Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2026

Μετά τα 40 η ζωή αξίζει για το καλό φαγητό, τους αυθεντικούς ανθρώπους και τις αληθινές στιγμές


Γράφει η Δέσποινα Χατζάκη

Κάπου εκεί, λοιπόν, ανάμεσα στα 40 με 50 αναθεωρούμε πολλά στη ζωή μας! Συνειδητοποιούμε πως οι μέρες φεύγουν και δεν υπάρχει χρόνος για στάσεις, πισωγυρίσματα και “κατάθεση όπλων”. Έχουμε καταλάβει πως όλες οι ώρες δεν πρέπει να είναι μόνο δουλειά.
 Κάποιες είναι απαραίτητο να αφιερώνονται στον εαυτό μας και στην ψυχική μας υγεία. Η εσωτερική μας γαλήνη είναι πολύτιμη γι’ αυτό προσπερνούμε τσακωμούς και μικροπρέπειες που δεν οδηγούν πουθενά.

Είμαστε σίγουροι πια πως οι άνθρωποι που μας θέλουν στη ζωή τους θα βρουν τον τρόπο να είναι δίπλα μας. Οι φίλοι μας δε χρειάζεται να προσποιούνται γιατί τους δεχόμαστε και μας δέχονται όπως είμαστε. Βρισκόμαστε στη ” μέση ηλικία” ή “δεύτερη εφηβεία” αλλά νιώθουμε παιδιά. Εκτιμούμε το καλό φαγητό, τους αυθεντικούς ανθρώπους και δίνουμε αξία στις στιγμές. 
Στο παράλογο απαντούμε με σιωπή και στη μιζέρια με χαμόγελο. Συνεχίζουμε να κάνουμε όνειρα, αγαπάμε και προσέχουμε περισσότερο τον εαυτό μας. Δίνουμε αξία στην αγκαλιά, στη “ζεστή χειραψία”, τη συντροφικότητα. Τι κι αν πέρασαν τα χρόνια της “πρώτης νιότης”;

 Παραμένουμε ενεργητικοί και δραστήριοι αξιοποιώντας τη σοφία της ηλικίας μας με τον καλύτερο τρόπο! Συνεχίζουμε δυναμικά!

www.tilestwra.com

Θάψαν ζωντανό τον Μέγα Αλέξανδρο;


Η τρομακτική θεωρία που αλλάζει την Ιστορία.

Ο Μέγας Αλέξανδρος πέθανε το 323 π.Χ. σε ηλικία μόλις 32 ετών, στην καρδιά της αυτοκρατορίας του, στη Βαβυλώνα. Για μέρες το σώμα του παρέμενε άφθαρτο, χωρίς κανένα σημάδι αποσύνθεσης. Οι σύντροφοί του πίστεψαν ότι ήταν θεϊκό σημάδι, πως ο Αλέξανδρος δεν ήταν απλώς άνθρωπος. Χιλιάδες χρόνια μετά, όμως, μια διαφορετική, πολύ πιο σκοτεινή εξήγηση ήρθε να ταράξει την Ιστορία: μήπως τελικά δεν είχε πεθάνει;

Η θεωρία ανήκει στη Δρ. Κάθριν Χολ από το Πανεπιστήμιο του Οτάγκο. Μελετώντας τα αρχαία κείμενα, κυρίως τον Πλούταρχο, η Χολ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα συμπτώματα του Αλέξανδρου – υψηλός πυρετός, πόνος στη ράχη, παράλυση, αλλά διαύγεια του νου – ταιριάζουν απόλυτα με ένα σπάνιο αυτοάνοσο νόσημα: το σύνδρομο Guillain-Barré. Μια ασθένεια που μπορεί να ακινητοποιήσει το σώμα χωρίς να αγγίξει το μυαλό.

Στην εποχή του Αλέξανδρου δεν υπήρχε τρόπος να διαπιστωθεί ο θάνατος με το σφυγμό. Οι γιατροί βασίζονταν στην αναπνοή. Αν κάποιος ήταν παράλυτος και ανέπνεε ελάχιστα, τον θεωρούσαν νεκρό. Έτσι, ο στρατηλάτης που είχε κατακτήσει τον κόσμο, ίσως βίωνε τον πιο φρικτό θάνατο: θαμμένος ζωντανός, παγιδευμένος μέσα στο ίδιο του το σώμα, ανήμπορος να φωνάξει ή να κινηθεί.

Η θεωρία εξηγεί και το μεγαλύτερο μυστήριο: γιατί το σώμα του παρέμεινε φρέσκο τόσες μέρες. Όχι επειδή ήταν θεός. Αλλά επειδή ήταν ακόμα ζωντανός.

Δεν υπάρχει απόλυτη επιβεβαίωση. Τα κείμενα που σώζονται γράφτηκαν αιώνες αργότερα και ο τάφος του δεν έχει βρεθεί ποτέ. Αλλά η ιδέα ότι ο Μέγας Αλέξανδρος μπορεί να έζησε τις τελευταίες του μέρες κλεισμένος ζωντανός μέσα στον δικό του τάφο, είναι ένα από τα πιο ανατριχιαστικά ενδεχόμενα που έχουν προταθεί στην Ιστορία.

