεμό και επικοινωνεί με υπόγειο μυστικό
αγωγό με τον ναό που βρίσκεται εκεί. Είναι κλεισμένος μέσα σ ένα καζάνι γεμάτο
με φίδια. Αλίμονο όμως σ αυτόν που θα τον σκάψει, αν αντί του θησαυρού ανοίξει
το καζάνι με τα φίδια».
2.
Το
βασικό θησαυρό όμως τον έκρυψαν στη θέση ’γιος Νικόλαος Σκούπας «ανάμεσα σε δυο
πετρούλες εκεί που πρωτοβαρεί ο ήλιος». Κατ άλλη εκδοχή «ανάμεσα σε δυο
δενδράκια ανατολικώς του ναού της Αγίας Τριάδος Πέρα Πιστιανών ’ρτης» και κατά
Τρίτη εκδοχή, η οποία φαίνεται ως η πιθανότερη ο θησαυρός τοποθετήθηκε μέσα στη
στέρνα του μοναστηριού».
Το επεισόδιο της κλοπής των
προβάτων της Μονής Κοτιτσάς, που αναφέρει ο Γεωργούλας, θυμίζει το ανάλογο
γεγονός της καταστραμμένης επίσης Μονής Μπούλκως της Πράδαλας, στη Λάκα Σουλίου,
που αναφέρει ο Μουσελίμης (Λάκα του Μπότσαρη, σελ.69).
Η Μονή Μπούλκως βρισκόταν ανάμεσα
στα χωριά Πράδαλα και Βαλανιδιά κι όταν οι κλέφτες πήραν τα πρόβατά της, που
έβοσκαν στην τοποθεσία «Το νερό της προβατίνας» ο πιστικός της ειδοποίησε την
ηγουμένη του μοναστηριού Μπούλκω, τραγουδώντας με τη φλογέρα:
«Έβγα Μπούλκω στο μπουλκώ
πιάσανε τον πιστικό,
πήρανε τα πρόβατα
και πάνε, πάνε, παν».
Έτσι έτρεξαν οι άνθρωποι του
μοναστηριού και γλίτωσαν τα πρόβατα.Για τα θαύματα της Μονής του Αγίου
Νικολάου Κοτιτσάς(Σκούπας), ο Γεωργούλας αναφέρει τα εξής:
1.
Τούρκοι
κάποτε θέλησαν να λεηλατήσουν το μοναστήρι και το παρατηρούσαν από τη θέση
«Κουτσιούκη». Οι μοναχοί μόλις το κατάλαβαν μπήκαν καβάλα στα άλογά τους και
περιφέρονταν γύρω από το μοναστήρι θέλοντας να επιδείξουν την δύναμή τους. Οι
Τούρκοι όμως, κατά θεία δύναμη, έβλεπαν τα άλογα κόκκινα κατά την πρώτη περιφορά
και άσπρα κατά τη δεύτερη! Πίστεψαν ότι η δύναμη των υπερασπιστών ήταν μεγάλη
και τα παράτησαν.
2.
Ένας
Τούρκος κάποτε ανέβηκε να κόψει ξύλα σ ένα δέντρο του μοναστηριού. Όταν έκοψε
όσα ήθελε, προσπάθησε να κατεβεί αλλά ήταν αδύνατο. «Το δέντρο τον κρατούσε».
Τότε σύμφωνα με την προτροπή των ντόπιων χριστιανών «έταξε» στον άγιο λάδι και
κατέβηκε τρομαγμένος.
3. Το κλήμα
του μοναστηριού προ ετών άλλαξε χρώμα «δίχως να μπολιαστεί»!
4.
