Τετάρτη 22 Ιουλίου 2026

“Ηθογραφικό διήγημα από τον τόπο μας. Στο πανηγύρι τ' Άϊ-Λιά






Γράφει ο Αθανάσιος Δημ. Στράτης.






Περί πανηγυριών ο λόγος των τελευταίων ημερών, μιάς και βρισκόμαστε στην καρδιά της εποχής τους. Αλλά ας ρίξουμε μια ματιά, πως λάβαιναν μέρος αυτά σε παλαιότερες εποχές. Σαν χθές πανηγύριζε ο Προφήτης Ηλίας Ηλιοβουνίων Πρεβέζης, όχι ο νέος στα Φλάμπουρα, αλλά ο παλιός στις κορφές του ομώνυμου βουνού.

Παρατίθεται μια περιγραφή του πανηγυριού, μάλλον κατά το έτος 1886. 


«Πανηγύρι στον Άϊ – Λιά.

Σπύρου Ντούσια (δάσκαλου). 

Παραμονή απόγευμα, της γιορτής τ’ Άϊ – Λιά στις 19 Ιούλη.

Ανακατοσούρα στο χωριό. Οι γυναίκες είχαν τον πρώτο λόγο. Το ‘χουν τάμα κάθε χρόνο, αυτή τη χρονιάρα μέρα, ν’ ανεβαίνουν στο Μοναστήρι του στα Λιοβούνια, να νυχτοξημερώνουν εκεί προσκυνώντας τη χάρη του και πρωί-πρωί στις 20, μέρα της γιορτής του, να κατεβαίνουν με τη δροσιά για το χωριό.

Μαζί τους συνοδιά και εμείς οι άντρες.

Φροντίδα των γυναικών τα φαγητά της βραδιάς. Φροντίδα δική μας τα αρτύσιμα φαγητά. Δηλαδή προμηθευτήκαμε συκωταριά γιδίσια και τα’ απαραίτητα καθάρια χέλια, τέσσερα στο κιλό απ’ το μπάρμπα Νάκο στ’ Αναβρυστικά για σουφλιστά.

Μαζί μας ούζο και κρασί.

Συγκεντρωθήκαμαν στην ώρα π’ ορίστηκε και ξεκινήσαμαν για τ’ ανέβασμα του βουνού ποδαρόδρομο. Ανηφορικό τ’ ανέβασμα, στενό το δρομάκι, γιδόστρατα με πολλές κοϊδέλλες. Στην κορυφή του βουνού το Μοναστήρι, σ’ ένα έξοχο φυσικό περιβάλλον. Μόνιμο κατοικιό τα’ Άϊ-Λιά.

Μοναστήρι παλιό, δεμένο μ’ όλες τις περιπέτειες της πατρίδος μας, όπως όλα τα Μοναστήρια. Ταπεινή απόμακρη κυψέλη, με έντονη επαναστατική δραστηριότητα στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, αλλά κι αργότερα με τη ζωντανή παρουσία του βοηθώντας φτωχούς, ορφανά και κάθε αναξιοπαθούντα, στην πάλη για επιβίωση.

Μεγαλόπρεπο, πλούσιο σε κελιά κι άλλους βοηθητικούς χώρους, δυστυχώς παραμελημένα, που αν είχαν φωνή, θα μας μολόγαγαν ολόκληρες ιστορίες αγώνων και παλληκαριάς. Καταφύγιο και ορμητήριο της κλεφτουριάς και κάθε κατατρεγμένου ραγιά απ’ τον Τούρκο δυνάστη.

Μοναστήρι με βακούφικη περιουσία παλιά, γύρω στα 5.000 στρέμματα βοσκοτόπια, μ’ εκατοντάδες γιδοπρόβατα και σε κάθε γιορτή του, φιλοξενούσε τους προσκυνητές ψήνοντας τραγιά και κριάρια.

Στο βακούφικο χώρο του, είναι τώρα χτισμένο το βλάχικο χωριό «Ηλιοβούνια».




Στολισμένο και πλουτισμένο στις δόξες του μ’ έπιπλα και σκεύη πανάρχαια και μεγάλης αξίας, πολυέλαιους μεγαλοπρεπείς, εικόνες θαυμαστής τέχνης, Ευαγγέλιο χρυσοκαλυμμένο, ασημοκάντηλα κι ασημένια κηροπήγια, κι άλλα πολλά αναθήματα, όλα αφιερώματα χριστιανών αγωνιστών της λευτεριάς και τάματα απελπισμένων και πονεμένων ανθρώπων, το καθένα με τη δική του ξεχωριστή ιστορία, όλα στη χάρη του Αγίου, που σ’ αυτήν  στήριζαν κάθε ελπίδα για λευτεριά, λυτρωμό και λύτρωση.

Δυστυχώς με τον καιρό, κάποια βέβηλα χέρια, μια κάποια περίοδο, τα αφαίρεσαν σχεδόν όλα τα πολύτιμα λίγα-λίγα και ευκαιριακά.

Για φύλαξη; για Μουσειακή χρήση; Ή για κάτι άλλο πιο εφήμερο;

Πολλά λένε οι παλιότεροι απ’ τα γύρω χωριά κι όχι τόσο ευχάριστα.

Πάντως αυτοί που τα πήραν ξέρουν το γιατί. Κι ο πνευματικός που θα τους εξομολογήσει αν θελήσουν να τα μαρτυρήσουν όλα και πούνε την αλήθεια. Για να σχωρεθή το μεγάλο αμάρτημά τους και για να μπούν στον Παράδεισο αγνοί, σαν καλοί χριστιανοί. Και τον έχουν τόσο ανάγκη, όσοι τάχθηκαν στη δούλεψή του!!! Μπορεί να μη ζούνε τώρα.

