www.tilestwra.com
Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2026
Μετά τα 40 η ζωή αξίζει για το καλό φαγητό, τους αυθεντικούς ανθρώπους και τις αληθινές στιγμές
www.tilestwra.com
Θάψαν ζωντανό τον Μέγα Αλέξανδρο;
Ο Μέγας Αλέξανδρος πέθανε το 323 π.Χ. σε ηλικία μόλις 32 ετών, στην καρδιά της αυτοκρατορίας του, στη Βαβυλώνα. Για μέρες το σώμα του παρέμενε άφθαρτο, χωρίς κανένα σημάδι αποσύνθεσης. Οι σύντροφοί του πίστεψαν ότι ήταν θεϊκό σημάδι, πως ο Αλέξανδρος δεν ήταν απλώς άνθρωπος. Χιλιάδες χρόνια μετά, όμως, μια διαφορετική, πολύ πιο σκοτεινή εξήγηση ήρθε να ταράξει την Ιστορία: μήπως τελικά δεν είχε πεθάνει;
Κυριακή 4 Οκτωβρίου 2026
Από 5 Χρονών με τα Πρόβατα — Δεν τα Σταματάω Όσο Ζω
Στην ορεινή Αρκαδία συναντήσαμε τον Θανάση, έναν κτηνοτρόφο που βρίσκεται δίπλα στα πρόβατα από μόλις 5 χρονών. Σήμερα συνεχίζει να ζει καθημερινά με το κοπάδι του, παρά τις δυσκολίες, τους λύκους και τις αλλαγές που έχει γνωρίσει η ελληνική κτηνοτροφία.
Παραγωγή: Greek Village Life
Νοστάλγησα μανούλα μου να πάω στο χωριό μας και βρέθηκα ένα σούρουπο, έξω απ’ το φτωχικό μας.
Νοστάλγησα μανούλα μου να πάω στο χωριό μας
και βρέθηκα ένα σούρουπο, έξω απ’ το φτωχικό μας.
Βλέπω το κλήμα στην αυλή, χλωμό και μαραμένο,
το τζάκι μας χωρίς καπνό και μισογκρεμισμένο.
Η πόρτα τρίζει και βροντά, λές και μ’ αναγνωρίζει
κι ολόκληρο το σπιτικό, απ’ τη χαρά
ραγίζει….
Εδώ ακούγονταν φωνές, γέλια και φασαρία,
τώρα αράχνες κατοικούν, σκόνη και ηρεμία.
Σ’ ένα σκαμνάκι κάθισα που μου ‘φτιαξες πατέρα,
σαν έργο τέχνης έμοιαζε!… θυμάμαι αυτή τη μέρα.
Με πήρε το παράπονο, άρχισα να δακρύζω
κ’ εκεί που το ‘παιζα σκληρή, νιώθω ότι λυγίζω!
Νομίζω όλα με κοιτούν, το κάθε τι ρωτάει:
-Αυτοί που ζούσανε εδώ, τώρα που έχουν πάει?
Απάντηση γυρεύουνε μα ποιος να τους την δώσει,
οι αναμνήσεις μαχαιριές που μ’ έχουνε σκοτώσει.
Για σένα μάνα με ρωτούν αν θα ξαναγυρίσεις,
σε περιμένει στην αυλή, το κλήμα να ποτίσεις… !!
Χαρά-Χαρίκλεια Βλαχάκη
Ευτράπελα και ιστορίες από τα χωριά μας.....Ο Γιάννος ο καλοντυμένος
Γράφει ο Γιώργος Γιαννάκης
Έτρωγε και αυτό που κούναγε
Σε κάποιο χωριό μια μεγάλη φαμίλια έκλεψε ένα βόδι. Εκεί που έτρωγαν νά σου και το απόσπασμα, αφού είχαν φάει ολόκληρο το βόιδι το μόνο που έμεινε ήταν το κεφάλι Η γιαγιά που ήταν γάτα με πέταλα παίρνει το κεφάλι το τυλίγει σε μια κουβέρτα και το βάζει σε μια σαρμανίτσα.