Οι
παλαιοχωρίτες έκαναν παρατήρηση σε κάποιον γιατί κατέστρεψε με τα ζώα του την
περιουσία του μοναστηριού, όταν το μοναστήρι διαλύθηκε. Αυτός όμως δεν ήθελε με
τίποτα να παραδεχθεί την ενοχή του. Εκείνη τη στιγμή είδαν όλοι μια δική του
γίδα να τρώει ένα κλήμα και του είπαν «να η γίδα σου τρώει ένα κλήμα». Αυτός
τους απάντησε ειρωνικά: «Αν ο ’γιος δεν είναι άξιος να φυλάξει τα κτήματά του,
τι κάθεται εκεί πέρα». Αμέσως όλοι είδαν τη γίδα να αναποδογυρίζεται και τα
κέρατά της να χώνονται μέσα στο χώμα»!
Τέλος για τη μετονομασία του χωριού
Κοτιτσά σε Σκούπα, ο Γεωργούλας γράφει:
«Εις την τοποθεσίαν «Κρασοπλή»,
όπου βρίσκεται σήμερον το Δημοτικό Σχολείον Παλαιοχωρίου Καρυδέας, μια μοναχή
του μοναστηριού ’γιος Νικόλαος Καρυδέας, καθημερινώς εφοδιασμένη με κρασί,
καθόταν κοντά σε μια στρογγυλή πέτρα, είδος τραπεζίου, και το πουλούσε. Η πέτρα
εσώζετο εις την θέσιν της (άκρον της αυλής του Σχολείου) μέχρι το έτος 1965. Από
κει περνούσε τότε το «ντερβένι»(είδος καραβανιών).
Τουρκική περίπολος εβίασε την
μοναχή. Το γεγονός αυτό ανέφερε εκείνη εις τον ηγούμενο του
μοναστηριού.»
Οι μοναχοί αποφάσισαν να τιμωρήσουν
τους βιαστές και γι αυτό κάλεσαν τους κατοίκους του χωριού να τους βοηθήσουν.
Οι κάτοικοι τους ακολούθησαν κι έφθασαν στη θέση «Μπουλιάνα». Εκεί παραδρόμησαν
(άλλαξαν δρόμο), για να μην τους καταλάβουν οι Τούρκοι και ακολούθησαν το
«Παραδρόμι». Στη θέση «Λύση» συγκεντρώθηκαν όλοι και έλαβαν την τελική και
οριστική απόφαση. Βαδίζοντας γρήγορα έφθασαν στη θέση «Κατσιγιάννη» (μείνε
Γιάννη). Εκεί τοποθέτησαν την πρώτη ενέδρα. Οι υπόλοιποι έστησαν ενέδρα στη θέση
«Καρτέρι του καλόγερου». Οι Τούρκοι μόλις μπήκαν ανύποπτοι στον κλοιό
παγιδεύτηκαν και σκοτώθηκαν όλοι, εκτός από έναν, ο οποίος οπισθοχώρησε και
φόνευσε τον επικεφαλής της πρώτης ενέδρας, τον Γιάννη.
Οι Τούρκοι της Φιλιππιάδας, μόλις
πληροφορήθηκαν το γεγονός από τον Τούρκο στρατιώτη που κατάφερε να σωθεί
έστειλαν στρατιωτική δύναμη για να τιμωρήσει σκληρά τους Κοτιτσιώτες.
Όταν έφθασε η τουρκική δύναμη
αντιμετώπισε ισχυρή αντίσταση από τους κατοίκους του χωριού που είχαν οχυρωθεί
στη θέση «Μπουλιάνα». Εκεί «και σήμερον βρίσκει κανείς μολύβια και σφαίρες». Οι
κάτοικοι τελικά νικήθηκαν και εγκατέλειψαν το χωριό τους στα χέρια των Τούρκων,
οι οποίοι κυριολεκτικά το «σκούπισαν» (το σάρωσαν). Έτσι οι νέοι κάτοικοι του
χωριού το ονόμασαν Σκούπα.