Δεν ξέρω αν ήταν σχηματισμένοι ή όχι, αυτοί οι προστάτες των «ιερών και των οσίων». Ήταν τάχα τόσο …προοδευτικοί, που δεν παραδέχονταν μερικές γι’ αυτούς δογματικές λεπτομέρειες της χριστιανικής θρησκείας και θεώρησαν περιττά αυτά τα όχι και τόσο αναγκαία γι’ αυτούς πολύ ακριβά …στολίδια, που για το μέτρο τα αντικατέστησαν με πιο πρόχειρα και φτηνά.

Όμως η συνείδησή τους, θα ‘πρεπε νάταν έστω και σε μικρό βαθμό, μπροστά σ’ αυτό το μεγαλείο του αγίου και ιερού αυτού χώρου, εμποτισμένη με το θρησκευτικό συναίσθημα, με το θρησκευτικό πνεύμα, σαν λογικών και υπεύθυνων και ομολογουμένως καλής πίστης ανθρώπων, που είναι πιστεύω, βάση της ανώτερης ψυχικότητας, ειδικά στην προκειμένη περίπτωση.

Αν μπορούμε ν’ αγγίξουμε το Θεό, που αλλού θα τον αγγίξουμε, αν όχι στη συνείδηση.

Και τι άλλο πρέπει να ‘ναι η συνείδηση του κάθε ανθρώπου, αν δεν είναι κάτι έστω και πολύ μικρό, που το κουβαλάει μέσα του, ένα κομματάκι από τη συνείδηση όλων των ανθρώπων της γής, σ’ όλες τις εποχές, συνυφασμένο με το πανανθρώπινο πνεύμα της ηθικής του φύσης, μιάς ταυτότητας ξεχωριστής, πραγματικά υπέρτερης και θείας.

Τιμή κι αξιοσύνη στους προγόνους μας, που το ‘στησαν καραούλι εκεί ψηλά στην Τούρλα (κορφή) του βουνού, να διαφεντεύει τα γύρω του χωριά, που στην αγιοσύνη του ορκίζονται και την αγιοσύνη του επικαλούνται στις δύσκολες στιγμές και ντροπή στους επίγονους, που δεν μπόρεσαν όχι μόνο να το διατηρήσουν, αλλ’ αντίθετα το απογύμνωσαν και το κατάντησαν βουβό μάρτυρα μιας περασμένης εποχής, τότε που ο Θεός ήταν πιο σιμότερα και συνομίλαγε με τους ανθρώπους του, τότε που η αγάπη βασίλευε απαλλαγμένη απ’ τη δυναστεία του «εγώ», που δυστυχώς κυριαρχεί σήμερα τόσο αρνητικά, στις ανθρώπινες σχέσεις.

Ας συνεχίσουμε. 

Περπατώντας και παραπατώντας κάποτε, σιγά-σιγά με κοντανάσες απ’ την ανηφοριά, μ’ αποσταμένες μισοκουβέντες και με το βάρος των εφοδίων στην πλάτη, με κάνα δυό στάσεις ξεκούρασης ύστερα από μιάμιση βουνίσια ώρα πορεία, αντικρύσαμε μπροστά μας, πολύ κοντά τώρα το περήφανο καμπαναριό του μοναστηριού. Σωστός γίγαντας, βιγλάτορας παρατηρητής κι εξουσιαστής που με τη μεγάλη καμπάνα του, όταν κτυπούσε, σκόρπαε τους γλυκούς μεταλλικούς ήχους της, σ’ όλα τα γύρω χωριά και πιο πέρα ακόμα, ως εκεί που ‘φτανε η ανάσα της, σημάδι παρουσίας του Θεού και μήνυμα αγάπης στους ανθρώπους, που ακούοντάς την σταυροκοπιούνταν με την καρδιά τους κι επικαλούνταν τη βοήθεια, τη χάρη του αγίου πάντα και για όλες τις ανάγκες τους.

Γιομάτοι ιδρώτα και κούραση αρκετή, μπήκαμαν στο μαντρωμένο περίβολο, βρήκαμε ένα πλάτωμα, αρκετά βολικό μέρος και καθίσαμαν.

Λίγο λίγο το προαύλιο, αρκετά μεγάλο, γέμισε προσκυνητές κι η κάθε παρέα ανάλογα με τη συγγένεια και τη φιλία που την έδενε, χώριζε τα σύνορά της απ’ τη διπλανή με τα στρωσίδια που ‘χε μαζί της φερμένα για να καθίσουν γονείς και λιανοπαίδια, μπορεί και κάποιος έκτακτος.

Σιγά- σιγά απλωνόταν η νύχτα, κι’ η όλη έκταση γύρω άρχισε να πνίγεται στην καταχνιά και τα σκοτάδια πύκνωναν και σφιχτόπλεκαν τον κάμπο και το βάλτο, κάτω χαμηλά με τη χαρακτηριστική βουβαμάρα τους.

Η άγια αυτή νύχτα, με το μαγικό της πέπλο, σκέπαζε κάθε ψυχή κουρασμένη, απάλαινε και γλύκαινε του κάματου τα σημάδια. Έκανε γλυκό κάθε καημό και ελπίδα κι αλάφραινε κάθε έγνοια και πόνο, που δημιουργούν στον καθένα αισθήματα και συναισθήματα, λειτουργικές καταστάσεις και παραλλαγές απ’ τα διάφορα βιώματα, που αποτυπώνονται μέσα μας, κάτω απ’ την επίδραση των υποκειμενικών μας εντυπώσεων κι απ’ όλους τους τομείς της δράσης μας, της κάθε μέρας που γίνεται παρελθόν. Ήταν νύχτα αισθησιακή και θρησκευτική μαζί. Όλο το «είναι» μας το γλύκαινε, το χάϊδευε, το ανακούφιζε μέσα στον παρήγορο ίσκιο της κι αφήνουσαν τελικά με εμπιστοσύνη στην αγκαλιά της, για να λευτερωθεί καρδιά και νους από το άγχος της μέρας, για την καθημερινή φροντίδα να κάνουμε καλλίτερη τη ζωή μας, στην υλοποιημένη της μορφή.