Γρηγόρης Κεντητός
sportime

Κυριακή 4 Οκτωβρίου 2026

Από 5 Χρονών με τα Πρόβατα — Δεν τα Σταματάω Όσο Ζω

Στην ορεινή Αρκαδία συναντήσαμε τον Θανάση, έναν κτηνοτρόφο που βρίσκεται δίπλα στα πρόβατα από μόλις 5 χρονών. Σήμερα συνεχίζει να ζει καθημερινά με το κοπάδι του, παρά τις δυσκολίες, τους λύκους και τις αλλαγές που έχει γνωρίσει η ελληνική κτηνοτροφία.

«Δεν τα σταματάω όσο ζω», μας λέει. Μια αυθεντική ιστορία ζωής από τα βουνά της Αρκαδίας, για έναν άνθρωπο που δεν μπορεί να φανταστεί τη ζωή του μακριά από τα ζώα και τον τόπο του.

Παραγωγή: Greek Village Life


Νοστάλγησα μανούλα μου να πάω στο χωριό μας και βρέθηκα ένα σούρουπο, έξω απ’ το φτωχικό μας.

Νοστάλγησα μανούλα μου να πάω στο χωριό μας
και βρέθηκα ένα σούρουπο, έξω απ’ το φτωχικό μας.
Βλέπω το κλήμα στην αυλή, χλωμό και μαραμένο,
το τζάκι μας χωρίς καπνό και μισογκρεμισμένο.

Η πόρτα τρίζει και βροντά, λές και μ’ αναγνωρίζει
κι  ολόκληρο το σπιτικό, απ’ τη χαρά ραγίζει….
Εδώ ακούγονταν φωνές, γέλια και φασαρία,
τώρα αράχνες κατοικούν, σκόνη και ηρεμία.

Σ’ ένα σκαμνάκι κάθισα που μου ‘φτιαξες πατέρα,
σαν έργο τέχνης έμοιαζε!… θυμάμαι αυτή τη μέρα.
Με πήρε το παράπονο, άρχισα να δακρύζω
κ’ εκεί που το ‘παιζα σκληρή, νιώθω ότι λυγίζω!

Νομίζω όλα με κοιτούν, το κάθε τι ρωτάει:
-Αυτοί που ζούσανε εδώ, τώρα που έχουν πάει?
Απάντηση γυρεύουνε μα ποιος να τους την δώσει,
οι αναμνήσεις μαχαιριές που μ’ έχουνε σκοτώσει.
Για σένα μάνα με ρωτούν αν θα ξαναγυρίσεις,
σε περιμένει στην αυλή, το κλήμα να ποτίσεις… !!

Χαρά-Χαρίκλεια Βλαχάκη

 https://xiromeropress.gr

Ευτράπελα και ιστορίες από τα χωριά μας.....Ο Γιάννος ο καλοντυμένος

Γράφει ο Γιώργος Γιαννάκης

 Έτρωγε και αυτό που κούναγε

 Σε κάποιο χωριό μια μεγάλη φαμίλια έκλεψε ένα βόδι. Εκεί που έτρωγαν νά σου και το απόσπασμα, αφού είχαν φάει ολόκληρο το βόιδι το μόνο που έμεινε ήταν το κεφάλι Η γιαγιά που ήταν γάτα με πέταλα παίρνει το κεφάλι το τυλίγει σε μια κουβέρτα και το βάζει σε μια σαρμανίτσα. 

Έρχονται οι χωροφύλακες, κοιτάνε τίποτα, κάποια ούντα ρωτάει ο καπετάνιος: Τι έχει η σαρμανίτσα μέσα γιαγιά; 

Και αυτή του απαντάει: Το παιδί έχει καπετάνιε μου και κάνει το σταυρό της και αν λέω ψέματα να με καταραστεί ο Θεός και να το φάω.

                      Ο Γιάννος ο καλοντυμένος 

 Στα χωριά εκείνο τον παλιό καιρό σπάνια έβλεπες καλοντυμένο άνθρωπο, κανέναν τσιφλικά, κανέναν ζωέμπορα, ευτυχώς τέτοια ζλαπκά δεν είχαμαν που έλεγε και η θειά Λάμπραινα στο χωριό. Το παιδί της Κώσταινας του Μήτρου γίνηκε δάσκαλος καμάρι για το χωριό. Το χωριό δεν έβγαλε και κανέναν άλλον γραμματιζούμενο, έναν φουκαρά παππά είχε που δε θα είχε βγάλει το δημοτικό. Τέλος πάντων τις κηδείες τις ήξερε απόξω, τώρα γάμους και βαφτίσια λιγοστά. 