Το μονοπάτι της
Σκούπας
Μαζί με τον Αντρέα και τον Πάνο
από τη Σκούπα Άρτας, ένα χωριό κάτω από το αυστηρό Ξηροβούνι και απέναντι
από τα επιβλητικά Τζουμέρκα, περπατήσαμε κάποια φθινοπωρινή μέρα ένα
άγνωστο μονοπάτι δίπλα από τον θεογέννητο ποταμό
Άραχθο. Ένα μονοπάτι που
ξεκινάει από την κοίτη του ποταμού κάτω από το χωριό
Δαφνωτή και καταλήγει στον Κάρδαμο της Σκούπας, μπροστά στην καινούρια γέφυρα
Τζαρή. Ένα μονοπάτι που ελάχιστοι, εκτός από τους Σκουπιώτες, γνωρίζουν και το
οποίο δεν θα υπήρχε αν οι πρόγονοί τους δεν επιχειρούσαν κάποτε να τραβήξουν
μέσω αυτού λίγο από το νερό του ποταμού για να ποτίζουν τα χωράφια τους.
Αρδευτικό αυλάκι ήτανκαι, όταν εγκαταλείφθηκε, εξελίχθηκε με την πάροδο
του χρόνου σε ένα πρώτης τάξεως μονοπάτι που διασχίζει μια από τις καθαρότερες
γωνιές της Ελλάδας, την κοιλάδα του μέσου Αράχθου, και θέτει σε λειτουργία όλες
τις αισθήσεις.
Επτά
χιλιόμετρα γεμάτα εικόνες από ένα δάσος που επιστρέφει στην αρχέγονη
μορφή του, καθώς πια τίποτα δεν το απειλεί, είναι αυτό το μονοπάτι. Το μάτι δεν
μπορεί να χορτάσει από τόσα και τόσα σχήματα κορμών δέντρων και σώματα θάμνων
που προσπαθούν να ξεπεράσει ο ένας τον άλλο σε ένα διαρκές κυνηγητό προς το φως
του ήλιου. Όλα ψηλώνουν εκεί μέσα¨ ακόμη και οι δάφνες, που σπέρνουν άθελά τους τα
πουλιά στο αυλάκι, βιάζονται κι αυτές να σηκωθούν γρήγορα ψηλά.
Όλα τα δέντρα και τα κλαδιά τον περασμένο μήνα
ήταν φορτωμένα με υπέροχα χρώματα. Το ξανθοκίτρινο των σφένταμων, το κατακόκκινο της πορδαλιάς, το δροσερό πράσινο της
κουμαριάς και το βαθυγάλανο
των μέλεγων κυριαρχούσαν σε
όλο τον τόπο. Άστραφταν τα φύλλα στα ξέφωτα που πλημμύριζαν οι ακτίνες του
ήλιου, έλαμπαν με το σοβαρό, θαμπό πράσινο, στη σκιά τους οι φυλλωσιές των
χαμόδεντρων. Και το ποτάμι έτρεχε όπως
μια κινηματογραφική ταινία μπροστά μας: πότε φαινόταν λαμπερό να κυλάει αργά στο
γιαλό και πότε πίσω από τα πλατάνια έμοιαζε να παίζει κρυφτούλι με τα βήματά
μας.
Σε όλο το μήκος του μονοπατιού, ένα διαρκές μουρμουρητό από την κοίτη του
ποταμού κάλυπτε το περπάτημά μας. Ο Άραχθος, που ακόμη και το φθινόπωρο μπορεί
να κουβαλάει αρκετά νερά μαζί του, δεν κάνει πολλή φασαρία και μόνο όταν στρίβει
απότομα, σε κάποια σημεία, τότε δηλώνει με παφλασμούς το πέρασμά του ανάμεσα στα
μεγάλα λιθάρια. Το μουρμουρητό του ποταμού διέκοπταν κάποιες
στιγμές μόνο οι φωνές των πουλιών μέσα από τα κλαδιά των δέντρων.
Λίγα και επιφυλακτικά, πρόσεχαν τις κινήσεις τους και δεν φανέρωσαν
άσκοπα την ύπαρξή τους από το φόβο των κυνηγών.