Μα, η Αϊ-Λιώτικη νύχτα, δεν ήταν μόνο για ρομαντισμούς, για όνειρα και φιλοσοφικές εξάψεις. Ήταν νύχτα γιορτάσιμη, νύχτα ευλογημένη με της αγιωσύνης τη χάρη κι έπρεπε να ξενυχτίσουμε, ν’ ανοίξουμε τις καρδιές μας, να το γλεντήσομε.

Έτσι λοιπόν πρώτη μας δουλειά ήταν να μπούμε στην εκκλησιά, να κάνουμε το σταυρό μας, ν’ ανάψουμε κεράκια ν’ ασπαστούμε την εικόνα του Αγίου, που την είχαν μπροστά οι παπάδες λουλουδοστεφανωμένη, να βρούμε κάποια άκρη, να στριμωχτούμε και λίγο, για να παρακολουθήσουμε τον Εσπερινό.

Πολλοί παπάδες και από τα γύρω χωριά.

Κάποιος θεμιτός ανταγωνισμός καλλίτερης μελωδικής φωνής απ’ τους ψάλτες στα δυό αναλόγια και σίγουρα μελετημένη εναλλαγή στους ρόλους τους οι παπάδες στο εσωτερικό του ιερού κι απ’ έξω.

Με το «Δι’ ευχών των αγίων Πατέρων ημών…», βρεθήκαμε όλοι έξω και στρωθήκαμε  στη δουλειά. 

Δουλειά μας ήταν: Να μαζέψουμε ξύλα για τη φωτιά, να τα σωριάσουμε σε κάποια άκρη, να καθαρίσουμε με προσοχή τον τόπο που θ’ ανάβαμε τη φωτιά, μη βάλουμε και καμιά μεγάλη φωτιά και ν’ αρχίσουμε να ετοιμάζουμε το φαγητό της βραδιάς.




Ο Θόδωρος, ο πιο φοβητσιάρης, πήρε ένα χερόξυλο και πρώτος-πρώτος μπροστά απ’ τις γυναίκες, χτυπώντας τα χορτάρια δεξιά κι αριστερά και μπρός για να διώξει  τα φαρμακερά φίδια του βουνού, άνοιγε σίγουρο δρόμο, να φτάσουν με το καλό στη «στέρνα» με το βρόχινο νερό κι εκεί να πλύνουν και να καθαρίσουν τη γίδινη σκωταριά και τα καθάρια χέλια για νάναι έτοιμα για τους σουφλαμάδες.

Έγινε κι αυτό και γυρνώντας αρχίσαμαν οι άντρες να κόβουμε κομάτια το κάθε είδος και να τα σουβλίζουμε ριγανοαλατισμένα ξεχωριστά σε πρόχειρες σούβλες από ξερά βλαστάρια κάποιας αγριελιάς που βρέθηκε εκεί κοντά.

Ανάψαμαν φωτιά, έπεσε θράκα, βάλαμαν ανάλογες φούρκες σ’ ανάλογη απόσταση, στηρίξαμαν τις σούβλες απάνω τους κι αρχίσαμαν το γύρισμα για το ψήσιμο με τη σειρά ο καθένας.

Γενικός κουμανταδόρος στο ψήσιμο ποιος άλλος; Ο αξέχαστος ο μπάρμπα-Νάσιος.

-Για ‘κούτε ‘δώ, το ψήσιμο θέλει ρέγουλα, ά ή όχι, θελ’ υπομονή για να φας νοστιμάδα. Ο πάσα ένας δε μπορεί να κάνει το μάστορα. Έεε, εσύ λίγο γρηγορότερα το γύρισμα τώρα στην αρχή, ά ή όχι; Και μ’ ένα χερόξυλο μακρύ, έβαζε με υπολογισμό αναμένα κάρβουνα, πότε στη μια μεριά, πότε στην άλλη, κατ’ απ’ τις σούβλες.

Το πλατύ ασπροζώναρο, που κουλούρωνε κι έσφιγγε τη μέση του, έκρυβε πάντα κάποιο εργαλείο κοφτερό και πολύ χρειαζούμενο, τη σακούλα με τον καπνό και τα ροκόφυλλα για το στρίψιμο της τσιγάρας και σπάνια ένα μικρό κουτάκι ταμπάκο, πιο πολύ για να εξυπηρετεί κάποιο γεροντότερο, παρά για λόγου του.

Βουβαλιάρης μια ζωή στον Βάλτο, πρώτος στο κυνήγι στις λούφες και στα παπιά, πρώτος χελάς με βαλκούς και κοφίνες, ιβαράς στον Αυλέμονα και στον Καρυδιά πολλά χρόνια, πρώτος στο γλέντι και στο χορό με πρώτο τραγούδι το «Γκέκα» και γάμος και χαρά, χωρίς τον Μπάρμπα Νάσιο, δεν γόνονταν στο χωριό.

Όταν μίλαγε, το χέρι του πάντα έπαιζε με το παραδοσιακό μουστάκι του. η βαθιά καλοσυνάτη φωνή του, αντηχούσε γεμάτη προθυμία να σ’ ευχαριστήσει, αργή και κάπως κομπιαστή, αλλά πάντοτε άδολη και χαρωπή.

Ήταν ξεχωριστό πρόσωπο, που έπαιζε καθοριστικό ρόλο σε κάθε χαρούμενη, αλλά και πένθιμη στιγμή του χωριού.