Με το καλαμπούρι που είχε του βγήκε σε κακό. Πολλές φορές για πλάκα μου έλεγε Γάκο πάμε να κλέψουμε γίδια. Σε μιά γιορτή ήτανε κόσμος πολύς για μεταλαβιά, ο παππούλης στριμώχτηκε εκεί σην Ωραία Πύλη και φωνάζει ο έρμος. "Γυναίκες μη βιάζεστε έχω και άλλο πράμα". Οι γυναίκες το πήρανε στραβά, άλλο έλεγε ο παππάς και άλλο τις γαργάλαγε αυτές. Μια αναφορά στον Δεσπότη παλαιό καπετάνιο που δεν σήκωνε και πολλά και δυσμενή μετάθεση, τον σκαπέτησε στα Ζαγόρια που σήμερα είναι πολύ πολύ τουριστικό μέρος. 

Αλλά ας συνεχίσουμε με τον δασκαλάκο που ήρθε γραβατωμένος στο χωριό. Τον βλέπει η ξαδέρφη του η Βασίλω εκείνη η μισό ζουρλή και γραμμή για την θεία της να της δώσει τα συχαρίκια. "Θειά ο Σιούλας έρχεται με μιά βαρβάτα". Ούι τι έπαθα γιέμ λεει η θειά Κώσταινα, σιάζεται λιγάκι και περιμένει το ζευγάρι. 

Βλέπει, τι να δεί τον δάσκαλο μοναχό του. 

-Καλά μωρέ παιδάκι μ' που είναι η τσούπρα; 

-ΤΙ λες μωρή μάννα!!! 

-Να μου το είπε αυτό το χαζό που εχει το μυαλό  φλοέρα, μωρή στραποβαρεμένη που την είδες την βαρβάτα; 

-Να θειά κρέμεται στο λαιμό !!!  



Γιώργος Γιαννάκης

Απόδημος Κραψίτης



Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2026

Σήμερα συμπληρώνεται ένας χρόνος που έφυγε από τη ζωή ο σπουδαίος Γρηγόρης Καψάλης

Σε ηλικία 96 χρονών έφυγε από τη ζωή πριν ένα χρόνο ο σπουδαίος, ο μεγάλος δεξιοτέχνης του κλαρίνου Γρηγόρης Καψάλης.

Ένας μοναδικός άνθρωπος, ένας ανεπανάληπτος μουσικός και λάτρης της μουσικής παράδοσης, του Ζαγορίου και της Ηπείρου! Γεννημένος το 1929 στον Ελαφότοπο Ζαγορίου, μυήθηκε στο κλαρίνο κοντά στον πατέρα και τον παππού του και στην συνέχεια μαθήτευσε στη περίφημη σχολή του Ξηρομέρου κοντά στον Βασίλη Σαλέα.

Συνεργάστηκε με τους σημαντικότερους οργανοπαίχτες της ηπειρώτικης μουσικής: τον Φίλιππο Ρούντα, τους Χαλκιάδες, τον Χρόνη Καψάλη και από τις αρχές της δεκαετίας του ’60 αξιώθηκε να γίνει μέλος στο συγκρότημα “Τα Τακούτσια”, που θεωρείται ο κυριότερος θεματοφύλακας της Ζαγορίσιας παράδοσης.

Έχει δώσει συναυλίες σε όλη την Ελλάδα και σε πολλές χώρες του εξωτερικού, καθώς και στον Ελληνισμό της διασποράς. Το 1993 εμφανίστηκε στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών στο αφιέρωμα στους κορυφαίους δεξιοτέχνες του λαϊκού κλαρίνου. Έχει αποτυπώσει την τέχνη του σε πολλές τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές εκπομπές, σε ταινίες ντοκιμαντέρ και στην πλούσια δισκογραφική του παραγωγή`με την γαλλική ραδιοφωνία, τον πολιτιστικό σύλλογο Ζαγορισίων, το πνευματικό κέντρο Δήμου Ιωαννιτών και με το Λύκειο Ελληνίδων.

Διετέλεσε διδάσκαλος του κλαρίνου στο Μουσικό Γυμνάσιο Δολιανών Ιωαννίνων.

https://www.epiruspost.gr/

Κυκλοφόρησε το νέο τεύχος της εφημερίδας ο " Άσσος", του Συλλόγου των εν Αθήναις Αποδήμων Ασσιωτών.

 Διαβάστε την

Παρασκευή 2 Οκτωβρίου 2026

Δήμος Ζηρού. Ποιός καλύπτει το επείγον;