Το μονοπάτι ήταν γεμάτο φθινοπωρινές οσμές¨
ήταν ο καιρός που άρχιζαν να λιώνουν τα φύλλα και η όσφρηση πλημμύριζε από
το έργο της αποσύνθεσης που
συντελούνταν στο έδαφος, σε κάθε σημείο της διαδρομής. Κάθε φύλλο σαν τελειώνει
τον κύκλο ζωής του έχει και διαφορετική μυρουδιά¨ σαν τους ανθρώπους κι αυτά,
διαφέρουν, κανένα δεν είναι το ίδιο με το άλλο. Μια αψιά, άγνωστη για πολλούς
μυρωδιά πλανιόταν σε πολλά σημεία του μονοπατιού, σαν κάποιο ιδρωμένο μεγάλο ζώο
να είχε περάσει από κει. Ήταν οι μεριές όπου λουφάζουν τα αγριογούρουνα ή εκεί όπου ψάχνουν
για ρίζες και καρπούς κάτω από τα δέντρα.
Τα πόδια απολάμβαναν το βαθύ περπάτημα στους
σωρούς από τα φύλλα και τον πυκνό κισσό που σκεπάζει το μονοπάτι.
Σχεδόν σε κανένα σημείο εκτός από εκεί που έχουν γίνει ελαφρές κατολισθήσεις,
δεν φαίνεται πουθενά γυμνό το χώμα. Πουθενά δεν αφήσαμε ίχνη, το μονοπάτι πίσω μας έμοιαζε σαν
να μην είχε πατηθεί από κανένα. Με τα χέρια παραμερίζαμε πού και πού κάποια
κλαριά που είχαν πέσει μέσα στο μονοπάτι.
Όχι πως δεν συμμετείχε και η γεύση σε αυτό το φθινοπωρινό
περπάτημά μας. Οι χιλιάδες κατακόκκινοι
καρποί της κουμαριάς κρέμονταν σαν ρουμπίνια, σαν σκουλαρίκια στα κλαριά,
ανάμεσα στα λαμπερά φύλλα, και μας προκαλούσαν να τους
δοκιμάσουμε. Δεν διστάσαμε και δεν σκεφτήκαμε πως μπορεί να λείψουν από τα πουλιά, γιατί το δάσος είναι γεμάτο
κουμαριές κι αυτά εξάλλου μπορούν να βολευτούν και
με τους καρπούς της δάφνης, των
πυράκανθων, του κισσού και τα βελανίδια. Δεν διστάσαμε επίσης να
δοκιμάσουμε και λίγα από τα υπέροχα ξινόμηλα των αγριόμηλων που
βρήκαμε σωρούς μπροστά μας.
Υπάρχουν δυο τρόποι να γνωρίσετε αυτό το
μονοπάτι της Μέσα Ελλάδας.
Ο ένας είναι να κατεβείτε με τα
πόδια από τη Δαφνωτή μέχρι τον Άραχθο ή από τον Κάρδαμο να προωθηθείτε από κει
με αυτοκίνητο μέσα από ένα στενό δασικό δρόμο.
Ο άλλος είναι να κινηθείτε ανάποδα
από τη ροή του νερού και από τον Κάρδαμο να πάρετε το μονοπάτι και να φθάσετε
στη Δέση κι από κει να καταλήξετε με τα πόδια στη Δαφνωτή ή
με αυτοκίνητο να επιστρέψετε στον Κάρδαμο.
Κατά τη γνώμη μου, ο καλύτερος
τρόπος να γνωρίσετε το μονοπάτι είναι ο πρώτος, δηλαδή να ακολουθήσετε τον ρου
του ποταμού και οπωσδήποτε, αν πρόκειται για πρώτη φορά, να πάτε μαζί με κάποιον
ντόπιο.