Έρχονται οι χωροφύλακες, κοιτάνε τίποτα, κάποια ούντα ρωτάει ο καπετάνιος: Τι έχει η σαρμανίτσα μέσα γιαγιά;
Και αυτή του απαντάει: Το παιδί έχει καπετάνιε μου και κάνει το σταυρό της και αν λέω ψέματα να με καταραστεί ο Θεός και να το φάω.
Ο Γιάννος ο καλοντυμένος
Στα χωριά εκείνο τον παλιό καιρό σπάνια έβλεπες καλοντυμένο άνθρωπο, κανέναν τσιφλικά, κανέναν ζωέμπορα, ευτυχώς τέτοια ζλαπκά δεν είχαμαν που έλεγε και η θειά Λάμπραινα στο χωριό. Το παιδί της Κώσταινας του Μήτρου γίνηκε δάσκαλος καμάρι για το χωριό. Το χωριό δεν έβγαλε και κανέναν άλλον γραμματιζούμενο, έναν φουκαρά παππά είχε που δε θα είχε βγάλει το δημοτικό. Τέλος πάντων τις κηδείες τις ήξερε απόξω, τώρα γάμους και βαφτίσια λιγοστά.
Με το καλαμπούρι που είχε του βγήκε σε κακό. Πολλές φορές για πλάκα μου έλεγε Γάκο πάμε να κλέψουμε γίδια. Σε μιά γιορτή ήτανε κόσμος πολύς για μεταλαβιά, ο παππούλης στριμώχτηκε εκεί σην Ωραία Πύλη και φωνάζει ο έρμος. "Γυναίκες μη βιάζεστε έχω και άλλο πράμα". Οι γυναίκες το πήρανε στραβά, άλλο έλεγε ο παππάς και άλλο τις γαργάλαγε αυτές. Μια αναφορά στον Δεσπότη παλαιό καπετάνιο που δεν σήκωνε και πολλά και δυσμενή μετάθεση, τον σκαπέτησε στα Ζαγόρια που σήμερα είναι πολύ πολύ τουριστικό μέρος.
Αλλά ας συνεχίσουμε με τον δασκαλάκο που ήρθε γραβατωμένος στο χωριό. Τον βλέπει η ξαδέρφη του η Βασίλω εκείνη η μισό ζουρλή και γραμμή για την θεία της να της δώσει τα συχαρίκια. "Θειά ο Σιούλας έρχεται με μιά βαρβάτα". Ούι τι έπαθα γιέμ λεει η θειά Κώσταινα, σιάζεται λιγάκι και περιμένει το ζευγάρι.
Βλέπει, τι να δεί τον δάσκαλο μοναχό του.
-Καλά μωρέ παιδάκι μ' που είναι η τσούπρα;
-ΤΙ λες μωρή μάννα!!!
-Να μου το είπε αυτό το χαζό που εχει το μυαλό φλοέρα, μωρή στραποβαρεμένη που την είδες την βαρβάτα;
-Να θειά κρέμεται στο λαιμό !!!
Γιώργος Γιαννάκης
Απόδημος Κραψίτης
Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2026
Σήμερα συμπληρώνεται ένας χρόνος που έφυγε από τη ζωή ο σπουδαίος Γρηγόρης Καψάλης
Σε ηλικία 96 χρονών έφυγε από
τη ζωή πριν ένα χρόνο ο σπουδαίος, ο μεγάλος δεξιοτέχνης του κλαρίνου Γρηγόρης Καψάλης.
Ένας μοναδικός άνθρωπος, ένας
ανεπανάληπτος μουσικός και λάτρης της μουσικής παράδοσης, του Ζαγορίου και της
Ηπείρου! Γεννημένος το 1929 στον Ελαφότοπο Ζαγορίου, μυήθηκε στο κλαρίνο κοντά
στον πατέρα και τον παππού του και στην συνέχεια μαθήτευσε στη περίφημη σχολή
του Ξηρομέρου κοντά στον Βασίλη Σαλέα.