Γράφει η Μαρία Χήτα

Υπάρχει ένα μείζον ζήτημα που αφορά ολόκληρο τον Δήμο Ζηρού και πάνω απ’ όλα, την ασφάλεια των πολιτών και των επισκεπτών του.
Η κατάσταση, όπως έχει διαμορφωθεί σήμερα, είναι η εξής:
🔴
Το ασθενοφόρο του Κέντρου Υγείας Φιλιππιάδας έχει μετακινηθεί στην Πρέβεζα, στο Νοσοκομείο Πρέβεζας, προκειμένου να εξυπηρετεί ανάγκες του Νοσοκομείου, μεταξύ άλλων εξιτήρια. Παράλληλα, οι οδηγοί του έχουν αποσπαστεί και παραμένουν στην Πρέβεζα.
🔴
Τα δύο ασθενοφόρα του Κέντρου Υγείας Θεσπρωτικού βρίσκονται εδώ και περίπου δυόμισι μήνες στην αντιπροσωπεία/συνεργείο, εκτός λειτουργίας.
🔴
Η Φιλιππιάδα μπορεί, έστω και προσωρινά, να εξυπηρετηθεί σε κάποιο βαθμό από την Άρτα και τις διαθέσιμες δομές της περιοχής.
❗
Τι γίνεται όμως με το Θεσπρωτικό;
❗
Τι γίνεται με τη Λάκκα Σουλίου;
❗
Τι γίνεται με τα χωριά του Δήμου Ζηρού;
❓
Σε περίπτωση ενός επείγοντος περιστατικού, ποιο ασθενοφόρο θα φτάσει και από πού;
Και ενώ αυτή είναι η σημερινή πραγματικότητα, τα νέα ασθενοφόρα που αναμένονται από το Υπουργείο Υγείας φέρεται να καθυστερούν κατά δύο έως τρεις μήνες.
Και ακόμη πιο ανησυχητικό:
Από τα ασθενοφόρα που αναμένεται να παραληφθούν μέσα στον Οκτώβριο, σύμφωνα με τις πληροφορίες που έχουμε, κανένα δεν προβλέπεται να διατεθεί στην περιοχή μας.
Αυτό είναι ένα καίριο ζήτημα ασφάλειας και ανθρώπινης ζωής.
Ο Δήμος Ζηρού δεν μπορεί να βρίσκεται σε αυτή την κατάσταση.
Δεν μπορεί το ασθενοφόρο της Φιλιππιάδας να χρησιμοποιείται στην Πρέβεζα για εξιτήρια, την ώρα που τα δύο ασθενοφόρα του Θεσπρωτικού παραμένουν χαλασμένα για μήνες και η Λάκκα Σουλίου να αναρωτιέται ποιος θα φτάσει σε ένα επείγον περιστατικό.
Οι πολίτες του Δήμου Ζηρού έχουν ακριβώς τα ίδια δικαιώματα στην άμεση πρόσβαση στο επείγον με κάθε άλλον πολίτη.
Η 6η ΥΠΕ έχει την ευθύνη για τις διοικητικές αποφάσεις και τον σχεδιασμό της υγειονομικής κάλυψης.
Και όλοι όσοι έχουν θεσμική ευθύνη οφείλουν να διασφαλίζουν την ισότιμη και ασφαλή πρόσβαση όλων των πολιτών στο επείγον.
Γι’ αυτό και ζητάμε απαντήσεις:
❓
Για πόσο χρονικό διάστημα θα παραμείνει το ασθενοφόρο της Φιλιππιάδας στην Πρέβεζα;
❓
Γιατί τα δύο ασθενοφόρα του Κέντρου Υγείας Θεσπρωτικού παραμένουν εκτός λειτουργίας εδώ και δυόμισι μήνες;
❓
Πότε θα επιστρέψουν σε επιχειρησιακή λειτουργία;
❓
Πώς καλύπτεται σήμερα το επείγον στο Θεσπρωτικό και στη Λάκκα Σουλίου;
❓
Πότε θα παραληφθούν τα νέα ασθενοφόρα;
❓
Και, κυρίως, πόσα από αυτά θα διατεθούν στον Δήμο Ζηρού;
Εμείς, οι πολίτες, ζητάμε το αυτονόητο:
Όταν ένας πολίτης ή ένας επισκέπτης του Δήμου Ζηρού καλέσει ασθενοφόρο, να υπάρχει διαθέσιμο ασθενοφόρο για να ανταποκριθεί.
Η υγεία δεν μπορεί να είναι θέμα τύχης, απόστασης ή συγκυρίας.
Ο Δήμος Ζηρού χρειάζεται άμεση λύση. Και τη χρειάζεται τώρα.

Johann Joachim Winckelmann. Ο γιός του τσαγκάρη που έκανε την Ευρώπη να λατρέψει την Αρχαία Ελλάδα

basik-2
Όλοι στη χώρα μας γνωρίζουν ότι «όταν εμείς χτίζαμε Παρθενώνες, οι Ευρωπαίοι τρώγανε βελανίδια», ελάχιστοι όμως έχουν μπει στον κόπο να μάθουν τι ακριβώς κάναμε εμείς, όταν οι Ευρωπαίοι διάβαζαν αρχαία ελληνική γραμματεία, αποθέωναν την τέχνη της κλασσικής Ελλάδας και έχτιζαν κτίρια που να μοιάζουν με τους ναούς και τα μνημεία μας. Τέτοιες αναζητήσεις, βλέπετε, δεν φέρνουν κολακευτικά αποτελέσματα… Διότι, όταν οι Ευρωπαίοι ανακάλυπταν την Αρχαία Ελλάδα, εμείς χρησιμοποιούσαμε τα αγάλματα ως υλικά οικοδομής, κάναμε χάζι τους «μουρλούς ξένους» που γυρνούσαν στα ερείπια και σκίτσαραν τις «άχρηστες κολώνες», για να μην πούμε για εκείνους που, για λίγα γρόσια, διευκόλυναν τους «μουρλούς» να πάρουν στις πατρίδες τους μερικές από αυτές τις «παγανιστικές παλιατζούρες»… Δυστυχώς αυτή είναι η αλήθεια, φίλες και φίλοι: πρώτα ανακάλυψε η Ευρώπη το μεγαλείο της κλασσικής ελληνικής τέχνης και ύστερα έμαθαν να το αγαπούν οι Έλληνες…