Αφού φθάσετε, λοιπόν, στο σημείο όπου καταλήγει
ο δασικός δρόμος κάτω από τη Δαφνωτή, θα βρεθείτε σε ένα μεγάλο άνοιγμα
της κοίτης του ποταμού, λίγο πιο κάτω από τη συμβολή του Λεπιανίτικου
ρέματος και το σημείο που μέλλει να υψωθεί το φράγμα του Αγίου Νικολάου που
θα κόψει για δεύτερη φορά τον ποταμό στη μέση. Πρόκειται για ένα πολύ όμορφο
μέρος, με τον ποταμό καθώς κατεβαίνει να σχηματίζει μια μεγάλη στροφή, να χαϊδεύεται από τη μια στα σκληρά βράχια
της
όχθης από τη μεριά του χωριού Ρωμανός και από την άλλη να τρίβεται στα μεγάλα λιθάρια της μικρής
λογγάςστην περιοχή που
καλείται Στώμη.
Εκεί, στην άκρη του ποταμού κοντά στα μεγάλα
λιθάρια όπου ζουν ακόμη βίδρες, αρχίζει να
διακρίνεται το μονοπάτι και ανεπαίσθητα αρχίζει να ανεβαίνει ψηλότερα από το
γιαλό και να χώνεται πίσω από τα πλατάνια που έχουν θρασέψει προς την πλευρά του
ποταμού. Πρέπει να πούμε πως το μονοπάτι δεν είναι ορατό σε όλο το
μήκος από την πλευρά του ποταμού, καθώς εύρωστα πλατάνια και τα άλλα πυκνά δέντρα που
είναι ριζωμένα κάτω από το αυλάκι τον κρύβουν. Στα σημεία που αραιώνουν, τότε
εμφανίζεται ο Άραχθος να κυλάει πότε ήρεμος στο γιαλό με τα χαλίκια και πότε
αφρισμένος να αλέθει πέτρες και χαλίκια στις στροφές του.
Λίγο μετά το Λιαπατέϊκο λαγκάδι,
φθάνουμε σ’ ένα δασωμένο σημείο κάτω από το συνοικισμό Φράξος, που
λέγεται Ναστέϊκα. Εκεί, λίγο πιο πάνω από το μονοπάτι, πνιγμένα στα
δέντρα υπάρχουν και κάποια παρατημένα σπίτια, χαρακτηριστικά της
ντόπιας αρχιτεκτονικής. Κάτω από το άλλο σημείο που καλείται Σαγανέϊκα, ο
ποταμός φαίνεται να κάνει μια υπέροχη στροφή προς την απέναντι όχθη και το
σημείο λέγεται, άγνωστο για ποιο λόγο, γύρα του Καπετάνου. Κι εκεί λίγο
πιο πάνω από τα τεράστια πλατάνια που πνίγουν οι
κισσοί στο Καλοκαιρινό, στέκει ακόμη όρθιο το παλιό ωραίο σπίτι του
Νάστου που επιχείρησαν να κάψουν ανεπιτυχώς οι Γερμανοί και αγναντεύει την ωραία
στροφή του ποταμού που καλείται Ναστέϊκα. Πρέπει να πούμε πως το μονοπάτι σε
όλο το μήκος του καθορίστηκε με έξοδα του Δήμου Ξηροβουνίου
μόλις πέρσι και Λεωνίδας Τσιάπαλης,
που το θεωρεί ως ένα σημαντικό μνημείο
της περιοχής, θέλει να το διατηρεί ανοιχτό και προσπελάσιμο όλο το
χρόνο. Σύντομα δε, πρόκειται να προχωρήσει και στη σηματοδότησή του. Ένα τμήμα του, από τον
Κάρδαμο μέχρι το Στεφάνι του
Χριστόφορου, είχε ανοιχτεί παλιότερα από την Αδελφότητα
Σκούπας και αυτό ήταν η αρχή να συνεχίσει ο δήμος τη λαμπρή πρωτοβουλία που
θα ζωντανέψει την κοιλάδα.