Στο μεταξύ οι γυναίκες είχαν στρώσει πρόχειρα τραπεζομάντηλα κι είχαν σκορπίσει κλέφτικα τους πρόχειρους μεζέδες που ‘χαν κουβαλήσει απ’ το χωριό, τυριά, ψωμιά, τυρόπιτες, αυγά κ.ά.

Μας γιόμισαν τα ποτήρια ούζο για τον καθένα και πρώτες αυτές:

-Ε, άντε γειά μας, βοήθεια ο άγιος μεγάλη η χάρη του, κι έκαναν σταυρό, χρόνια πολλά και καλά κι ότι θέλ’ η καρδιά του καθένα μας, μ’ ένα γιό η νιόπαντρη, καλή λευτεριά η γκαστρωμένη και στην καρδιά σας οι στέρφες, καλή τύχη κορίτσια, να ζήσουν τα παιδιά μας, τα αγγόνια μας. Μπερδεμένες ευχές απ’ την πολυφωνία κι απ’ τη διάθεση για γλέντι και στη συνέχεια τσούγκρισμα των ποτηριών ένας-ένας.

-Άϊντε, τσιμπείστε τίποτε πρόχειρο τώρα για μεζέ, ώσπου να ψηθούν οι σουφλαμάδες.

Τα ίδια έκαναν όλες οι παρέες των προσκυνητών.

Πιο πέρα ένα πρόχειρο φτειαγμένο μουσικό τρίο, από μια λίρα Λιοβουνιώτικη, ένα πλανόδιο κλαρίνο και με τον «πανταχού παρόντα» Πάνο Φιλίππη (Πεθαμένος το επίθετό του) απ’ το Πολυστάφυλλο, ύστερα από τον Εσπερινό, είχαν αρχίσει το προεισαγωγικό κούρντισμα, λίγο παρατραβηγμένο λύρα και κλαρίνο, πιο πολύ για σημάδι παρουσίας τους, παρά για να συμφωνήσουν στον τόνο.

Το τράβαγαν όμως πολύ το κούρτισμα και γυρόφερναν ερευνητικά τις ματιές τους για να διαπιστώσουν αν τους προσέχουμε μ’ ενδιαφέρον ή όχι.

Λίγο-λίγο άρχισαν να παίζουν κάποιο ταλαιπωρημένο απ’ την παραποίηση εμβατήριο για να ξυπνήσουν τα αίματα και συνέχισαν να τραγουδάνε σκοπούς του τόπου μας, κλέφτικα, ποντιακά, για όλα τα γούστα κι έβγαζαν συμπέρασμα απ’ τις ρυθμικές κινήσεις των μερακλήδων, αν ΄φτασε η ώρα του νυχτιάτικου μεροκάματου ή όχι.

Και πραγματικά ύστερα από λίγο οι πιο πρώϊμοι, μπήκαν στο κέφι κι άρχισαν να στρώνουν το χορό, σερκοί και θηλυκοί αντάμα.

Οι παπάδες, τέσσερις συνολικά, βγήκαν από την εκκλησιά κι άρχισαν να καλησπερίζουν τις παρέες μια μια, να εύχονται «Χρόνια Πολλά και βοήθεια ο Άγιος», να μην αρνιούνται να παίρνουν κάποιο μεζεδάκι μαζί με το ουζάκι που τους πρόσφεραν έτσι «για το καλό» έλεγαν, που το ‘παιρναν όμως με μεγάλη προθυμία, μη λάχει και τους χαλάσουν το χατήρι μια και το καλούσε η βραδιά κι αφού στο μεταξύ περιεργάζονταν το πλήθος και το είδος των φαγητών της κάθε παρέας, για να ξέρουν που θα στεριώσουν και να ‘ναι έτοιμοι, να μην αρνηθούν τυχόν πρόσκληση που θα κάλυπτε τις γαστρονομικές τους ορέξεις.

Στο μεταξύ έλεγαν στις γυναίκες της κάθε παρέας την ίδια επωδό:

-Ακούστε γυναίκες κι όλοι σας. Θ’ αρχίσουμε τη λειτουργία ότι στις 3.30 η ώρα. Να ‘στε έτοιμες. Όποια θέλει μπορεί να κοιμηθεί και μέσα στην εκκλησία.

Αφού πέρασαν όλες τις παρέες κατάληξαν στη δική μας. Τους προσφέραμε τόπο να καθίσουν και κάθισαν χωρίς πολλά παρακάλια. 

Ίσως επειδή η παρέα μας τους ήταν πιο γνώριμη, είχαμαν και Πρεβεζιάνους φίλους μαζί μας, μπορεί και η προκλητική μυρουδιά των κοκορετσιών και των χελιών να βοήθησε σ’ αυτό, ερεθίζοντας τη όρεξή τους πιο πολύ.

Εμείς όμως το χαρήκαμαν αυτό, γιατί έδινε τώρα ένα ξεχωριστό χρώμα στη συντροφιά μας, μια κάποια σοβαροφάνεια και βαρύτητα ποιότερ’ απ’ τις άλλες συντροφιές.

Τρώγωντας μεζέδες και πίνοντας τα τερψιλαρύγγια ουζάκια μας, ανάμεσ’ απ’ αστεία κι ανέκδοτα παλιά και σύγχρονα, ένας παπάς ήταν άφταστος σ’ αυτά, πέρασ’ αρκετή ώρα χωρίς να μας φανεί και βγήκαν οι σουφλαμάδες χέλια και κοκορέτσια.

Ζεστά-ζεστά ο μπάρμπα Νάσιος, τα ‘βγαζε απ’ τις σούβλες.