Τούτη η ανάρτηση είναι αφιερωμένη στον σπουδαιότερο ελληνιστή όλων τον εποχών. Έναν γιο τσαγκάρη από κάποια ασήμαντη πόλη της Πρωσίας, που εκατό χρόνια πριν την επανάσταση του ’21, έκανε την Ευρώπη να λατρέψει την ελληνική κλασική τέχνη. Το όνομά του είναι Johann Joachim Winckelmann
(Βίνκελμαν).

Πρόκειται για τον θεμελιωτή της κλασικής Αρχαιολογίας και τον μεγαλύτερο υμνωδό της ελληνικής τέχνης. Το πιθανότερο είναι να μην τον έχετε ακούσει ποτέ. Οι νεοέλληνες προτίμησαν τα ονόματα στρατιωτικών και διπλωματών για τους κεντρικούς δρόμους της Αθήνας. Στον Βίνκελμαν έμεινε μόνο ένα αδιέξοδο δρομάκι στο Α΄ Νεκροταφείο… Κι όμως, αν δεν ήταν εκείνος, ίσως να μην υπήρχε κανένας φιλέλληνας στρατιωτικός και διπλωμάτης να υποστηρίξει την Ελλάδα στην Ευρώπη…

foto-1

Ο Βίνκελμαν ξεκίνησε να υμνεί την Αρχαία Ελλάδα με το έργο του «Σκέψεις για τη μίμηση των ελληνικών έργων στη ζωγραφική και τη γλυπτική», σημειώνοντας την ανωτερότητα της αρχαίας ελληνικής τέχνης απέναντι σε κάθε άλλη μορφή τέχνης όλων των εποχών! Στο έργο του προέτρεπε τους σύγχρονούς του καλλιτέχνες να διδαχθούν από αυτή την τέχνη και να τη μιμηθούν. Παροιμιώδης έμεινε η φράση του για την ανεπανάληπτη «ευγενική απλότητα και το ήρεμο μεγαλείο» των έργων της κλασικής Αρχαιότητας («edle Einfalt und stille Gröbe»).
Με το επόμενο δοκίμιό του για την «Αντίληψη του ωραίου στην τέχνη» (1763), ο Βίνκελμαν επηρέασε καθοριστικά τις αισθητικές αντιλήψεις ολόκληρης της εποχής του ύστερου Διαφωτισμού στην

Η ζωή σε ένα απομακρυσμένο χωριό της Ηπείρου, χωρίς δρόμους, μακριά από τον πολιτισμό.ΒΙΝΤΕΟ

Δύσκολη η ζωή στην ορεινή πατρίδα, όπου οι κάτοικοί της επιβιώνουν στις πιο σκληρές συνθήκες... 

Το οδοιπορικό μας συνεχίζεται στα ψηλά βουνά της Κοιλάδας Αχελώου, όπου συναντήσαμε τη φιλόξενη γιαγιά-Φωτεινή, η οποία μας καρτερεί με μεγάλη χαρά στο απομονωμένο χωριουδάκι της που τόσο πολύ αγαπάει, μας μεταφέρει τους προβληματισμούς της και μας περιγράφει πώς ήταν και πώς είναι η ζωή στο χωριό!

Βίντεο: Ανδρέας Κουτσοθανάσης


Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 2026

Νοσταλγικές αναμνήσεις: Το σπίτι στο χωριό, τόση “ομορφιά” κλεισμένη σε λίγα τετραγωνικά

Τα παλιά, πέτρινα σπίτια εκπέμπουν μια ιδιαίτερη γοητεία, λες και κρατάνε μέσα τους μυστικά και ιστορίες, σαν να ναι έτοιμα να διηγηθούν ένα παρελθόν μισοξεχασμένο…

Τα σπίτια στο χωριό παλαιότερα ήταν μονώροφα και αργότερα διώροφα. Στο 1ο επίπεδο ήταν το κατώι όπου παλαιοτέρα σταβλίζονταν τα ζώα και στο 2ο επίπεδο ο χώρος της κατοικίας.

Επίσης υπήρχε εξωτερικός ξυλόφουρνος πέτρινος.Από πίσω ήταν χτισμένα μέχρι την επιφάνεια της γης και λίγο πιο επάνω με πέτρα και από το σημείο αυτό ως τη στέγη με χειροποίητα αφουρνάριστα τούβλα που συνήθως ονομάζονται πληθιά.