Το μονοπάτι δεν παρουσιάζει κάποια ιδιαίτερη
δυσκολία, προχωρεί μέσα στην κοίτη του παλιού αυλακιού και καθώς ανεβαίνει και
δεν το φθάνουν οι κορυφές των δέντρων, μπορούμε να βλέπουμε χαμηλά τον ποταμό
και να αγναντεύουμε τα απέναντι ψηλά, απόκρημνα βράχια. Η
πρώτη εντύπωση που δίνει αυτή η ορθοπλαγιά είναι ότι αυτό το σημείο είναι
απάτητο όχι μόνο από ανθρώπους, αλλά και από κατσίκια. Αυτό που σήμερα φαίνεται
ακατόρθωτο το έκανε ένα βράδυ στα ταραγμένα χρόνια του εμφυλίου κάποιος
Χαρίτος, ο οποίος κατάφερε να γλιτώσει από τους διώκτες του περνώντας από
αυτή την απάτητη πλαγιά. Ως ανάμνηση του κατορθώματος αυτού, οι
ντόπιοι αναφέρονται στο σημείο με τον υπαινικτικό χαρακτηρισμό
«Απ΄ εδώ πέρασε ο Χαρίτος».
Το
πιο επιβλητικό σημείο του μονοπατιού είναι το σημείο που καλείται
Στεφάνι του
Χριστόφορου, ένα στενό πέρασμα
που κρέμεται κυριολεκτικά πάνω από το ποτάμι σε ύψος
20
μέτρων. Με λίγη προσοχή, οι
δυσκολίες σε αυτό το σημείο του μονοπατιού ξεπερνιούνται γρήγορα και μόλις
βγούμε από το Στεφάνι του Χριστόφορου βρισκόμαστε στο Καλάμι, ένα σκιερό
και ιδιαίτερα υγρό μέρος, όπου οι κορμοί των δέντρων είναι τυλιγμένοι, όπως σε
κάποια τροπικά δάση, με βρύα.
Εκεί το ποτάμι απομακρύνεται από
την όχθη της Σκούπας και αγγίζει απέναντι την όχθη με τα θεριωμένα πλατάνια,
όπου κάποτε υπήρχε ένας μύλος, ο καλούμενοςμύλος του Φλούδα.
Εκείνος ο μυλωνάς είχε φτιάξει ένα αυλάκι να φέρνει νερό από το ποτάμι
στο μύλο, ένα αυλάκι το οποίο κι αυτό έχει γίνει ένα
ωραίο παραποτάμιο μονοπατάκι.
Είμαστε ήδη αρκετά ψηλά και μακριά
από το ποτάμι, όταν βλέπουμε, κάτω από το σημείο που καλείται Μαύρα
Λιθάρια, έναν άνθρωπο να ψαρεύει με
αγκίστρια σε ένα άπλωμα της κοίτης και μας έρχονται στο μυαλό τα λόγια του
δραστήριουΜήτρου Λάμπρουπου ζει ακόμη στονΚάρδαμο, για
τα χρόνια που το αυλάκι εκτός από το νερό πλημμύριζε τα χωράφια με ψάρια
καιχέλια.
Τώρα, μετά την κατασκευή φραγμάτων στο Πουρνάρι Ι και
ΙΙ, τα ψάρια λιγόστεψαν, ενώ τα χέλια εξαφανίστηκαν.Σύντομα βρισκόμαστε στο σημείο που
καλείται Μαύρα Λιθάρια, από τις μεγάλες μαύρες πέτρες που ήταν στην
άκρη του γιαλού. Παλιότερα, δίπλα στο μονοπάτι υπήρχε μια πηγή, η οποία χάθηκε
κάτω από τα μπάζα μιας μεγάλης κατολίσθησης. Ήδη βλέπουμε από κοντά την
ολοκαίνουργια γέφυρα του Τζαρή και καταλαβαίνουμε πως το μονοπάτι τελειώνει.