Συνεργάστηκε με τους
σημαντικότερους οργανοπαίχτες της ηπειρώτικης μουσικής: τον Φίλιππο Ρούντα,
τους Χαλκιάδες, τον Χρόνη Καψάλη και από τις αρχές της δεκαετίας του ’60
αξιώθηκε να γίνει μέλος στο συγκρότημα “Τα Τακούτσια”, που θεωρείται ο
κυριότερος θεματοφύλακας της Ζαγορίσιας παράδοσης.
Έχει δώσει συναυλίες σε όλη
την Ελλάδα και σε πολλές χώρες του εξωτερικού, καθώς και στον Ελληνισμό της
διασποράς. Το 1993 εμφανίστηκε στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών στο αφιέρωμα στους
κορυφαίους δεξιοτέχνες του λαϊκού κλαρίνου. Έχει αποτυπώσει την τέχνη του σε
πολλές τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές εκπομπές, σε ταινίες ντοκιμαντέρ και στην
πλούσια δισκογραφική του παραγωγή`με την γαλλική ραδιοφωνία, τον πολιτιστικό
σύλλογο Ζαγορισίων, το πνευματικό κέντρο Δήμου Ιωαννιτών και με το Λύκειο
Ελληνίδων.
Διετέλεσε διδάσκαλος του
κλαρίνου στο Μουσικό Γυμνάσιο Δολιανών Ιωαννίνων.
Παρασκευή 2 Οκτωβρίου 2026
Δήμος Ζηρού. Ποιός καλύπτει το επείγον;
Johann Joachim Winckelmann. Ο γιός του τσαγκάρη που έκανε την Ευρώπη να λατρέψει την Αρχαία Ελλάδα
Η ζωή σε ένα απομακρυσμένο χωριό της Ηπείρου, χωρίς δρόμους, μακριά από τον πολιτισμό.ΒΙΝΤΕΟ
Δύσκολη η ζωή στην ορεινή πατρίδα, όπου οι κάτοικοί της επιβιώνουν στις πιο σκληρές συνθήκες...
Το οδοιπορικό μας συνεχίζεται στα ψηλά βουνά της Κοιλάδας Αχελώου, όπου συναντήσαμε τη φιλόξενη γιαγιά-Φωτεινή, η οποία μας καρτερεί με μεγάλη χαρά στο απομονωμένο χωριουδάκι της που τόσο πολύ αγαπάει, μας μεταφέρει τους προβληματισμούς της και μας περιγράφει πώς ήταν και πώς είναι η ζωή στο χωριό!
Βίντεο: Ανδρέας Κουτσοθανάσης
Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 2026
Νοσταλγικές αναμνήσεις: Το σπίτι στο χωριό, τόση “ομορφιά” κλεισμένη σε λίγα τετραγωνικά
Τα παλιά, πέτρινα σπίτια εκπέμπουν μια ιδιαίτερη γοητεία, λες και κρατάνε μέσα τους μυστικά και ιστορίες, σαν να ναι έτοιμα να διηγηθούν ένα παρελθόν μισοξεχασμένο…
Τα σπίτια στο χωριό παλαιότερα ήταν μονώροφα και αργότερα διώροφα. Στο 1ο επίπεδο ήταν το κατώι όπου παλαιοτέρα σταβλίζονταν τα ζώα και στο 2ο επίπεδο ο χώρος της κατοικίας.
Επίσης υπήρχε εξωτερικός ξυλόφουρνος πέτρινος.Από πίσω ήταν χτισμένα μέχρι την επιφάνεια της γης και λίγο πιο επάνω με πέτρα και από το σημείο αυτό ως τη στέγη με χειροποίητα αφουρνάριστα τούβλα που συνήθως ονομάζονται πληθιά.