Σε κάθε τράβηγμα έκανε κι ένα φσσς, φυσώντας και ταυτόχρονα γλύφοντας τα δάχτυλα πού ‘πιαναν τους μεζέδες, μη λάχει και πάει χαμένη κάποια ξεχωριστή νοστιμάδα.

Τους σκόρπισε στα πρόχειρα πιάτα εδώ κι εκεί, δυό σε δυό ή και τρείς τρείς να τρώμε, χωρίς βέβαια να λογαριάσει πως μερικών τα χέρια ήταν λίγο πιο μακρύτερα απ’ το φυσικό τους.

Ένας παπάς ετοιμάστηκε για το «ευλογητός». Τσιμουδιά εμείς. Έκανε μια μικρή εισαγωγή …και τελικά ανάθεσε στον πιο γεροντότερο την ευλογία του τραπεζιού μας:

Κι ο  ηλικιωμένος παπάς πήρε ύφος, τρίτωσε τα δάχτυλα χαρακτηριστικά σμίγοντάς τα σε σχήμα ευλογίας, σήκωσε το χέρι του ψηλά κι άρχισε:

-Χριστέ ο Θεός ευλόγησον την βρώσιν και την …την…την…και το μάτι του έπαιζε αστρίτης δεξιά και αριστερά, και την …την…

-Μωρέ φέρτε την νταμιζάνα με το κρασί, το ‘πιασε κάποιος, δεν ακούτε πως σκάλωσε ο παππάς, πού είναι η «πόσις»; Φέρτε τη γρήγορα … την έφεραν και συνέχισε ο «ευλογών»:

-….και την πόσιν και πλήθυνον αυτά ….κι όλα τα άλλα ως το τέλος.

Σταυροκοπηθήκαμαν βιαστικά, ξανά οι ίδιες ευχές «χρόνια πολλά» και ριχτήκαμαν στο φαγητό.

Φάε πιές, φάε πιές, ξεθαρέψαμαν κι ο ίδιος παπάς, άρχισε να ψέλνει το τροπάριο του Αγίου:

«Ο ένσαρκος άγγελος….».

Ύστερα το ρίξαμαν  στο τραγούδι «της τάβλας» με μια διάθεση ενθουσιαστική. 

Πνιγμένοι στη γοητεία του τοπίου και τη μυστηριακή ανάσα της νύχτας μ’ ανήσυχα τα συνεφάκια στον ουρανό που ετοίμαζαν την πρωινή δροσιά, να σεριανάνε κοπαδιαστά αφήνοντας σε διαστήματα τρύπες γιομάτες ασήμι απ’ το ασημένιο φώς του φεγγαριού που σκορπίζονταν τονίζοντας μεγαλόπρεπο το ασημένιο χάος της νύχτας, μήκαμαν όλοι σχεδόν στο κέφι.

Μας πρόσεξαν οι οργανοπαίχτες, κάτι ψιθύρισαν μεταξύ τους και λίγο-λίγο ταπεινά κι επιφυλαχτικά μας πλησίασαν.

«Εδώ» θα ‘παν, «σίγουρα θα πέσει λεφτό απόψε».

Μας πέρασαν ίσως για πολύ εχούμενους. Πολλοί άνθρωποι βλέπεις, στέκονται ταπεινά μπροστά σ’ αυτούς που τάχουν, όχι βέβαια γιατί τους φοβούνται, αλλά γιατί μπορεί υποσυνείδητα να νομίζουν ή και να το πιστεύουν πως ο Μεγαλοδύναμος, δεν τους έπλασε ίδιος μ’ αυτούς.

Με το πρώτο και δεύτερο τραγούδι στον «τσάμικο» και στο «συρτό» σκοπό όλα, με τα απανωτά τσουγκρίσματα των ποτηριών, τα «βίβα» και τα «γειά μας» πετάγεται πρώτος να σύρει το χορό ο πιο γλεντζές παπάς. Μικρή επανάσταση στα καθιερωμένα.

Αφού πρώτα κατέβασε μονορούφι το ξέχειλο κρασοπότηρο και σκόρπισε με το αντίστροφο της παλάμης του τα βρεγμένα πληθωρικά μουστάκια και τα γένια του, μας άρπαξε έναν – έναν σερκούς και θηλυκούς, σωστή ανθρώπινη αλυσίδα, διάταξε στ’ αυτί του κλαριτζή τραγούδι κι αυτός βρόντιξε τους «Κολοκοτρωναίους».

«Λάμπουν τα χιόνια στα βουνά κι ό ήλιος στα λαγκάδια…».

Κι αρχίζει ένα γλέντι, τρικούβερτο, που λέμε.

Ο χορός αυτός ήταν κάτι το αλλοιώτικο. Χορεύαμαν ή πιο πολύ χοροπηδούσαμαν ανακατωμένοι και δεν ξεχώριζε, ποιος είναι ο πρώτος και ποιος ο τελευταίος.

Ένα πραγματικό ξεφάντωμα, που για να το νοιώσεις, χρειάζονται να συμμετέχουν όλες οι αισθήσεις του ανθρώπου για να το συλλάβουν σωστά.

Κι εκεί στη χορευτική μας εξαλλωσύνη, πετιέται ο πιο αστείος της συντροφιάς κι αρπάζει στην αγκαλιά του ένα νιογέννητο γαϊδουράκι που ‘ταν πέρα μαζί με τη μάνα του, μπαίνει στη μέση του χορευτικού μας κύκλου κι αρχίζει μαζί του χορευτικά νούμερα.

Στη στιγμή κάποιος διατάζει τα όργανα να παίξουν «Ευρωπαϊκό».

Άρχισαν να το παίζουν, όσο το ‘ξεραν οι άνθρωποι.