Οι στέγες των σπιτιών ήταν σκεπασμένες με ημισωληνωτές κεραμίδες . Το εξωτερικό μέρος των σπιτιών ήταν γυμνό χωρίς σουβά για αυτά τα λασπαχυρότουβλα που ορθώνουν τους τοίχους, τρίβονταν με την πάροδο του χρόνου από τις αλλεπάλληλες βροχοθύελλες που ξεσπούσαν κατά τη διάρκεια του χειμώνα, της άνοιξης και του φθινοπώρου. Το εσωτερικό των σπιτιών σχετικά περιποιημένο.

Νοσταλγικές αναμνήσεις: Το σπίτι στο χωριό, τόση "ομορφιά" κλεισμένη σε λίγα τετραγωνικά

Τα δωμάτια υποδοχής καθώς και τα άλλα στρώνονταν με ψάθες και αργότερα τα περισσότερα σπίτια στρώνονταν με όμορφα χαλιά που η ίδια νοικοκυρά ύφαινε στον αργαλειό της κατά την εποχή του χειμώνα τότε που κοπιάζει πια η εξωτερική εργασία . Όσο για τα έπιπλα τα σπουδαιότερα ήταν: μία άρκλα (ντουλάπα) για προφύλαξη των φαγητών, μια στρογγυλή τάβλα αντί για τραπέζι φαγητού και τρία, τέσσερα σκαμνάκια για τους επισήμους γιατί οι σπιτικοί κάθονταν πάντοτε σταυροπόδι στην ψάθα.

Τα σκεύη ήταν σχεδόν όλα από ξύλα εκτός από τις κατσαρόλες που ήτανε χάλκινες . Τα πιάτα και τα κουτάλια ήταν τα περισσότερα ξύλινα . Ονομαστή από τα ξύλινα πιάτα ήταν η τουρνευτή (καυκιά) που έτρωγαν την τσιγαριστή φασολάδα και την νόστιμη σκορδαλιά τα μεσημέρια ή στο σπίτι ή στα χωράφια.

Νοσταλγικές αναμνήσεις: Το σπίτι στο χωριό, τόση "ομορφιά" κλεισμένη σε λίγα τετραγωνικά

Το τουρνευτό επίσης κλειδοπίνακο που βρισκόταν σε πολλά σπίτια στον κάμπο που η νοικοκυρά έβαζε λίγο τυρί και μερικές ελιές, τα ασφάλιζε καλά και με λίγο ψωμί στον τρουβά ( ταγάρι) τα έστελνε για πρωινό ή για απογευματινό στο νοικοκύρη και στα παιδιά της με το τσαπί στο χέρι δούλευαν για το τίμιο ψωμί.

Λεγόταν και κονάκι

Ξενόφερτοι, στα περισσότερα μέρη, οι χτιστάδες. Ονομαστοί στο είδος αυτό κυρίως οι Ηπειρώτες και οι Λαγκαδιανοί. Δουλεύανε συντροφικά και κουβαλούσαν μαζί τους κι όλο τον απαραίτητο εξοπλισμό για τη δουλειά τους. Σε κάθε χωριό που πήγαιναν, δεν έχτιζαν μόνο ένα σπίτι, γι’ αυτό και η εργασία τους ήταν ομαδική.

Νοσταλγικές αναμνήσεις: Το σπίτι στο χωριό, τόση "ομορφιά" κλεισμένη σε λίγα τετραγωνικά

Έφερναν μαζί τους και αρκετά ζώα (κυρίως μουλάρια), για να κουβαλούν τον ασβέστη από το καμίνι, την άμμο από τις ποταμιές, την πέτρα για την τοιχοποιία την κουβαλάγανε από τα νταμάρια που δουλεύανε οι φουρνελατζήδες, το νερό από τα πηγάδια ή τις δημόσιες βρύσες και γενικά για όλες τις απαραίτητες εργασίες.

Στο άνοιγμα των θεμελίων απαραίτητο ήταν το σφάξιμο του κόκορα και στην περίπτωση που ο νοικοκύρης ήτανε πιο εύπορος, τότε αντί για κόκορα σφάζανε αρνί (πολύ παλιό έθιμο). Όταν ολοκληρωνόταν η οικοδομή, σε πολλά μέρη, όλοι οι συγγενείς κι οι φίλοι κρέμαγαν ένα μαντίλι (συνήθως μεταξωτό). Αυτά τα έπαιρναν οι χτίστες. Ήταν δίπατα. Χτισμένα τα περισσότερα με πέτρα, ξύλο ή και με πωρόλιθο. Αργότερα χρησιμοποιήθηκαν οι πλίθες (για τα φτωχόσπιτα) και τα τούβλα (για περισσότερο ευκατάστατους). Η στέγη με πλάκες πέτρας, τσίγκο ή κεραμίδια, είχε μεγάλη κλίση, για τα χιόνια και τις βροχές και προεξείχε πολύ πάνω από τις προσόψεις.