Οι στέγες των σπιτιών ήταν σκεπασμένες με ημισωληνωτές κεραμίδες . Το εξωτερικό μέρος των σπιτιών ήταν γυμνό χωρίς σουβά για αυτά τα λασπαχυρότουβλα που ορθώνουν τους τοίχους, τρίβονταν με την πάροδο του χρόνου από τις αλλεπάλληλες βροχοθύελλες που ξεσπούσαν κατά τη διάρκεια του χειμώνα, της άνοιξης και του φθινοπώρου. Το εσωτερικό των σπιτιών σχετικά περιποιημένο.

Τα δωμάτια υποδοχής καθώς και τα άλλα στρώνονταν με ψάθες και αργότερα τα περισσότερα σπίτια στρώνονταν με όμορφα χαλιά που η ίδια νοικοκυρά ύφαινε στον αργαλειό της κατά την εποχή του χειμώνα τότε που κοπιάζει πια η εξωτερική εργασία . Όσο για τα έπιπλα τα σπουδαιότερα ήταν: μία άρκλα (ντουλάπα) για προφύλαξη των φαγητών, μια στρογγυλή τάβλα αντί για τραπέζι φαγητού και τρία, τέσσερα σκαμνάκια για τους επισήμους γιατί οι σπιτικοί κάθονταν πάντοτε σταυροπόδι στην ψάθα.
Τα σκεύη ήταν σχεδόν όλα από ξύλα εκτός από τις κατσαρόλες που ήτανε χάλκινες . Τα πιάτα και τα κουτάλια ήταν τα περισσότερα ξύλινα . Ονομαστή από τα ξύλινα πιάτα ήταν η τουρνευτή (καυκιά) που έτρωγαν την τσιγαριστή φασολάδα και την νόστιμη σκορδαλιά τα μεσημέρια ή στο σπίτι ή στα χωράφια.

Το τουρνευτό επίσης κλειδοπίνακο που βρισκόταν σε πολλά σπίτια στον κάμπο που η νοικοκυρά έβαζε λίγο τυρί και μερικές ελιές, τα ασφάλιζε καλά και με λίγο ψωμί στον τρουβά ( ταγάρι) τα έστελνε για πρωινό ή για απογευματινό στο νοικοκύρη και στα παιδιά της με το τσαπί στο χέρι δούλευαν για το τίμιο ψωμί.
Λεγόταν και κονάκι
Ξενόφερτοι, στα περισσότερα μέρη, οι χτιστάδες. Ονομαστοί στο είδος αυτό κυρίως οι Ηπειρώτες και οι Λαγκαδιανοί. Δουλεύανε συντροφικά και κουβαλούσαν μαζί τους κι όλο τον απαραίτητο εξοπλισμό για τη δουλειά τους. Σε κάθε χωριό που πήγαιναν, δεν έχτιζαν μόνο ένα σπίτι, γι’ αυτό και η εργασία τους ήταν ομαδική.

Έφερναν μαζί τους και αρκετά ζώα (κυρίως μουλάρια), για να κουβαλούν τον ασβέστη από το καμίνι, την άμμο από τις ποταμιές, την πέτρα για την τοιχοποιία την κουβαλάγανε από τα νταμάρια που δουλεύανε οι φουρνελατζήδες, το νερό από τα πηγάδια ή τις δημόσιες βρύσες και γενικά για όλες τις απαραίτητες εργασίες.
Στο άνοιγμα των θεμελίων απαραίτητο ήταν το σφάξιμο του κόκορα και στην περίπτωση που ο νοικοκύρης ήτανε πιο εύπορος, τότε αντί για κόκορα σφάζανε αρνί (πολύ παλιό έθιμο). Όταν ολοκληρωνόταν η οικοδομή, σε πολλά μέρη, όλοι οι συγγενείς κι οι φίλοι κρέμαγαν ένα μαντίλι (συνήθως μεταξωτό). Αυτά τα έπαιρναν οι χτίστες. Ήταν δίπατα. Χτισμένα τα περισσότερα με πέτρα, ξύλο ή και με πωρόλιθο. Αργότερα χρησιμοποιήθηκαν οι πλίθες (για τα φτωχόσπιτα) και τα τούβλα (για περισσότερο ευκατάστατους). Η στέγη με πλάκες πέτρας, τσίγκο ή κεραμίδια, είχε μεγάλη κλίση, για τα χιόνια και τις βροχές και προεξείχε πολύ πάνω από τις προσόψεις.