Σχηματίστηκε τότε ένας πιο μεγάλος χορευτικός κύκλος και μ’ άλλους προσκηνυτές, ζευγαρώθηκαν όλοι, κι οι απ’ όξω χειροκροτούσαν συνέχεια. Κι όσο πιο δυνατά τα χειροκροτήματα, τόσο σφίγγονταν και στροβίλιζε …το άνομο ζευγάρι των χορευτών. Το γομαρόπουλο κι ο άνθρωπος.

Ξεφύγαμε βέβαια από το πρεπούμενο, μπροστά μάλιστα κι από τους ιερομένους, χωρίς όμως και κανένας απ’ όλους ν’ αποδοκιμάσει το άπρεπο.

Κι εκεί στη «δίνη» του χορού, ακούγεται επιτακτική μια φωνή:

-«Προμεντάτ», έτσι το είπε. Δεν ξέρω αν την είπε σωστά τη λέξη στα Γαλλικά. Αλλά ο ίδιος, μας ξήγησε τι έπρεπε να κάνουμε. Να μπούμε είπε τα ζευγάρια το ένα πίσ’ απ’ το άλλο σε κύκλο και να βαδίσουμε σε γύρο με βήμα ρυθμικό. Αυτό κι έγινε.

Σε λίγο δεύτερη προσταγή.

«Σερσέ εν νταμ». Και πάλι μας εξήγησε, πως έπρεπε ν’ αλλάξουμε τη ντάμα μας προχωρώντας με την μπροστινή κι έτσι ο καθένας θα βρεθεί με καινούργια ντάμα.

Κι άλλη προσταγή:

-«Μπαλανσέ». Δηλαδή να χορέψουμε τώρα το κάθε ζευγάρι με την καινούργια ντάμα τους, έτσι μας είπε πάλι.

Δεν ξέρω αν το ‘δινε σωστά, όπως είπα, τα παραγγέλματα ο πολύγλωσσος. Όμως η εξήγησή τους ήταν κατανοητή απ’ όλους μας και με τη συνεχή επανάληψη των προσταγών, το τυχερό γαϊδουράκι, πέρασε στην αγκαλιά όλων μας, που ξεκαρδισμένοι τελικά στα γέλια, ρεκλωθήκαμαν κατά γης.

Όμορφες κι αξέχαστες στιγμές. Μια σίγουρη καλωσύνη και χαρά, είχε απλωθεί γύρω μας. Πνιγμένοι στον ιδρώτα και στη γοητεία της βραδιάς, ζούσαμε απρόσμενες απίθανες όμορφες στιγμές, που ‘διναν διάσταση στο χρόνο. Ποτέ να μην είχαν τελειωμό.

Το κρασί όμως τέλειωσε κάποτε. Και χωρίς πιοτό, το κέφι ήταν έτοιμο να κοπεί στη μέση. Τι θα γίνει τώρα; Να κατέβει κάποιος στο μπάρμπα Νάκο να πάρει; Ήταν αστείο και απίθανο να φτάσει σωστός και να γυρίσει τέτοιος τη νύχτα απ’ τη γιδόστρατα τη μοναδική.

Τα μάτια μας έπεσαν στους παπάδες. Όχι βέβαια για να κάνουν το νερό κρασί, αλλά για κάποια άλλη λύση που στροβίλιζε στο θολωμένο μας μυαλό κι ήταν έτοιμη να προταθεί.

Ένα γεροντάκι όμως κοντούτσικο, τυλιγμένο μέσα σε μια καφένια μισότριβη κουβέρτα, π’ άφηνε γυμνά τα καλαμένια ποδάρια του, που κατάληγαν σε δυό λαστιχένια παπούτσια πιο μεγάλ’ απ’ το νούμερ ό τους, έξω απ’ την παρέα μας, μας πρόλαβε.

-Και με το συμπάθειο που μπαίνω στην κουβέντα σας, αλλά εσείς οι παπάδες, άμα θέλετε, δεν είναι αμαρτία, βρίσκετε κρασί. Έχετε μαζέψει ένα σωρό Ανάματα στην νταμιζάνα, να την πάρετε απ’ εκεί που την έχετε στο Ιερό και να συνεχίσετε το γλέντι όσο το θέλετε. Εύκολο μου φαίνεται, κι είπα δεν είναι αμαρτία, τι εδώ να το πιείτε, τι να το μοιράσετε αναμεταξύ σας και να το πιείτε στα σπίτια σας, σωστά δε λέω;

-Ναι, ευλογημένο τέκνο μου, απαντάει ένας παππάς, αλλά το κρασί είναι, όπως καλά είπες, στο Ιερό και πως θα μπορέσουμε να φτάσουμε εκεί;

Όλ’ η εκκλησιά είναι ψάθα από γυναικόπαιδα που κοιμούνται, να ξεκοιλιάσουμε κανέναν; Δεν έχουμε πούθε ν’ ανοίξουμε δρόμο, δεν μπορεί να γίνει αυτό. Ένας άλλος παππάς, που γένναε το μυαλό του, βρήκε τη λύση και με σοβαροφάνεια αρκετή φωνάζει το γραμματικό μιανού χωριού, πού ‘ταν στην παρέα μας.

-Έλα δω γραμματικέ, ακολούθαμε να μην βγάλεις άχνα.

-Ότι πεις εσύ παπούλη, δεν ανοίγω στόμα.

Μπροστά ο παπάς, από πίσ’ ο γραμματικός, είχε το σχέδιό του ο παπάς, έφτασαν στην πόρτα της εκκλησίας.

Στέκεται για λίγο δίβουλος ο παππάς μπροστά στην πόρτα με κάποια μικρή δόση υπομονής για να ολοκληρώσει τη σκέψη του. ήξερε πάντα να περιμένει όταν χρειάζονταν και δεν βίαζε ποτέ μια πιθανή εξέλιξη.