Μαζί του τελειώνουν και οι σκέψεις πωςένα μεγάλο έργο, μιας εποχής που πέρασε, τουλάχιστον δεν έχει
διαλυθεί και με άλλο ρόλο επανέρχεται στη ζωή των ανθρώπων. Το
αυλάκι, που έχει γίνει σήμερα ένα
εξαιρετικό μονοπάτι, είχε ανοιχτεί το1956-57και είχε στοιχίσει300000,
τοτινές δραχμές και πότιζε
250 στρέμματαμε δυναμικές για την
περιοχή καλλιέργειες. Κάποια εποχή, μάλιστα, κατάφεραν καιπέρασαν νερό
απ’ αυτό το αυλάκι και στα απέναντι χωριά. Μέχρι πριν από λίγα χρόνιακρατιόταν
όρθιος και ο κατά είκοσι πέντε μέτρα απαραίτητος για τη διοχέτευση νερού υψηλός
πύργοςκοντά στο σημείο που
λέγεταιΜελίσσια του ποταμού. Έπεσε και καθώς όλες οι καλλιέργειες είχαν
εγκαταλειφθεί δεν χρειάστηκε να τον ξαναστήσουν. Όπως δεν χρειάστηκε, από το
1975 και δώθε, να καθαρίσουν το αυλάκι.Έτσι στενό,
ύστερα από 30 χρόνια εξελίσσεται τώρα στο όμορφο μονοπάτι της
Σκούπας.
Το Παραποτάμιο Μονοπάτι της Σκούπας
Ιδιαίτερη μνεία έγινε στο
περιοδικό «ΓΕΩΤΡΟΠΙΟ» (τεύχος
301, Σάββατο 21 Ιανουαρίου 2006, σελ. 58-63) της Ελευθεροτυπίας για το
παραποτάμιο μονοπάτι του Αράχθου, που ξεκινάει από το ρέμα Λιαπάτη και καταλήγει στη Γέφυρα Τζαρή. Δημιουργός του άρθρου ήταν ο δημοσιογράφος
Ηλίας Προβόπουλος.
«…Επτά
χιλιόμετρα γεμάτα εικόνες από ένα δάσος που επιστρέφει στην αρχέγονη
μορφή του, καθώς τίποτα δεν το απειλεί… … Όλα τα δέντρα και τα κλαριά τον
περασμένο μήνα ήταν φορτωμένα με υπέροχα χρώματα. Το ξανθοκίτρινο των σφένταμων, το
κατακόκκινο της πορδαλιάς, το δροσερό πράσινο της
κουμαριάς και το βαθυγάλανο των μέλεγων
κυριαρχούσαν σε όλο τον τόπο. Άστραφταν
τα φύλλα στα ξέφωτα που πλημμύριζαν οι ακτίνες του Ήλιου, έλαμπαν με το σοβαρό , θαμπό πράσινο, στη
σκιά τους οι φυλλωσιές των χαμόδεντρων. Και το ποτάμι έτρεχε όπως μια
κινηματογραφική ταινία μπροστά μας: πότε φαινόταν λαμπερό να κυλάει αργά στο
γιαλό και πότε πίσω από τα πλατάνια έμοιαζε να παίζει κρυφτούλι με τα βήματά
μας…
…Το πιο επιβλητικό
σημείο του μονοπατιού είναι το σημείο που καλείται Στεφάνι του
Χριστόφορου, ένα στενό πέρασμα που κρέμεται κυριολεκτικά πάνω από το
ποτάμι σε ύψος 20 μέτρων. Με λίγη προσοχή, οι δυσκολίες σε αυτό
το σημείο του μονοπατιού ξεπερνιούνται γρήγορα και μόλις βγούμε από το Στεφάνι
του Χριστόφορου βρισκόμαστε στο Καλάμι, ένα σκιερό και ιδιαίτερα υγρό μέρος,
όπου οι κορμοί των δέντρων είναι τυλιγμένοι, όπως σε κάποια τροπικά δάση, με
βρύα».