Το πάνω πάτωμα (1ος όροφος) το ανώι και το κάτω (ισόγειο) το κατώι. Το ανώι είχε 2-3 δωμάτια και προοριζόταν για τη διαμονή της μεγάλης (συνήθως) αγροτικής οικογένειας ή για φιλοξενία για κάποιους επισκέπτες (ο Δοξάτος όπως το έλεγαν στην Καστοριά) . Δύο μεγάλα δωμάτια κι ανάμεσά τους ένα μικρό.


Μια σειρά από πήλινα βάζα, στα οποία έβαζε το αλάτι, τη ρίγανη, το αλεύρι για το τηγάνισμα, το τσάι του βουνού ή τη φασκομηλιά κι ότι άλλο την εξυπηρετούσε. Δεξιά κι αριστερά υπήρχαν πολλά ξύλινα ράφια για τα χαλκώματα και τα τσουκάλια.
Επίσης πολλά καρφιά στους τοίχους, όπου κρέμαγε πολλές πάνινες σακούλες με τρόφιμα όπως τραχανά, χυλοπίτες, μπουλουγούρι, κριθαρένια παξιμάδια, σταφίδες και άλλα. Πάνω ψηλά, κρεμασμένη στα δοκάρια της σκεπής, μια πλατιά τάβλα, μήκους περίπου 2 μέτρων, που πάνω εκεί έβαζαν όλα τα καρβέλια μετά από το ξεφούρνισμα και τα σκέπαζαν μ’ ένα στενόμακρο πανί.


Η σάλα του σπιτιού δεν πολυπατιότανε. Προοριζόταν για τους μουσαφίρηδες. Οι πλούσιες οικογένειες είχαν σιδερένια κρεβάτια, ενώ οι φτωχοί είχαν ξύλινες σανίδες για να μπαίνει πάνω το στρώμα, συνήθως από άχυρο.
Σ’ αυτό το δωμάτιο, αριστερά της εισόδου και πάνω ψηλά δέσποζε το εικονοστάσι, με τις εικόνες και τα στέφανα των νοικοκυραίων.


Στην πρόσοψη του σπιτιού δέσποζε η λόντζα, χαγιάτι ή το λιακό, ένα είδος βεράντας που αποτελούσε και την είσοδο στο ανώι. Ανάλογα με το ύψος της οικοδομής ήταν και το ύψος της σκάλας για τη λόντζα.
Το κατώι προοριζόταν κυρίως για τα ζώα. Η χρησιμότητά τους ήταν μοναδική. Ήτανε λοιπόν επόμενο να τα φροντίζουν πολύ. Για τον ίδιο λόγο, η απώλεια κάποιου ζώου, αποτελούσε βαρύ πλήγμα για την οικογένεια που το έχανε. Αν κάποια οικογένεια δεν μπορούσε να φτιάξει δίπατο σπίτι, τότε για τα ζώα κατασκεύαζε ένα καλυβάκι. Δεμένα με τέτοιο τρόπο, ώστε το ένα να μην ενοχλεί το άλλο. Σε κάποιο χώρο έβαζαν το άχερο, τη βρώμη και το σανό. Ένα μικρό τμήμα του κατωγιού τον χρησιμοποιούσε η οικογένεια το χειμώνα. Στο κατώι υπήρχε επίσης το βαγένι με το κρασί, και στον τοίχο κρεμασμένες οι πλεξούδες με τα κρεμμύδια και τα σκόρδα.


Σε κάποιο σημείο δέσποζε ο φούρνος, απαραίτητος για κάθε σπίτι κι αυτό γιατί εκείνη την εποχή δεν υπήρχε έτοιμο ψωμί, ούτε επαγγελματίας φούρναρης.