Κι αποφάσισε. Πήρε ανάλογο ύφος, σήκωσε το δεξιό μανίκι απ’ το ράσο του ψηλά για να λευτερώσει το χέρι του που το σήκωσε κι αυτό ψηλά, έσμιξε τα δάχτυλά του στο γνωστό σχήμα της ευλογίας και με δυνατή φωνή άρχισε:

-«Εισελεύσομαι εις τον οίκο του Κυρίου….. ευλογητός ο Θεός κ.λ.π.».

-Που, που, που, τρομάρα μας οι γυναίκες. Ξημερωσε μαρές κι εμείς καταχωνιαστήκαμαν στον ύπνο οι καψερές. Σκωθήτε μαρές δεν ακούτε; Ήρθαν οι παπάδες για τη λειτουργία, σκωθήτε γρήγορα και μαζώξτε τα σέα σας η κάθε μια και γρήγορα.

Κι η κάθε μια, μάζωνε τα ΄σεα της, αναμέραγαν ν’ ανοίξουν δρόμο να περάσει ο παπάς με τον άλλονε, τον γραμματικό. Ψάλτης του πρέπει να ‘τανε, θα ‘λεγαν.

Σοβαρός ο παππάς και διαβάζοντας, πίσω ο γραμματικός σεμνός και ταπεινός, έφτασαν στο ιερό.

-Πού ‘ναι παπά, που ΄ναι;. κι αρπάζει βιαστικά μια νταμιζάνα που βρέθηκε μπροστά του κι ετοιμάζεται να φύγει.

-Που πας; Τον σταματάει ο παπάς, δοκίμασέ το χριστιανέ μου μην πάρουμε άλλη για άλλη νταμιζάνα. Τη νταμιζάνα με το κρασί θέλουμε.

Γυρίζει ο γραμματικός την νταμιζάνα στο στόμα του για δοκιμή, αλλά ανυπόμονος όπως ήταν, τη γυρίζει απότομα, ήταν και λίγο βαριά για τα χέρια του, και του ‘τρέξαν τα λάδια τον κατήφορο και τον έκαναν αφανέρωτο.

-Λάδι είχε βλογημένε μου, λάδι είχε, τι μού ‘κανες απόψε χριστιανέ μου, πώς να βγώ τώρα όξω πού ‘μια πατούρα από πάνω ως κάτω, τι μού ‘κανες, τι μού ‘κανες.

-Δεν έπαθες τίποτε, ο παπάς, θεία δίκη για τη βιασύνη σου και τη λαιμαργία σου, να μυρίζεις πρώτα κι ύστερα να γεύεσαι, γιαυτό ο Θεός έβαλε τη μύτη πάν’ απ’ το στόμα, να μυρίζει πρώτα ο άνθρωπος και ύστερα να γεύεται. Πάρε τώρα τη μπαγκοστρώση και σφουγγίσου όπως- όπως, πάρε την άλλη νταμιζάνα τη βουλωμένη με το κότσιαλο, κι έλα γρήγορα.

Αρπάζει την άλλη νταμιζάναο γραμματικός κι έτοιμος για την έξοδο. Βγαίνει πρώτος ο παπάς στην Ωραία Πύλη και τάχα με κάποια προσποιητή αμφιβολία, σηκώνει επιδειχτικά το αριστερό του χέρι και κοιτάζει το ρολόϊ του. το κοιτάζει πιο προσεχτικά, το βάζει στο αυτί του, το κουνάει πέρα δώθε, το ξανακούει, το ξανακουνάει και κουβεντιάζει με τον εαυτό του:

-Μπα, δεν μπορεί, δεν μπορεί να πηγαίνει τόσο μπροστά, μου φαίνεται πως ξεγελάστηκα, δε μου τόχει κάνει ποτέ αυτό το πράμα.

-Ευλογημένες του Θεού, έχει καμιά από σας ώρα, τι ώρα είναι; Πάει το δικό μου τόσο μπροστά που δείχνει, γιατί δεν βλέπω να κοντοξημερώνει, είναι πολύ νύχτα ακόμη καθώς φαίνεται, για πέστε, τι ώρα λέει το δικό σας;

Μια πρόφτασε πρώτη.

-Μία μισή λέιε το δικό μου παπούλη, μιάμιση. Μωρέ γυναίκες, ποια άλλη έχει ρολόϊ να ιδούμε αν ταιριάζουμε, τι ώρα είναι;

-Μιάμιση, μιάμιση, όλες «εν χορώ» όσες είχαν.

-Μιάμιση, συρτά ο παπάς και το δικό μου δείχνει τρισήμιση, παράξενο πράγμα, γιατί να πάει τόσο μπροστά και δεν έχω τρείς μέρες που το πήρα απ’ τον ρολογά, και πήγαινε μια χαρά, τι έπαθε απόψε; Σχωράτε με γυναίκες, στενοχωρημένος ο παπάς, σχωράτε με, με ξεγέλασε το παλιορολόγι, ξαπλώστε πάλι, όπως βλέπετε είναι νωρίς για λειτουργία, την λειτουργία θα την κάνουμε στις τρισήμιση όπως είπαμαν και όπως κάθε χρόνο. Βρε πως γελάστηκα, πως γελάστηκα.

-Δεν πειράζει παπούλη, δεν πειράζει, δεν πάθαμαν και τίποτα, εργαλεία είναι κι αυτά, κάποτε σκανδαλίζονται, όλοι μας γελιούμαστε καμιά φορά.

Έτσι ο παπάς απ’ την Ωραία Πύλη και ο γραμματικός του χωριού απ’ την άλλη παράπλευρη πόρτα με τη νταμιζάνα φυλαχτά στο πλάϊ, πέρασαν ανάμεσα απ’ τις γυναίκες, βγήκαν όξω πάνοπλοι σε πιοτό κι οι γυναίκες ξαναξάπλωσαν για να συνεχίσουν τον ύπνο τους.