Νοσταλγικές αναμνήσεις: Το σπίτι στο χωριό, τόση "ομορφιά" κλεισμένη σε λίγα τετραγωνικά

Το πάνω πάτωμα (1ος όροφος) το ανώι και το κάτω (ισόγειο) το κατώι. Το ανώι είχε 2-3 δωμάτια και προοριζόταν για τη διαμονή της μεγάλης (συνήθως) αγροτικής οικογένειας ή για φιλοξενία για κάποιους επισκέπτες (ο Δοξάτος όπως το έλεγαν στην Καστοριά) . Δύο μεγάλα δωμάτια κι ανάμεσά τους ένα μικρό.

Νοσταλγικές αναμνήσεις: Το σπίτι στο χωριό, τόση "ομορφιά" κλεισμένη σε λίγα τετραγωνικά

Το ένα από τα 2 μεγάλα ήταν το σαλόνι του σπιτιού, με σανιδένιο πάτωμα. Το μικρό, ανάλογα με τις ανάγκες της οικογένειας, άλλαζε χρήση. Το άλλο μεγάλο δωμάτιο ήταν το πρόχειρο (με διάφορες τοπικές ονομασίες), αλλά και το πιο σημαντικό. Από εκεί ήταν και η κύρια είσοδος στο σπίτι. Όλη η λάτρα του σπιτιού, γινόταν στο πρόχειρο δωμάτιο. Επίσης εδώ δέσποζε το τζάκι, το πιο πολύτιμο μέρος (ίσως) σε μια αγροτική κατοικία. Μόνιμη παρουσία στο τζάκι η πυροστιά ή σιδεροστιά, ένας κυκλικός ή τριγωνικός μεταλλικός τρίποδας.
Αποτελούσε το βασικό εργαλείο της νοικοκυράς, γιατί πάνω σ’ αυτό έβαζε κάθε κουζινικό σκεύος (π.χ. τηγάνι, τέντζερη, τσουκάλι, ταψί, σκάρα) για να ετοιμάσει το φαγητό. Τα βοηθητικά όργανα, εκεί κι αυτά. Η μασιά, για να ανακατεύουν τα κάρβουνα κι η τσιμπίδα, για να τα πιάνουν όταν σκόρπαγαν. Ο χώρος στο γείσωμα του τζακιού ήταν πολύ χρήσιμος για τη νοικοκυρά, που τον αξιοποιούσε με τον καλύτερο τρόπο. Εκεί πάνω τοποθετούσε πράγματα αμέσου χρήσεως.

Νοσταλγικές αναμνήσεις: Το σπίτι στο χωριό, τόση "ομορφιά" κλεισμένη σε λίγα τετραγωνικά

Μια σειρά από πήλινα βάζα, στα οποία έβαζε το αλάτι, τη ρίγανη, το αλεύρι για το τηγάνισμα, το τσάι του βουνού ή τη φασκομηλιά κι ότι άλλο την εξυπηρετούσε. Δεξιά κι αριστερά υπήρχαν πολλά ξύλινα ράφια για τα χαλκώματα και τα τσουκάλια.

Επίσης πολλά καρφιά στους τοίχους, όπου κρέμαγε πολλές πάνινες σακούλες με τρόφιμα όπως τραχανά, χυλοπίτες, μπουλουγούρι, κριθαρένια παξιμάδια, σταφίδες και άλλα. Πάνω ψηλά, κρεμασμένη στα δοκάρια της σκεπής, μια πλατιά τάβλα, μήκους περίπου 2 μέτρων, που πάνω εκεί έβαζαν όλα τα καρβέλια μετά από το ξεφούρνισμα και τα σκέπαζαν μ’ ένα στενόμακρο πανί.

Νοσταλγικές αναμνήσεις: Το σπίτι στο χωριό, τόση "ομορφιά" κλεισμένη σε λίγα τετραγωνικά

Σ’ ένα άνοιγμα στον τοίχο, που είχε μετατραπεί σε ντουλάπι με εσωτερικά ράφια, τοποθετούσαν όλα τα πιατικά, τα μαχαιροπίρουνα, τα κουτάλια, τις κούπες και τα ποτήρια.
Σ’ άλλο ειδικά διαμορφωμένο χώρο, υπήρχε θέση για το βαρελάκι με το πόσιμο νερό από την κεντρική βρύση του χωριού, απ’ όπου το κουβάλαγαν. Σε μια άκρη του δαπέδου υπήρχε μια μεγάλη στάμνα με το νερό της λάτρας και στη σειρά μικρότερες στάμνες – κιούπια – διαφορετικού μεγέθους για τη γλίνα, τη ντομάτα και το πετιμέζι. Στον τοίχο κρεμασμένος κι ο σοφράς ή τάβλα, ένα χαμηλό τραπέζι, συνήθως στρογγυλό, ύψους 20 εκατοστών. Την ώρα του φαγητού το ξεκρέμαγαν και κάθονταν όλοι τριγύρω σε σκαμνάκια.

Νοσταλγικές αναμνήσεις: Το σπίτι στο χωριό, τόση "ομορφιά" κλεισμένη σε λίγα τετραγωνικά

Η σάλα του σπιτιού δεν πολυπατιότανε. Προοριζόταν για τους μουσαφίρηδες. Οι πλούσιες οικογένειες είχαν σιδερένια κρεβάτια, ενώ οι φτωχοί είχαν ξύλινες σανίδες για να μπαίνει πάνω το στρώμα, συνήθως από άχυρο.

Σ’ αυτό το δωμάτιο, αριστερά της εισόδου και πάνω ψηλά δέσποζε το εικονοστάσι, με τις εικόνες και τα στέφανα των νοικοκυραίων.

Νοσταλγικές αναμνήσεις: Το σπίτι στο χωριό, τόση "ομορφιά" κλεισμένη σε λίγα τετραγωνικά

Πιο πέρα, ο μεγάλος γιούκος με όλα τα στρωσίδια καλοδιπλωμένα και τοποθετημένα προσεκτικά το ένα πάνω στο άλλο. Βελέντζες, μπατανίες, χράμια και το πάπλωμα για τους επισκέπτες, όλα σκεπασμένα με μια μεγάλη φανταχτερή μπατανία. Ντουλάπα με τη σημερινή μορφή δεν υπήρχε. Τα ρούχα της οικογένειας βρίσκονταν σε ένα παραπέτασμα κρυμμένα με μια μπατανία κι αυτά. Σ’ ένα μπαούλο (φορτσέρι, σεντούκι), κλειδώνονταν αντικείμενα κάποιας αξίας, αχρησιμοποίητος ρουχισμός & πολλές φορές τα γλυκά του σπιτιού.
Ένα μεγάλο τραπέζι στο μέσο του δωματίου, σκεπασμένο μ’ ένα κεντημένο τραπεζομάντιλο, και γύρω-γύρω καρέκλες. Κυρίαρχη θέση πάνω στο τραπέζι ή στον τοίχο κρεμασμένη, είχε η λάμπα πετρελαίου (λουσέρνα), που άναβε στη κυριολεξία με το σταγονόμετρο καθώς το πετρέλαιο ήταν πολύ ακριβό για τα δεδομένα της εποχής.

Νοσταλγικές αναμνήσεις: Το σπίτι στο χωριό, τόση "ομορφιά" κλεισμένη σε λίγα τετραγωνικά

Στην πρόσοψη του σπιτιού δέσποζε η λόντζα, χαγιάτι ή το λιακό, ένα είδος βεράντας που αποτελούσε και την είσοδο στο ανώι. Ανάλογα με το ύψος της οικοδομής ήταν και το ύψος της σκάλας για τη λόντζα.

Το κατώι προοριζόταν κυρίως για τα ζώα. Η χρησιμότητά τους ήταν μοναδική. Ήτανε λοιπόν επόμενο να τα φροντίζουν πολύ. Για τον ίδιο λόγο, η απώλεια κάποιου ζώου, αποτελούσε βαρύ πλήγμα για την οικογένεια που το έχανε. Αν κάποια οικογένεια δεν μπορούσε να φτιάξει δίπατο σπίτι, τότε για τα ζώα κατασκεύαζε ένα καλυβάκι. Δεμένα με τέτοιο τρόπο, ώστε το ένα να μην ενοχλεί το άλλο. Σε κάποιο χώρο έβαζαν το άχερο, τη βρώμη και το σανό. Ένα μικρό τμήμα του κατωγιού τον χρησιμοποιούσε η οικογένεια το χειμώνα. Στο κατώι υπήρχε επίσης το βαγένι με το κρασί, και στον τοίχο κρεμασμένες οι πλεξούδες με τα κρεμμύδια και τα σκόρδα.

Νοσταλγικές αναμνήσεις: Το σπίτι στο χωριό, τόση "ομορφιά" κλεισμένη σε λίγα τετραγωνικά

Για 2 ζώα υπήρχε ξεχωριστός χώρος. Ο λώζος για το γουρούνι και το κοτέτσι για τις κότες. Μάλιστα, για να μην ξενογεννάνε οι κότες, μέσα στο κοτέτσι τους έφτιαχναν ένα ειδικό χώρο κι εκεί απαραιτήτως έβαζαν ένα αβγό, το φώλι ή φώλο, για να το βλέπει και να μπαίνει η κότα να γεννήσει εκεί. Και στον λώζο και στο κοτέτσι, απαραίτητη η κορύτα γεμάτη με νερό.
Στην αυλή, τέλος, αποθηκεύονταν σε ντάνες (τρακάδες) τα ξύλα και τα κλαριά για τις ανάγκες του σπιτιού.

Νοσταλγικές αναμνήσεις: Το σπίτι στο χωριό, τόση "ομορφιά" κλεισμένη σε λίγα τετραγωνικά

Σε κάποιο σημείο δέσποζε ο φούρνος, απαραίτητος για κάθε σπίτι κι αυτό γιατί εκείνη την εποχή δεν υπήρχε έτοιμο ψωμί, ούτε επαγγελματίας φούρναρης.

dinfo.gr

https://xiromeropress.gr