Με περισσότερο κέφι τώρα, το γλέντι συνεχίστηκε ως τις δυόμιση η ώρα. Κι αν δεν έφευγαν οι παπάδες, να κοιμηθούνε για λίγο και να ‘ναι έτοιμοι για τη λειτουργία, θα ξημερωνόμασταν.

Στην κανονική ώρα, χτύπησε η καμπάνα, μαζευτήκαμαν στην εκκλησιά, διαβάστηκε ο Όρθρος, άρχισε η Θεία Λειτουργία, έβγαλε λόγο ο πιο νεότερος παπάς απ’ το  κοντινό χωριό, για το βίο του Άϊ-Λιά, μαζί και παραινέσεις για τον «κατά Χριστόν βίον», για παράδεισο και κόλαση, και με το «δι’ ευχών….», πήραμαν αντίδωρο βγήκαμαν όξω κι ετοιμάστηκε ο καθένας για την κάθοδο.

Λιανόφεγγε. Αμφίβολη η ώρα, πού ‘χε κάτι απ’ το σκοτάδι της νύχτας και κάτι απ’ της μέρας το φώς. Κι αυτό το κάτι της νύχτας αργούσε να σκορπίσει. Πετούσε ακόμα χαμηλά, κολλημένο στη γής και το κρατούσε εκεί η ομίχλη που έπεφτε υγρή και λίγο κρύα. Σε λίγο το σκοτάδι άρχισε να γίνεται ασπρουλιάρικος καπνός, μ’ απόφαση να διαλυθεί στην ώρα του κι αυτό.

Ο ουρανός ήταν σχεδόν γκρίζος ακόμα και ψυχρός και η καταχνιά βαριά-βαριά απ’ την υγρασία που ‘πεφτε, κατέβαινε στον κάμπο, στο βάλτο και πιο πολύ στο ποτάμι του Λούρου. Σέρνονταν πάνω στις κορφές απ’ τα φράξα, σκάλωνε πάνω στα σπίτια των γύρω χωριών, έτσι που αναρωτιούνταν αν στ’ αλήθεια ξημέρωμα είναι ή πρωϊνό.

Μπροστά μας και κάτω το ποτάμι ήσυχο, βουβό και από τη μια μεριά του και από την άλλη απλωμένα ο βάλτος, τα λιβάδια, τα χορτολίβαδα γιομάτα ψηλές θυμωνιές από μπάλλες χορταριού και τριφυλλιού, που ‘μοιαζαν από πάνω, βαλμένη η μια ψηλά στην άλλη, σαν γκρίζα κάστρα και πιο πέρα ακόμα το δάσος του «Ρουμπά», ο «Φραξιάς» κι ο «Αυλέμονας».

Ο Αυγερινός πάλευε να τρυπήσει το γλυκόθαμπο ουρανό και το φεγγάρι κυνηγημένο, έτρεχε να κρυφτεί πίσ’ απ’ το Ζάλογγο, φχαριστημένο απ’ τη νυχτερινή του διαδρομή, παρέα με τα αστέρια που κόντευαν να σβήσουν κι αυτά.

Σε λίγο ολάκερη η φύση, φρεσκοπλυμένη απ’ τη δροσιά, έλαμπε απ’ τις πρώτες αχτίδες του ηλίου, που έβγαινε πρώτος και βιαστικός στις κορυφές των γύρω βουνών.

Η ανατολή έφεγγε αντανακλώντας το αδύναμο φέγγος της στο θόλο τα’ ουρανού, τυλιγμένο μέσα σε λεπτά νταντελένια σύννεφα.

Οι ηλιαχτίδες ζωήρεψαν, ξεθάρρεψαν, σε λίγο διαπέρασαν αδιάκριτα και προκλητικά κάποιο σχηματισμένο μεγαλόπρεπο σύννεφο που βρέθηκε μπροστά τους, άστραψαν στον ουράνιο θόλο και φώτισαν όλη τη φύση.

Η καταχνιά κατά κύματα άρχισε να υποχωρεί και λίγο-λίγο να κατακάθεται στα πιο υγρά μέρη του Βάλτου και στην κοίτη του ποταμού ώσπου να διαλυθεί.

Η ανατολή μ’ όλη τη μεγαλοπρέπειά της, μ’ όλη τη χρωματική της αρμονία.

Γαληνεμένοι κι εμείς, με την καρδιά πλημμυρισμένη από έκσταση, μετρώντας με τη σκέψη μας τη μεγαλωσύνη, την απέραντη αγαθότητα και σοφία εκείνου που επέτρεψε και διάταξε να υπάρχουν όλες αυτές οι ομορφιές, όλες οι χαρισματικές αντιθέσεις, για να μας δημιουργούν μέσα μας βαθιά ένα πραγματικό ουράνιο τόξο λαμπερό, που να τραγουδάει παντοτεινά το εμβατήριο της χαράς και της Ειρήνης, ξαλαφρωμένοι τώρα, κατεβήκαμε την κατηφορική γιδόστρατα, για τον πρωινό καφέ μας στ’ Αναβρυστικά, φτιαγμένο απ’ τα χέρια του Μπάρμπα Νάκου, όπως κάθε φορά.

Μπροστά μας τώρα η καθημερινότητα, το κύλισμα της καινούργιας μέρας, μ’ ότι μας είχε τάμα. 

Σπύρος Ντούσιας. 





 (ΝΤΟΥΣΙΑΣ Σ., ΠΡΕΒΕΖΑΝΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ, τχ. 10-11, 1986, σελ. 46 κ.ε. και στο βιβλίο του «Αναδρομές» (Πρέβεζα 1990, σελ. 114).


Δεν υπάρχουν σχόλια: