Τρίτη 3 Ιανουαρίου 2017

Απόστολος Βαρζέλης, ο Ζαβερδιανός: Ο Έμπορος απο την Πάλαιρο, εγκαθίσταται στην Πρέβεζα και ιδρύει μια οικονομική αυτοκρατορία


ΑΜΦΙΚΤΙΟΝΙΑ ΑΚΑΡΝΑΝΩΝ
ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΡΕΥΝΑΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

Γράφει ο Αντιπρόεδρος της Αμφικτιονίας
ΝΤΙΝΟΣ Στυλιανός του Ιωάννη

Απόστολος Βαρζέλης, ο Ζαβερδιανός
«Να έχεις τα πλούτη του Βαρζέλη»
Μακάρια Ελένη Μαμαλούκα

   
       Ο Απόστολος Βαρζέλης γεννήθηκε στην Ζαβέρδα της Ακαρνανίας. Για το έτος της γέννησής του δεν υπάρχουν στοιχεία αλλά με δεδομένα τα στοιχεία γέννησης των παιδιών του (1828 ο δευτερότοκος γιός Θεόδωρος), πρέπει να τοποθετήσουμε την γέννησή του στην περίοδο 1780-1795 μχ. Επίσης πρόσθετο στοιχείο για το έτος γέννησής του είναι ότι την εποχή 1883-1885, κατά την οποία ο Μητροπολίτης Αρτης Σεραφείμ Βυζάντιος, γράφει το γνωστό δοκίμιό του, ο Απόστολος Βαρζέλης δεν είναι στην ζωή.


           Οι πρόγονοί  του,  κατάγονταν από την Χίο, εύποροι οικονομικά και γνώστες της θάλασσας και κυρίως του εμπορίου. 
      Για το πώς η οικογένεια Βαρζέλη βρέθηκε στην Ζαβέρδα, τα στοιχεία της έρευνας, μας οδηγούν στα παρακάτω:..........


   
     Τον 17ο αιώνα στην Χίο υπήρχε μια ομάδα κατοίκων, κυρίως Ρωμαιοκαθολικών, οι οποίοι διαχειρίζονταν και εξυπηρετούσαν τα συμφέροντα της Βενετίας στο νησί. Το 1695 υπήρξε  προσπάθεια κατάκτησης της νήσου Χίου από την  Γαληνότατη Δημοκρατία της Βενετίας. Η δράση απέτυχε και οι Ενετοί προκειμένου  να προστατεύσουν την ομάδα των Ρωμαιοκαθολικών Χιωτών, όχι μόνο από τους Τούρκους αλλά και από τους ντόπιους Ορθόδοξους,  μεταφέρουν και εγκαθιστούν τους Χιώτες στην Πελοπόννησο, παρέχοντας σοβαρά προνόμια, σε τέτοιο σημείο που καμιά άλλη ομάδα κατοίκων, μη Ενετών, δεν είχαν λάβει. Οι ιστορικοί μας περιγράφουν μια σειρά προνομίων αυτής της ομάδας Χιωτών, προνόμια που δεν είχαν δοθεί σε κανέναν άλλον.
      Το 1718 μχ υπογράφεται η διεθνής συνθήκη του Πασάροβιτς (βλέπε αναλυτικά την εργασία των σπουδαστών εκπαιδευτηρίων πληροφορικής Βόνιτσας για την εφαρμογή της συνθήκης στην ενετική VONIZZA). Ένας όρος στην συνθήκη ήταν να παραχωρηθεί όλη η Πελοπόννησος στην Τουρκική κυριαρχία. 
       Οι Ενετοί  δεν εγκαταλείπουν τους δικούς τους Χιώτες στην Τουρκική πλέον Πελοπόννησο, αλλά την 23 Αυγούστου του 1719 με ψήφισμα της Βενετικής Συγκλήτου, παραχωρούνται σε πλέον των 100 ατόμων (μερικοί ιστορικοί αναφέρονται σε είκοσι δύο οικογένειες) Χιώτες, διακόσια είκοσι στρέμματα στην  νήσο «Μεγανήσι». Η περιοχή που εγκαταστάθηκαν οι Χιώτες, ακόμα και σήμερα ονομάζεται «Χιώτικα». 

Ψήφισμα της Βενετικής Συγκλήτου
«1719, 23 Αυγούστου – Εν τη Συγκλήτω
Προς  τον Γενικόν Προνοητήν Θαλάσσης
     Επειδή παραμένουν διαρκώς αποτυπωμέναι εν τη οικτίρμονι καρδία της Συγκλήτου τα μεγάλα δεινά, άτινα μετά τοσαύτης ευψυχίας υπέστησαν αι οικογένειαι των Χίων κατά τας μοιραίας φρικαλεότητας του πολέμου του Μωρέως, επιδείξασαι πίστιν και αφοσίωσιν προς την Ημετέραν Αυθεντίαν, δεινά, άτινα υπεχρέωσαν ταύτας πενομένας και στερουμένας των πάντων, να ζητήσουν άσυλον εν τη Κυριάρχω, απεφασίσαμεν να έλθωμεν αρωγοί προς τας ευλαβείς των ικεσίας, παραχωρούντες εις ταύτας την μετά την ανάκτησιν της Λευκάδος περιελθούσαν εις το Δημόσιον νησίδα του Μεγανησίου. 
      Ίνα, όμως, η σύνεσις Υμών παραχώρηση την ρηθείσαν νησίδα συμφώνως προς τας προθέσεις της Συγκλήτου, κρίνομεν σκόπιμον να επισυνάψωμεν τω παρόντι διατάγματι τον κατάλογον των οικογενειών, αίτινες εν συνόλω αποτελούνται εξ 130 περίπου ατόμων, ίνα δυνηθήτε να διανείμητε ταύτην, άμα ως αφιχθούν οι Χίοι εις Λευκάδα, ένθα επιθυμούμεν να εγκατασταθούν, μετά της υποχρεώσεως, εννοείται, της υπό τούτων καταβολής της συνήθους Δεκάτης, ούτως ώστε, των εν λόγω οικογενειών, απομακρυνόμενων της κυριάρχου, να εκλείψη ο λόγος της υλικής αρωγής, ήν άχρι τούδε μετ’ ευμενείας παρείχεν εις ταύτας το Δημόσιον. 
      Όθεν, ούτω θα ενεργήσετε, μη λαμβάνοντες υπόψιν οιανδήποτε άλλην ως προς την ρηθείσαν νησίδα δοθείσαν Υμίν εντολήν, καθόσον η Σύγλητος αξιοί να παραχωρηθή αύτη υπέρ των ενδεών και περί πολλού Δημοσίας εκτιμήσεως και στοργής. Ενεργήσατε επίσης την δέουσαν καταχώρησιν του παρόντος διατάγματος προς συμμόρφωσιν τόσον Υμών, όσων και των διαδόχων Σας.
Δομένικος Φραντσέσκη Γραμματεύς 

    Όμως αυτοί οι δραστήριοι ναυτικοί και έμποροι, δεν μπορούσαν να περιοριστούν σε ένα μικρό νησί. Σύντομα άρχισαν οι μετοικήσεις στις γύρω παραθαλάσσιες περιοχές, χωρίς όμως ποτέ να αποσπαστούν (με πώληση των ιδιοκτησιών τους) από το Μεγανήσι. Αρκετά νοτάρια και δικαστικά έγγραφα αναφέρονται στις περιουσίες των Χιωτών του Μεγανησίου. Σε όλα αυτά κυριαρχεί η πληροφορία  ότι το μεγαλύτερο πλήθος των Χιωτών, πέρασε στην περιοχή του ενετικού Κοντινέντε.

           Η παρουσία Χιωτών στην Βόνιτσα είναι ένα γεγονός. Μάλιστα αυτό επισημάνθηκε όταν στην εργασία «Ο περιηγητής Leake στην Βόνιτσα 1805-1807 μχ», υπάρχει η περιγραφή ότι στην διαδρομή του από το αρχαίο Ανακτόριο προς την Βόνιτσα, περνά από την θέση Μυρτάρι, όπου εκεί περιγράφει ότι διαβαίνει μέσα από δέντρα μαστίχας. (βλέπε εργασία «Ο περιηγητής Leake στην Βόνιτσα 1805-1807 μχ»).
Ο Άγγλος Λοχαγός Leake

       Από τα στοιχεία της έρευνας, ένας από την οικογένεια Βαρζέλη,  πέρασε στην Ζαβέρδα. Ενας τόπος κοντά στο Μεγανήσι, με ασφαλείς λιμένες για τα εμπορικά του καράβια και κυρίως ένας τόπος που παρήγαγε εμπορεύσιμα προϊόντα.
     Για το εμπόριο της ξηρομερίτικης ξυλείας  βλέπε εργασία «Το εργοστάσιο της Γλυκόριζας στην Ενετική Βόνιτσα», ενώ για την εμπορική κίνηση του λιμανιού της Ζαβέρδας βλέπε εργασία «Με την ματιά ενός πεντάχρονου- Σπυρίδων Μόστρας, αρχιναυπηγός του Ελληνικού Πολεμικού ναυτικού».
      Το ζήτημα για το πιο ήταν το έτος μετοίκησης, της οικογένειας Βαρζέλη, από το Μεγανήσι στην Ζαβέρδα, αλλά και για τους λόγους της μετοίκησης, χρειάζεται περεταίρω έρευνα. Με τα υπάρχοντα στοιχεία, έχουμε δεδομένο ότι οΑπόστολος Βαρζέλης (αυτός που αργότερα εγκαταστάθηκε στην Πρέβεζα και δημιούργησε «οικονομική κυριαρχία») γεννήθηκε στην Ζαβέρδα. Συνεπώς η οικογένεια Βαρζέλη ήταν στη Ζαβέρδα πρίν την περίοδο 1780-1795 μχ. 
      Μένει όμως το ερώτημα γιατί η εγκατάσταση της οικογένειας Βαρζέλη στην Ζαβέρδα, η οποία δεν ανήκε στο Ενετικό Κοντινέντε, μια περιοχή υψίστης προστασίας για τους Βαρζέληδες. Γιατί εγκατέλειψαν το Μεγανήσι, μια Ενετική περιοχή και πέρασαν στην Ζαβέρδα , η οποία ανήκε στην Τουρκική κυριαρχία;
      Ένα θετικό της εκεί εγκατάστασης μπορεί να είναι οι ασφαλείς λιμένες της περιοχής Ζαβέρδας, η θέση της Ζαβέρδας στο ανοικτό Ιόνιο και  το εμπόριο της ξηρομερίτικης ξυλείας.
    Όμως υπάρχει ο ανασταλτικός παράγοντας της Τουρκικής κυριαρχίας σε αυτή την περιοχή.
    Σε αυτό το σημείο δεν μας μένει κάτι άλλο παρά από υποθέσεις, στη προσπάθεια να αιτιολογήσουμε την απόφαση των Βαρζέληδων για εγκατάσταση στην Ζαβέρδα.

      Αρχίζουμε λαμβάνοντας υπόψη ότι η έκφραση «εγκατάσταση των Βαρζέληδων στη Ζαβέρδα» δεν αφορά το σύνολο της οικογένειας Βαρζέλη. Έχουμε ένα κλάδο της οικογένειας Βαρζέλη στην πόλη της Λευκάδας (σήμερα υπάρχει οδός «Βαρζέλη»), έχουμε ένα κλάδο στην Βόνιτσα. Το 1860-1880 μχσυναντάμε, στην Βόνιτσα, την ύπαρξη ενός γιατρού Χρήστου Βαρζέλη, ο οποίος έχει μεγάλη κτηματική περιουσία στην Ζαβέρδα, χωρίς να γνωρίζουμε αν αυτή η περιουσία προέρχεται από αυτή που είχε ο Απόστολος Βαρζέλης.
     Πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι ο Ζαβερδιανός Απόστολος Βαρζέλης, διατηρεί προνόμια από τον πρόγονό του Απόστολο Βαρζέλη. Η συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή (Küçük Kaynarca Antlaşması) εκτός από τα άρθρα που παρουσιάστηκαν και έγιναν γνωστά, είχε τουλάχιστον  δύο μυστικά άρθρα. Από τα δημοσιευμένα άρθρα της συνθήκης για τους Έλληνες πλοιοκτήτες, δημιουργήθηκαν ισχυρά συμφέροντα ανεξάρτητα του χώρου στον οποίο ήταν εγκατεστημένοι:

Συνθήκη του του Κιουτσούκ Καϊναρτζή ( Küçük Kaynarca Antlaşması)
   «Σε ό,τι αφορά στα ελληνικά ενδιαφέροντα, με την υπογραφή της Συνθήκης κατοχυρώθηκε νομικά το δικαίωμα της χρήσης της ρωσικής σημαίας από Έλληνες πλοιοκτήτες, όπως και η ναυπήγηση πλοίων μεγάλου εκτοπίσματος. Χρησιμοποιώντας τη ρωσική σημαία και τη χορήγηση αδείας επιτηδεύματος, σε όσους ύψωναν τη ρωσική σημαία, από τον διοικητή τηςΟδησσού, ο εμπορικός στόλος των Ελλήνων πλοιοκτητών αναπτύχθηκε θεαματικά [2]. Ακολουθώντας πιστά τα γεωστρατηγικά της ενδιαφέροντα, η Ρωσία ενδιαφερόταν άμεσα για την ανάπτυξη της ελληνικής εμπορικής ναυτιλίας, είτε εξαιτίας της έλλειψης ρωσικών εμπορικών πλοίων για τη μεταφορά εμπορευμάτων είτε εξαιτίας της ναυτικής δεξιότητας των ελληνικών πληρωμάτων.» el.wikipedia.org/

  Μάλιστα, η συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή όριζε προνόμια για όσους Έλληνες πλοιοκτήτες είχαν το δικαίωμα της χρήσης της Ρωσικής σημαίας. 

Οι Βαρζέληδες τι σχέση είχαν με όλα αυτά; Ας δούμε παρακάτω:
    Το 1768 η Ρωσία και η Τουρκία εμπλέκονται στην πιο σοβαρή μέχρι τότε πολεμική σύγκρουση. Ο πόλεμος κρατά μέχρι και το 1774. Το 1770 οι Ρώσοι μεταφέρουν ένα σοβαρό μέρος του Κριμαϊκού πόλεμου με την Τουρκία, στον Ελλαδικό χώρο. Οι Έλληνες  αρχίζουν την εξέγερση κατά των Τούρκων και αυτή η περίοδος μας είναι γνωστή με την λέξη «Τα Ορλωφικά».
    Ενας από την οικογένεια Βαρζέλη, ο Απόστολος, συμμετέχει στις εχθροπραξίες με σοβαρή ναυτική δύναμη (δικά του πλοία)  και πολεμάδίπλα στα Ρωσικά πολεμικά πλοία. 

Ο Αλέξιος Ορλώφ 

     Με το τέλος του πολέμου, ο αρχιναύαρχος Ορλώφ, ενημερώνει την  Μεγάλη Αικατερίνη της Ρωσίας, για τις προσφορές, του  Απόστολου Βαρζέλη, στον πόλεμο. Η Αυτοκράτειρα της Ρωσίας τιμά τον Απόστολο Βαρζέλη,αποδίδοντάς του:
-την Ρωσική υπηκοότητα, 
-το δικαίωμα της μεταβίβασης της τιμής σε κάθε πρωτότοκο αρσενικό απόγονο της γενιάς του και 
-την δυνατότητα αυτός (πρωτότοκος αρσενικός απόγονος) να υπηρετεί ως βαθμοφόρος στην Αυτοκρατορική φρουρά του Τσάρου της Ρωσίας. 

      Η έρευνα για την οικογένεια Βαρζέλη, εντόπισε ένα σημαντικό μέρος του ενδιαφέροντός της, στο πρόσωπο του Απόστολου Βαρζέλη. Πρέπει να υπάρχουν δύο της οικογένειας Βαρζέλη, με το ίδιο όνομα Απόστολος. Αυτά τα δύο μέλη πρέπει χρονολογικά να απέχουν μεταξύ τους το λιγότερο μία γενιά και το περισσότερο δύο. Ας δούμε αυτό το σκεπτικό.
      -Ο Απόστολος Βαρζέλης, ο οποίος με τα πλοία του, το 1768-1774  συμμετέχει στα Ορλωφικά, πρέπει τότε να ήταν σε μια ηλικία μεγαλύτερη των35 ετών. Δηλ. να έχει γεννηθεί την περίοδο 1735-1740.
   -Ο Απόστολος Βαρζέλης που την περίοδο 1825-1830 μετοικεί από τον Ζαβέρδα στην Πρέβεζα και εκεί δημιουργεί μια «οικονομική αυτοκρατορία»δεν μπορεί να έχει ηλικία μεγαλύτερη από 35-40 έτη, καθόσον το 1828 μχ αποκτά  στην Πρέβεζα, τον δεύτερο γιό του, τον Θεόδωρο.

          Ανάμεσα στους δύο της οικογένειας Βαρζέλη, με μικρό όνομα Απόστολος, μεσολαβεί μια πλήρης γενιά. Από όλη την έρευνα δεν εντοπίσαμε πατρώνυμα για τους δύο αυτούς Βαρζέληδες. Όμως η χρονολογική σειρά, μας οδηγεί με βεβαιότητα στο συμπέρασμα, για δύο διαφορετικά πρόσωπα, τα οποία όμως μεταξύ τους ήταν κάθετοι συγγενείς, αφού στην ιστορία μας, παρατηρούμε ότι οΖαβερδιανός Απόστολος Βαρζέλης, που μετοικεί στην Πρέβεζα την δεκαετία 1820-1830, διατηρεί τα Ρωσικά προνόμια που έχουν αποδοθεί στον Απόστολο Βαρζέλη των Ορλωφικών.
     Στις αρχές της δεκαετίας 1820-1830  ο Απόστολος Βαρζέλης βρίσκεται στην Βόνιτσα-Πρέβεζα, αλλά διατηρεί τεράστια κτηματική περιουσία στην Ζαβέρδα, την οποία συντηρούν και εκμεταλλεύονται άλλοι συγγενείς του.
     Στα μέσα της δεκαετίας 1820-1830  ο Απόστολος Βαρζελης αποφασίζει να συντονίσει το εμπόριό του από την πόλη της Πρέβεζας. Οριστικά μετοικεί στην Πρέβεζα, στην οποία είχε σοβαρές εμπορικές δραστηριότητες πρίν από το 1823. 
        Η μετοίκησή του δεν είναι μια απλή μεταφορά εμπορικής έδρας.Πραγματοποιεί στη Πρέβεζα μια στρατηγική κίνηση, με την οποία όχι μόνο εδραιώνεται αλλά, όπως αποδεικνύουν όλα τα επόμενα στοιχεία της έρευνας, μετατρέπεται στον περισσότερο σημαντικό οικονομικό παράγοντα της Ηπείρου. Νυμφεύεται την κόρη του Ανδρέα Γενοβέλη.
       
           Σε αυτό το σημείο η έρευνα συναντά μια σημαντική πληροφορία από το αρχείο του Ηλία Βασιλά. Είναι από το άρθρο «Ιωάννης Γενοβέλης, ο  πρώτος έπαρχος Αθηνών» «Οι παλαιότεροι Πρεβεζάνοι ενθυμούνται τον μπάρμπα Ανδρέα Γκενοβέλη, ούτινος την θυγατέρα ή αδελφήν έλαβε σύζυγον ο Απόστολος Βαρζέλης. Κόρη ταύτης ήτο η Αθηνά Παντελάκη Τζώρτζη. Ο Γενοβέλης δεν κατέλιπεν εν Πρεβέζη άρρενας απογόνους.» 
       Από την ανωτέρω σημείωση του Ηλία Βασιλά, παραμένει με σοβαρό ερώτημα η πληροφορία για την σύζυγο του Απόστολου Βαρζέλη. Γιατί αναφέρει ότι ησύζυγος του Απόστολου Βαρζέλη είχε κόρη την Αθηνά Παντελάκη Τζώρτζη; 
    Τρείς περιπτώσεις μπορεί να υπάρχουν. Η αδελφή (ή κόρη) του Ανδρέα  Γενοβέλη πρίν παντρευτεί τον Απόστολο Βαρζέλη να είχε παντρευτεί τον Τζώρτζη. Η δεύτερη περίπτωση  είναι να παντρεύτηκε τον Τζώρτζη μετά τον θάνατο του Απόστολου Βαρζέλη. Αυτή η περίπτωση δεν έχει μεγάλες πιθανότητες, καθόσον ο Απόστολος Βαρζέλης απέκτησε 5 αρσενικά τέκνα και άγνωστο αριθμό θηλυκών τέκνων. Με άθροιση των ενδιάμεσα από κάθε γέννηση ετών, δημιουργείται ένα άθροισμα ηλικίας που δεν μας επιτρέπει να πιθανολογήσουμε υπέρ της δεύτερης αυτής περίπτωσης. Τρίτη περίπτωση είναι να υπήρξε υιοθέτηση κόρης του Απόστολου  από τον Τζώρτζη. 
             Την περίπτωση αυτή ενισχύει ένα άλλο σημείο του άρθρου του Ηλία Βασιλά για τον Ιωάννη Γενοβέλη, τον πρώτο έπαρχο Αθηνών. Ο Ηλίας Βασιλάς γράφει: 
     «Η οικογένεια Γκενοβέλη είναι ιταλικής καταγωγής. Ο αρχηγός ταύτης εγκαταστάθηκε στην Πρέβεζα υπό των Βενετών μετά τον Βενετοτουρκικόν πόλεμον (1714-1718), όπου τους προσέφερε στρατιωτικάς εκδουλεύσεις, εις αμοιβήν των οποίων η Βενετία του εξεχώρησε γαίας εις τις θέσεις «Μπάλυτες» εις την είσοδον της πόλεως, έξω από την τάφρον και αλλαχού. Ανήκει εις τα πρώτα σπίτια, όπως τα λέγουν οι συμπατριώτες μου. Σύντομα όμως εξελληνίσθη τελείως η οικογένεια αυτή ελθούσα εις επιγαμίαν με τους ορθοδόξους Τζώρτζηδες, καπεταναίους από την Ύδρακαι τους Βαρζέληδες από το Ξηρόμερο που κατώκησαν εις την Πρέβεζαν πρό του 1821.»
           Συνεπώς οι Τζώρτζηδες με τους Βαρζέλιδες ήταν συγγενείς εξ αγχιστείας, αφού και οι δύο έλαβαν συζύγους Γενοβέλη. Σε αυτή την περίπτωση μια υιοθεσία από τους Τζώρτζηδες είναι πιθανή.
           Ο Ανδρέας Γενοβέλης (Genovelli), γιός του Νικολάου και αδελφός του Ιωάννη, κατάγονταν από μια ισχυρή ιταλική οικογένεια, η οποία λόγω της βοήθειας που προσέφερε στους Βενετούς στα πολεμικά γεγονότα του 1717 μχ (ανακατάληψη του Ενετικού Κοντινέντε), ανταμείφθηκε με σημαντικά οικονομικά προνόμια στην περιοχή της Πρέβεζας.
        Για την ιστορία θα αναφέρουμε ότι ο αδελφός του πεθερού του Απόστολου Βαρζέλη, ο Ιωάννης Γενοβέλης, είχε κοινά οικονομικά συμφέροντα με τον Χαλκιόπουλο , τον Λογοθέτη της Βόνιτσας. Μάλιστα στην περίοδο της κυριαρχίας του Αλή Πασά στην περιοχή Βόνιτσας-Πρέβεζας, Οι Χαλκιόπουλος και Ιωάννης Γενοβέλης ήταν οι κοτζαμπάσηδες της περιοχής. Ο Ιωάννης Γενοβέλης με την κήρυξη της Ελληνικής επανάστασης, εντάχθηκε στον αγώνα, ανέλαβε σημαντικές διοικητικές θέσεις και με την έλευση του γήρατος, εγκαταστάθηκε στην Βόνιτσα, όπου και εκεί απέθανε το 1841 μχ.

        Επιστρέφουμε την έρευνά μας στον Ζαβερδιανό Απόστολο Βαρζέλη. Εκεί στην Πρέβεζα, το 1828 μχ, γεννιέται και ο γιός του, ο Θεόδωρος.
       Τα ιστορικά κείμενα δυστυχώς για τους απογόνους, δεν αναφέρουν τα ονόματα των απογόνων κοριτσιών. Εντοπίσαμε μόνο τα ονόματα των αρσενικών παιδιών του.Ηταν:
-ο Δημήτριος (ασχολήθηκε με την ιατρική), 
-Ο Θεόδωρος, ιππότης στην Ρωσική αυλή. 
-Ο Νικόλαος (έφτασε τον βαθμό του υποπρόξενου της Ρωσικής αυτοκρατορίας. Το 1844 μετοικεί από την Πρέβεζα στην Αρτα. Όταν πέθανε ενταφιάστηκε στον οικογενειακό τάφο του πατέρα του, στην Παναγία των Ξένων της Πρέβεζας),
-ο Αλέξανδρος και 
-ο Σωτήριος. 

       Οι δύο τελευταίοι συνέχισαν το εμπόριο που επιτυχώς είχε δραστηριοποιήσει ο πατέρας τους.
      Στην έρευνα ως πρώτο που εντοπίζουμε να υπηρετεί ως βαθμοφόρος στην Τσαρική φρουρά, ήταν ο γιός του ο Θεόδωρος.
      Για την οικονομική δύναμη του Απόστολου Βαρζέλη, θα χρειάζονταν σελίδες ώστε να περιγραφεί το μέγεθος της. Το μόνο που εμείς θα παραθέσουμε είναι ότι ακόμα και οι εκκλησίες της Πρέβεζας, είχαν λάβει δάνεια από τον οίκο Βαρζέλη.
     Τα ποσά των δανείων ήταν μεγάλα και μέσα από οικονομικά έγγραφα παρατηρούμε ότι υπάρχουν όροι για την διάθεση των τόκων (αυτών των δανείων) για χρήση ως προίκες πτωχών κοριτσιών.

      Ο Απόστολος Βαρζέλης διαδραματίζει μεγάλο ρόλο στην επανάσταση του 1821. Μαζί με άλλους έγκριτους της Ηπείρου, προμηθεύει τους αγωνιστές του Ξηρομέρου και του Βάλτου με όπλα και τροφές.
      Το άρθρο του Ηλία Βασιλά με τίτλο «Δύο εταίροι του εθνεγέρτου Ρήγα Φερραίου, Αλέξανδρος Βαλεντίνη και Γιαννούλης Αλεξάνδρου» περιλαμβάνει πληροφορίες για την οικονομική υποστήριξη του αγώνα της Παλιγγενεσίας:


 Ο Απόστολος Βαρζέλης όταν απεβίωσε, ενταφιάστηκε στο κοιμητήριο της Παναγίας των Ξένων στην Πρέβεζα.

    Ο γιός του, ο Θεόδωρος, παρά του ότι δεν ήταν ο πρωτότοκος, εντάχθηκε στηνΤσαρική φρουρά ως ιππότης, βάσει του κληρονομικού δικαιώματος που είχε δοθεί στην γενιά του  Απόστολου Βαρζέλη από την Αυτοκράτειρα της Ρωσίας, την Μεγάλη Αικατερίνη.
    Από την μαρμάρινη επιγραφή, η οποία είναι εντοιχισμένη στην νότια πλευρά της εκκλησίας του Αγίου Χαράλαμπου της Πρέβεζας, μαθαίνουμε ότι ο Θεόδωρος Βαρζέλης, γιός του Απόστολου, απεβίωσε στις 19 Οκτωβρίου του 1850.
      Η μαρμάρινη πλάκα ήταν αρχικά πάνω στον τάφο του Θεόδωρου, στο προαύλιο του Ναού και σε αυτή την περίοπτη και άξια τιμής θέση. Όταν όμως χρειάστηκε να δημιουργηθεί το προαύλιο του ναού, η μαρμάρινη επιγραφή του τάφου ενσωματώθηκε στον τοίχο της εκκλησίας:


ΣΥΓΧΩΡΗΣΑΙ ΚΑΙ ΚΛΑΥΣΑΙ Ω ΔΙΑΒΑΤΑ
ΤΟΝ ΩΔΕ ΚΕΙΜΕΝΟΝ ΘΕΟΔΩΡΟΝ ΒΑΡΖΕΛΗΝ
ΓΕΝΝΗΘΕΝΤΑ ΕΙΣ ΠΡΕΒΕΖΑΝ
ΚΑΙ ΥΠΗΚΟΟΝ ΡΩΣΣΟΝ
ΚΑΙ ΥΙΟΝ ΤΟΥ ΠΟΤΕ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΒΑΡΖΕΛΗ
ΕΞ ΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ
ΑΠΟΘΑΝΟΝΤΑ ΕΝΤΑΥΘΑ
ΤΟΥ 1850 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 19
ΟΝΤΑ ΕΤΩΝ 32.

         Ο γιός του Απόστολου Βαρζέλη, ο Θεόδωρος, πρίν τον θάνατό του, σύνταξε διαθήκη την οποία παρέδωσε για φύλαξη και κατόπιν για υλοποίηση στοΓαλλικό προξενείο της Πρέβεζας. Από τα έγγραφα εκείνης της περιόδου, διακρίνουμε ότι ο Θεόδωρος έφυγε από την Τσαρική φρουρά, λόγω ασθένειάς που είχε. Μερικοί ιστορικοί αναφέρονται σε φυματίωση. 
         Επειδή στην Πρέβεζα δεν υπήρχε Ρώσικο προξενείο, την φύλαξη του Θεόδωρου αλλά και των συμφερόντων του, είχε αναλάβει το Γαλλικό προξενείο. Με την διαθήκη του, ο Θεόδωρος Βαρζέλης, εκτός των δωρεών, δημιουργούσε ένα κληροδότημα με πολλές δραστηριότητες και υποστήριξη των γραμμάτων και κοινωνικών ομάδων.

     Για την δική μας περιοχή και δή για την Ζαβέρδα, αφήνει ένα ποσό των 1200 γροσιών. Δίνει εντολή να χρησιμοποιηθεί για τις ανάγκες του ναού Αγίου Νικολάου Ζαβέρδας. Για να αντιληφθούμε την τότε αξία αυτών των χρημάτων, θα αντιπαραθέσουμε ότι τα περισσότερα χρήματα που αφήνει στον αδελφό του Νικόλαο, είναι 4000 γρόσια.

Που είναι η εκκλησία του Αγίου Νικολάου στη Ζαβέρδα;
     Την Παρασκευή  βράδυ 3 Ιουνίου, μεταβήκαμε στην Ζαβέρδα και εκεί με φίλους Ζαβερδιανούς αρχίσαμε για μια ακόμα φορά την έρευνα σε παλιές περιοχές του χωριού. Εντοπίστηκαν δύο εκκλησίες αφιερωμένες στον Αγιο Νικόλαο. Η μία είναι επάνω στο βουνό προς την περιοχή του Αγίου Δημητρίου και είναι αφιερωμένη στον Αγιο Νικόλαο τον Νέο. Η άλλη είναι στα όρια του χωριού και είναι αφιερωμένη στον Αγιο Νικόλαο, Μυρων Της Λυκιας (τον προστάτη των ναυτικών).
       Λόγω του ότι η οικογένεια Βαρζέλη είχε ως αρχή της οικονομικής της αυτοκρατορίας, το εμπόριο και το ναυτικό, πρέπει να προσανατολιστούμε για την εκκλησία του Αγίου Νικολάου, Μύρων της Λυκίας.
      Ένα άλλο στοιχείο που μας έδωσε την δυνατότητα να ταυτοποιήσουμε περισσότερο την εκκλησία αυτή ως δωρολήπτρια της μεγάλης χορηγίας από τον Θεόδωρο Βαρζέλη, είναι ότι η εκκλησία βρίσκεται στα όρια της περιοχής με τοπωνύμιο Μπουκοβίνα, μια έκταση που τον 19ο αιώνα ανήκε στους Βαρζέληδες της Ζαβέρδας.
      Ο Θεόδωρος Βαρζέλης, στην διαθήκη του αφήνει ένα ποσό για την τοποθέτηση ρολογιού στον ενετικό πύργο του Αγίου Χαράλαμπου Πρέβεζας.

    Ο Ιωάννης Λαμπρίδης, στο «Περί των εν Ηπείρω Αγαθοεργημάτων» αναφέρει αναλυτικά για αυτή την δωρεά, την οποία οι επίτροποι της εκκλησίας δεν θέλησαν να αξιοποιήσουν.


           Στο ίδιο το σύγγραμμα, ο Ιωάννης Λαμπρίδης αναφέρει για ποσά που έχει δανείσει και από τον τόκο αυτών αφού ένα μικρό μέρος του τόκου χρησιμοποιηθεί για ένα ετήσιο μνημόσυνο, σε συγκεκριμένη ημερομηνία, οι υπόλοιποι τόκοι να χρησιμεύουν ως προίκα για να παντρεύονται κάθε χρόνο δύο άπορα κορίτσια. 
       Για την επιλογή των κοριτσιών, θα υπήρχε κλήρος που θα πραγματοποιούνταν μετά το πέρας του ετήσιου μνημόσυνου.

     
       Από το άρθρο του Οδυσσέα Μπέτσου (Πρεβεζάνικα Χρονικά 1977) πληροφορούμαστε για τα στοιχεία των δανειοληπτών. Τα περισσότερα ποσά τα είχαν δανειστεί εκκλησίες της Πρέβεζας, μάλλον για να τα χρησιμοποιήσουν στην προσπάθεια της διεκδίκησης των περιουσιών τους από τις αυθαίρετες  καταλήψεις αξιωματούχων τούρκων.  

      Ο Ιωάννης Λαμπρίδης στο ίδιο σύγγραμμα (τόμος πρώτος) μας γράφει στοιχεία και για την γενικότερη συμμετοχή της οικογένειας Βαρζέλη με προσφορές χρημάτων για κοινωφελείς σκοπούς:

          Ερευνώντας την ιστορία της οικογένειας του Απόστολου Βαρζέλη,εντοπίζουμε την βαρυσήμαντη πληροφορία. Ο Δημήτριος  Βαρζέλης (Ιατρός) μετέβηκε  στα Ιωάννινα και εκεί δραστηριοποιήθηκε.  
     Μάλιστα το αρχοντικό του, φιλοξένησε την Ζωσιμαία σχολή στα πρώτα χρόνια λειτουργίας της. Ο γιός του Γεώργιος (ιατρός)  «αγόραζε  Έλληνες σκλάβους αιχμαλώτους από τους Τούρκους και τους ελευθέρωνε στη Ζαβέρδα».

     Η πληροφορία αυτή έχει μια ιδιαίτερη αξία. Μας προσδιορίζει την καταγωγή μιας μεγάλης ομάδας κατοίκων της Ζαβέρδας στην περίοδο 1850-1880. Οι ελευθερωμένοι Έλληνες σκλάβοι, δεν μπορεί να αφήνονταν έτσι στην τύχη, στην Ζαβέρδα, παρά μόνο να εγκαθίστανται στην εκεί  πατρική περιουσία των Βαρζέλιδων. Οι νέοι κάτοικοι της Ζαβέρδας σίγουρα παρέμειναν στον εκεί χώρο, όχι μόνο γιατί ήταν με μια μικρή περιουσία, αλλά και γιατί δεν μπορούσαν να επιστρέψουν στα πάτρια εδάφη τους,  στα οποία κινδύνευαν να έχουν πάλι την ίδια τύχη του σκλάβου.

  Που μπορεί να ήταν η περιουσία του Απόστολου Βαρζέλη;
        Η μεγάλη δωρεά του Θεόδωρου Βαρζέλη, αυτή των 1200 γροσιών στον Αγιο Νικόλαο Ζαβέρδας, μας οδηγεί σε αυτή την περιοχή. Από τα ιστορικά κείμενα Βόνιτσας, τέταρτος και υπό εκτύπωση τόμος, λαμβάνουμε πληροφορίες από τα νοτάρια της Βόνιτσας, για περιουσία των Βαρζέλιδων στην Μπουκοβίνα.
      Για τον Θεόδωρο Βαρζέλη, με βάση την διαθήκη του, οι ιστορικοί διακρίνουν ότι δεν άφησε απογόνους.  Μερικοί ιστορικοί αναφέρουν ότι την θέση που Ιππότη, που κατείχε ο Θεόδωρος Βαρζέλης στην Ρωσσική αυλή, την διαδέχθηκε ο γιός του Γεώργιος.
            Όμως για τον Γεώργιο Βαρζέλη (αυτός ο οποιός διαδέχθηκε τον Θεόδωρο στην Ρωσική αυλή), ορισμένοι ιστορικοί υποστηρίζουν ότι δεν είναι ο γιός του Θεόδωρου, αλλά ο γιός του αδελφού του Θεόδωρου, του Νικόλαου Βαρζέλη.
            Ο πρωτότοκος γιός του μικρότερου από τους γιούς του Ζαβερδιανού Απόστολου Βαρζέλη, του Σωτήριου Βαρζέλη, ήταν ο Απόστολος, ο οποίος μέχρι το 1878 ήταν αντιπρόσωπος του Γεωργίου Βαρζέλη στην Πρέβεζα.

          Σε αυτό το σημείο υπεισέρχεται η διήγηση της μακάριας Ελένης Μαμαλούκα. Η υπέργηρη Ελένη Μαμαλούκα, η οποία πρόσφατα απεβίωσε,  μας διηγήθηκε για την έκφραση που έλεγε συχνά η πεθερά της όταν ήθελε να εκφράσει μια ευχή «Να έχεις τα πλούτη του Βαρζέλη».

Πηγές:
•-Σεραφείμ Βυζάντιος, Μητροπολίτης Αρτης, «Δοκίμιον ιστορικής τινός περιλήψεως της ποτέ αρχαίας και εγκρίτου Ηπειρωτικής πόλεως Αρτης και της ωσαύτως νεωτέρας πόλεως Πρεβέζης»
•-Ηλίας Βασιλάς, «Δύο εταίροι του εθνεγέρτου Ρήγα Φερραίου, Αλέξανδρος Βαλεντίνη και Γιαννούλης Αλεξάνδρου» και «Ιωάννης Γενοβέλης, ο  πρώτος έπαρχος Αθηνών»
•-Νικόλαος Καράμπελας, Ίδρυμα ΑΚΤΙΑ ΝΙΚΟΠΟΛΙΣ, 
•-Οδυσσέας Μπέτσος, Πρεβεζάνικα Χρονικά 1997
•-Ιωάννης Λαμπρίδης, «Περί των εν Ηπείρω Αγαθοεργημάτων» α και β τόμος
•-Αρχείο ΑΜΦΙΚΤΙΟΝΙΑΣ ΑΚΑΡΝΑΝΩΝ
•-Wikipedia: Περί συνθήκης Κιουτσούκ Καϊναρτζή 
•-Διήγηση της μακάριας Ελένης Μαμαλούκα

Χρόνια πολλά και καλή χρονιά

ΑΜΦΙΚΤΙΟΝΙΑ ΑΚΑΡΝΑΝΩΝ
ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΡΕΥΝΑΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ     Ο ΑΝΤΙΠΡΌΕΔΡΟΣ
ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΝΤΟΒΑΣ   ΝΤΙΝΟΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ

Μην κλαις για όσα έχασες… Να χαίρεσαι με όσα έχεις…


Εκεί είναι το μυστικό…

«Ένας ψαράς κατεβαίνει κάθε νύχτα στην παραλία για να ρίξει τα δίχτυα του.

Ξέρει πως όταν βγαίνει ο ήλιος, έρχονται τα ψάρια στην παραλία για να φάνε αχιβάδες, γι’ αυτό πάντα τα ρίχνει πριν ξημερώσει.
Έχει ένα καλυβάκι στην παραλία και κατεβαίνει μες τη νύχτα με τα δίχτυα στον ώμο.
Με τα πόδια γυμνά και τα δίχτυα μισοαπλωμένα, μπαίνει στη θάλασσα.
Αυτή τη νύχτα, για την οποία μας μιλάει η ιστορία, όπως πάει να μπει στο νερό, αισθάνεται το πόδι του να χτυπάει πάνω σε κάτι πολύ σκληρό στον πάτο της θάλασσας.
Το πασπατεύει και βλέπει πως είναι πράγματι κάτι σκληρό, σαν πέτρες, τυλιγμένες σε μια σακούλα.
Εκνευρίζεται και μουρμουρίζει: «Ποιος ηλίθιος πετάει τέτοια πράγματα στην παραλία;»
Και αμέσως διορθώνει: «Στη δική μου παραλία».
«Κι εγώ, έτσι απρόσεκτος που είμαι, κάθε φορά που θα μπαίνω στο νερό, θα σκοντάφτω πάνω στις πέτρες».
Αφήνει, λοιπόν, κάτω τα δίχτυα, σκύβει, πιάνει τη σακούλα και τη βγάζει από το νερό. Την αφήνει στο ακροθαλάσσι, και ξαναμπαίνει στο νερό.
Είναι θεοσκότεινα.
Ίσως γι’ αυτό, όπως βγαίνει από τη θάλασσα, πάλι σκοντάφτει πάνω στη σακούλα που είναι τώρα έξω, στην παραλία.
Ο ψαράς σκέφτεται: «Δεν είμαι στα καλά μου».
Βγάζει λοιπόν το σουγιά του, ανοίγει τη σακούλα και ψαχουλεύει.
Έχει κάμποσες πέτρες, μεγάλες σαν πορτοκάλια, βαριές και στρογγυλεμένες.
Ο ψαράς ξανασκέφτεται «Μα ποιος να είναι αυτός ο ηλίθιος που τυλίγει πέτρες και τις πετάει στο νερό;»
Ενστικτωδώς, παίρνει μία, τη ζυγίζει στο χέρι του και την πετάει με δύναμη στη θάλασσα.
Μόλις λίγα δευτερόλεπτα μετά ακούει τον θόρυβο της πέτρας που βουλιάζει στα βαθιά. Πλουπ!
Βάζει το χέρι του στη σακούλα, παίρνει άλλη μια πέτρα και την πετάει στο νερό. Ακούει ξανά το πλουπ!
Αυτή την πετάει από την άλλη μεριά, πλαφ! Μετά, αρχίζει να τις εκσφενδονίζει δύο δύο και ακούει πλουπ-πλουπ! Ύστερα προσπαθεί να τις ρίξει πιο μακριά, και με γυρισμένη την πλάτη, και με όλη του τη δύναμη, πλουπ-πλαφ!
Διασκεδάζει.
Ακούει τους διαφορετικούς ήχους, πετάει πέτρες, υπολογίζει το χρόνο που κάνουν να πέσουν στο νερό και δοκιμάζει.
Πότε με δύο, πότε με μία.
Και με κλειστά μάτια τώρα. Και με τρεις μαζί…
Και συνεχίζει να πετάει τις πέτρες στη θάλασσα.
Μέχρι που αρχίζει να βγαίνει ο ήλιος.
Ο ψαράς ψαχουλεύει και βρίσκει μονάχα μία πέτρα μέσα στη σακούλα.
Ετοιμάζεται να την πετάξει πιο μακριά από τις άλλες, γιατί είναι η τελευταία κι έχει ήδη βγει ο ήλιος.
Και όπως τεντώνει το χέρι του προς τα πίσω για να την πετάξει με όλη του τη δύναμη, αρχίζει να φωτίζει ο ήλιος και βλέπει στην πέτρα μια χρυσαφένια μεταλλική λάμψη που του τραβάει την προσοχή.
Ο ψαράς συγκρατεί την παρόρμηση να πετάξει την πέτρα και την κοιτάζει προσεκτικά. Η πέτρα αντανακλά τον ήλιο μέσα από τη βρωμιά που την καλύπτει.
Την τρίβει ο ψαράς λες κι είναι μήλο πάνω στα ρούχα του και η πέτρα αρχίζει να λάμπει ακόμη πιο πολύ. Έκπληκτος, τη χτυπάει ελαφρά κι αντιλαμβάνεται ότι είναι από μέταλλο. 
Αρχίζει τότε να την τρίβει και να την καθαρίζει με άμμο και με το πουκάμισο του και συνειδητοποιεί πως η πετρά είναι από καθαρό χρυσάφι.
Μια πέτρα από ατόφιο χρυσάφι σε μέγεθος πορτοκαλιού!
Η χαρά του σβήνει, όμως, μόλις σκέφτεται ότι η πέτρα αυτή είναι σίγουρα ίδια με όλες τις άλλες που πέταξε στη θάλασσα. Και σκέφτεται: «Τι χαζός που ήμουνα!»
Είχε στα χέρια του μια σακούλα γεμάτη πέτρες από χρυσό και τις πετούσε στη θάλασσα γιατί του άρεσε να ακούει τον ηλίθιο θόρυβο που έκαναν όταν έπεφταν στο νερό!
Αρχίζει τότε να οδύρεται, να κλαίει και να θρηνεί.
Να λυπάται για τις χαμένες πέτρες. Και να σκέφτεται πως είναι άτυχος, ένας δυστυχισμένος άνθρωπος…
Μετά σκέφτεται πως αν έμπαινε στη θάλασσα, αν κατάφερνε να βρει μια στολή δύτη και βούταγε στα βαθιά, αν ήταν μέρα, αν είχε τον εξοπλισμό που έχουν οι δύτες για να ψάξει.
Αν… Αν… Αν…
Κι όλο κλαίει γοερά και οδύρεται.
Ο ήλιος έχει πια ανατείλει.
Και ξαφνικά συνειδητοποιεί πως έχει ακόμη την πέτρα.
Συνειδητοποιεί πως ο ήλιος θα μπορούσε να είχε αργήσει ένα δευτερόλεπτο ακόμη. Ή εκείνος θα μπορούσε να είχε ρίξει την πέτρα πιο γρήγορα και τότε δεν θα είχε μάθει ποτέ για τον θησαυρό που έχει τώρα στα χέρια του.
Αντιλαμβάνεται τελικά ότι κατέχει έναν θησαυρό. Κι ότι ο θησαυρός αυτός είναι από μόνος του μια τεράστια περιουσία για ένα φτωχό ψαρά όπως εκείνος.
Αντιλαμβάνεται πόσο τυχερός είναι που μπορεί να κρατήσει το θησαυρό που έχει ακόμη στα χέρια του…»
                       “Ο ψαράς και το χρυσάφι”, Χόρχε Μπουκάι “Ο δρόμος των δακρύων”.

Έτσι είναι η ανθρώπινη φύση. Άπληστη.
Ρουφά κάθε τι που της χαρίζεται και ζητά κι άλλο. Άλλοτε το διεκδικεί κι άλλοτε το απαιτεί. Λες και  γράφει το όνομα της και πρέπει να της παραδοθεί στα χέρια. Συστημένο.
Καταδικάζεται έτσι στην πιο σκληρή τιμωρία: αυτή του ανικανοποίητου. Χάνει την ομορφιά.
Μακάρι να μας χαριζόταν η σοφία του να μην κλαίμε για τις πέτρες που χάσαμε. Για τις ευκαιρίες που απροετοίμαστοι, ίσως, τις πετάξαμε. Τις χαραμίσαμε.
Μακάρι, να ικανοποιούμασταν με το κάθε τι που μας χαρίζεται. Μικρό ή μεγάλο, είναι κάτι που δεν περιμέναμε. Που δεν είχαμε πιο πριν. Είναι κέρδος. Είναι δώρο.
Μακάρι, τέλος, να μαθαίναμε να αγαπάμε όσα έχουμε. Και να μην απαιτούμε περισσότερα.
Αν έρθουν, καλώς να ορίσουν. Αλλά να μας ξαφνιάσουν. Να μη μας βρουν με τα χέρια άπληστα τεντωμένα. Δεν τα περιμέναμε, αλλά ήρθαν. Και τα δεχτήκαμε.
Ζούσαμε όμως και πριν έρθουν κι ήμασταν ευτυχισμένοι. Με όσα είχαμε. 
Εκεί είναι το μυστικό…


Της Στεύης Τσούτση

diaforetiko

Δευτέρα 2 Ιανουαρίου 2017

Τα Πρωτοχρονιάτικα Ηπειρώτικα Κάλαντα έψαλε η Χορωδία Παραδοσιακής Μουσικής της Πανηπειρωτικής Συνομοσπονδίας Ελλάδος στον Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας





ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Το Σάββατο το πρωί 31 Δεκεμβρίου 2016, παραμονή της πρωτοχρονιάς, τηρώντας την παράδοση, που έχει πλέον δημιουργηθεί τα τελευταία χρόνια, η Χορωδία Παραδοσιακής Μουσικής της Πανηπειρωτικής Συνομοσπονδίας Ελλάδος, με την συνοδεία της καταξιωμένης παραδοσιακής Ηπειρώτικης κομπανίας του Ηπειρώτη κλαρινίστα Θοδωρή Γεωργόπουλου, επισκέφτηκε  τον αξιότιμο Πρόεδρο της Δημοκρατίας κύριο Προκόπη Παυλόπουλο, στο Προεδρικό Μέγαρο και έψαλε τα Πρωτοχρονιάτικα Ηπειρώτικα Κάλαντα.
Την χορωδία της Πανηπειρωτικής Συνομοσπονδίας Ελλάδος, συνόδευαν από το Διοικητικό Συμβούλιο της κορυφαίας αποδημικής οργάνωσης των Ηπειρωτών, ο Αντιπρόεδρος Κώστας Κωνής, ο ΄Έφορος Πολιτισμού Κώστας Μάτσιας, ο ΄Έφορος Δημοσίων Σχέσεων Κωνσταντίνος Κωνσταντίνου, ο ΄Έφορος Τύπου Αντώνης Κοντός, ο ΄Έφορος Πνευματικού Κέντρου Χριστόφορος Τζαρτζούλης και το μέλος του Δ.Σ. Μαίρη Καραγιώργου, υπεύθυνη της Χορωδίας της ΠΣΕ.

Κατά την προσφώνηση του, ο Αντιπρόεδρος της ΠΣΕ Κώστας Κωνής είπε ότι ''Η Ηπειρώτικη παράδοση και ο Ηπειρώτικος πολιτισμός αποτελούν ελπίδα, για μια ζωή με αξιοπρέπεια και τόνισε ότι, διαχρονικά οι Ηπειρώτες πρωτοστάτησαν σε όλους τους αγώνες για τη δημιουργία του σύγχρονου Ελληνικού κράτους και συμμετείχαν στους Εθνικοαπελευθερωτικούς αγώνες με αποκορύφωμα την αυτοθυσία των Σουλιωτισσών στο Ζάλογγο, τις γυναίκες της Πίνδου στο Έπος του 40, αλλά και τις προσφορές των Ηπειρωτών Ευεργετών, στη δημιουργία των υποδομών του Κράτους μας''. Ακόμη αναφέρθηκε στις δράσεις της κορυφαίας οργάνωσης των Αποδήμων Ηπειρωτών, στο ρόλο της για τη διατήρηση της Ηπειρώτικης παράδοσης και κουλτούρας, ως και στον διεκδικητικό της χαρακτήρα, που απορρέει από τις καταστατικές διατάξεις, για ζητήματα ανάπτυξης της Ηπείρου και στήριξης των κατοίκων της πατρώας γη. Στη συνέχεια αναφέρθηκε στα προβλήματα του Ελληνικού λαού εξ αιτίας της οικονομικής κρίσης. Ευχήθηκε δε κλείνοντας την προσφώνηση του, Χρόνια Πολλά και Καλή Χρονιά και κάθε επιτυχία στο δύσκολο έργο του, προσκαλώντας τον κύριο Πρόεδρο της Δημοκρατίας, να παραστεί στην ''Πίτα του Ηπειρώτη 2017'', στις 12 Φεβρουαρίου 2017, στο ΣΕΦ.

Στην αντιφώνηση του,
ο αξιότιμος Πρόεδρος της Δημοκρατίας κύριος Προκόπης Παυλόπουλος ευχήθηκε Καλή Χρονιά και αφού αναγνώρισε τη διαχρονική προσφορά των Ηπειρωτών και τους αγώνες τους για την Ελευθερία, τη Δημοκρατία, το Δίκαιο και τη Δικαιοσύνη, έκανε ειδική αναφορά για την αυτοθυσία των Σουλιωτών στη Μονή Σέλτσου, στο Ραδοβίζι της Άρτας, που μάλιστα στις φετινές καλοκαιρινές εκδηλώσεις επισκέφτηκε το τόπο της Θυσίας και συμμετείχε στις εορταστικές εκδηλώσεις. Ακόμη αναγνώρισε το  πλούσιο έργο της Πανηπειρωτικής Συνομοσπονδίας Ελλάδος στη διατήρηση της παράδοσης, αλλά και της διεκδίκησης σε ζητήματα που έχουν σχέση με  την ανάπτυξη, το περιβάλλον, αλλά και της ποιότητας ζωής των ανθρώπων της Ηπείρου, υποσχέθηκε ότι η Προεδρεία της Δημοκρατίας, θα κάνει  το καλύτερο για τη χώρα και τον Ελληνικό λαό. Τέλος υποσχέθηκε, ότι θα ανταποκριθεί στη πρόσκληση και θα παραστεί στη ''Πίτα του Ηπειρώτη 2017'', στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας στις 12 Φεβρουαρίου 2017.
Εις ανάμνηση της επίσκεψης ο Αντιπρόεδρος της ΠΣΕ  Κώστας Κωνής επέδωσε στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ένα ιστορικό άλμπουμ με γραμματόσημα και φάκελο πρώτης ημέρας κυκλοφορίας- ειδική έκδοση των ΕΛΤΑ, του 2012, ύστερα από αίτημα της Πανηπειρωτικής Συνομοσπονδίας Ελλάδος, επ' ευκαιρία της συμπλήρωσης 100 χρόνων, από την Απελευθέρωση της Ηπείρου, και των Ιωαννίνων.

Μετά τα κάλαντα,  η Ηπειρώτικη ζυγιά του Θοδωρή Γεωργόπουλου και η Χορωδία Παραδοσιακής Μουσικής της ΠΣΕ, έπαιξαν και τραγούδησαν Ηπειρώτικους  σκοπούς, από τα Τζουμέρκα, το Ζαγόρι και το Πωγώνι που σιγοτραγούδησαν όλοι οι παρευρισκόμενοι, αλλά και Μακεδονίτικους και Καλαματιανούς σκοπούς, κατ' επιθυμία του κυρίου Πρόεδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας.


Το Γραφείο Τύπου της ΠΣΕ

Απόγονοι αγάδων διεκδικούν περιουσίες στη Βόρειο Ήπειρο


Το τελευταία διάστημα, στα χωριά της Εθνικής Ελληνικής Μειονότητας, εμφανίζονται όλο και περισσότεροι «ιδιοκτήτες» μεγάλων εκτάσεων – άτομα που δεν έχουν καμία σχέση με την περιοχή – οι οποίοι ζητούν από τους αυτόχθονες κατοίκους να τους ελευθερώσουν την περιουσία που τους «καταπάτησαν».
Πριν από λίγες μέρες, απόγονοι του αγά Cini, ζήτησαν από τους κατοίκους του χωριού Αρδάσοβα να τους πληρώσουν τα κτήματα που φύτεψαν ελιές, απαίτησαν από βοσκούς του χωριού Κρανιά να απομακρύνουν τους στάβλους που έχουν σε πλαγιά κοντά στο χωριό τους, ενώ εμφανίστηκαν «γενναιόδωροι» με την οικογένεια Γένη, λέγοντάς τους πως δεν θα τους γκρεμίσουν το σπίτι που έχτισαν στο κτήμα τους!
Τα συγκεκριμένα άτομα εμφανίζονται ως απόγονοι αγάδων που στην περίοδο της Οθωμανοκρατίας (πριν το 1912) είχαν τσιφλίκια τα χριστιανικά χωριά της περιοχής. Για την ιστορία αξίζει να αναφερθεί πως στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, το τότε νεοσυσταθέν κράτος της Αλβανίας, σωστά δεν αναγνώρισε αυτούς τους τίτλους, καθώς επρόκειτο για παραχωρήσεις των κατακτητών Τούρκων σε ομόδοξούς τους, κτημάτων χριστιανών που δεν δικαιούνταν να έχουν περιουσία.
Τη δεκαετία του 30’, στα πλαίσια της εθνοκάθαρσης που επεδίωξε ο βασιλιάς Ζώγκου, επέστρεψε τους αγάδες στον χώρο της Βορείου Ηπείρου δίνοντας τους προς χρήση εκτάσεις σε ελληνικά χωριά.
Την πολιτική Ζώγκου φαίνεται πως συνεχίζουν όλες οι αλβανικές κυβερνήσεις της μεταπολίτευσης, από το 1991 μέχρι σήμερα, αφού όχι μόνο διευκολύνουν με κάθε τρόπο να επαναφέρουν αλλόθρησκους και αλλοεθνείς νέους αγάδες στα χωριά της Ελληνικής Μειονότητας αλλά διευκολύνουν διάφορους πλαστογράφους, όπως στην περίπτωση του Κώσταρι, του Πωγωνίου της Κουλουρίτσας, της Μηλιάς κ.α.
Η ΔΕΕΕΜ ΟΜΟΝΟΙΑ κατέθεσε ήδη έκθεση στους διεθνείς οργανισμούς όπου καταγράφονται όλες οι περιπτώσεις, απόρροια της οποίας ήταν και η αναφορά στην πρόσφατη συζήτηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής όπου εξετάστηκε η πρόοδος της Αλβανίας για τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις.
Καλεί την αλβανική κυβέρνηση να αναλάβει πολιτική πρωτοβουλία για την προστασία της Ελληνικής Μειονότητας, η οποία δεν είναι όμηρος μόνο της διαφθοράς που μαστίζει όλη τη χώρα αλλά και εθνικιστικών κύκλων που θέλουν να την απογυμνώσουν περιουσιακά.
Καλεί τους Έλληνες βουλευτές που συμμετέχουν στα αλβανικά κόμματα, να σταθούν επιτέλους στο ύψος των περιστάσεων και να βοηθήσουν στην επίλυση θεμάτων που αφορούν την Ελληνική Μειονότητα και όχι να γίνονται υπηρέτες των αρχηγών τους.
Απευθύνεται ακόμη στους δημάρχους της ΕΕΜ να δώσουν προτεραιότητα στην επίλυση του περιουσιακού ζητήματος. Να κινηθούν νομικά για την κάθε περίπτωση ξεχωριστά, και να μην αναγνωρίσουν καμία από αυτές τις αποφάσεις και κανέναν «ιδιοκτήτη». Να μην προβούν σε καμία ενέργεια οι υπάλληλοι των δήμων ούτε σε παραχώρηση τοπογραφικών στοιχείων .


ΔΗΜΟΣ ΖΑΓΟΡΙΟΥ: Θεοφάνεια στο πέτρινο γεφύρι Καμπέρ-Αγά


Με τον καθιερωμένο Αγιασμό των Υδάτων θα εορταστούν τα Θεοφάνεια στον Δήμο Ζαγορίου, την Παρασκευή 6 Ιανουαρίου 2017 στις 11 το πρωί. Η τελετή κατάδυσης του Τιμίου Σταυρού θα πραγματοποιηθεί, όπως και τα προηγούμενα χρόνια, στο...
πανέμορφο πέτρινο γεφύρι Καμπέρ-Αγά στον Ζαγορίτικο ποταμό στους Μηλιωτάδες, είσοδο του Ανατολικού Ζαγορίου.


Τα Πρωτοχρονιάτικα Ηπειρώτικα Κάλαντα έψαλε η Χορωδία Παραδοσιακής Μουσικής της Πανηπειρωτικής Συνομοσπονδίας Ελλάδος στον Ηπειρώτη Πρόεδρο της Κυβέρνησης Αλέξη Τσίπρα





ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Το Σάββατο το πρωί 31 Δεκεμβρίου 2016, παραμονή της πρωτοχρονιάς, τηρώντας την παράδοση, που έχει πλέον δημιουργηθεί τα τελευταία χρόνια, η Χορωδία Παραδοσιακής Μουσικής της Πανηπειρωτικής Συνομοσπονδίας Ελλάδος, με την συνοδεία της καταξιωμένης παραδοσιακής Ηπειρώτικης κομπανίας ''Οι Λαλητάδες'', του εξαίρετου κλαρινίστα Δημήτρη Ρίζου,  και το χορευτικό νέων και ενηλίκων της Ένωσης Ηπειρωτών Αγίου Δημητρίου Αττικής ''Το Κούγκι'', επισκέφτηκε  τον Ηπειρώτη Πρόεδρο της Κυβέρνησης Αλέξη Τσίπρα, παρουσία του Υπουργού Εθνικής Άμυνας Πάνου Καμμένου, του Υπουργού Επικρατείας Αλέκου Φλαμπουράρη και του Υπουργού Επικρατείας και κυβερνητικού εκπρόσωπου Δημήτρη Τζανακόπουλου, στο Μέγαρο Μαξίμου και έψαλε τα Πρωτοχρονιάτικα Ηπειρώτικα Κάλαντα.
Την χορωδία της Πανηπειρωτικής Συνομοσπονδίας Ελλάδος, συνόδευαν από το Διοικητικό Συμβούλιο της κορυφαίας αποδημικής οργάνωσης των Ηπειρωτών, ο Αντιπρόεδρος Κώστας Κωνής, ο ΄Έφορος Πολιτισμού Κώστας Μάτσιας, ο ΄Έφορος Δημοσίων Σχέσεων Κωνσταντίνος Κωνσταντίνου, ο ΄Έφορος Τύπου Αντώνης Κοντός, ο ΄Έφορος Πνευματικού Κέντρου Χριστόφορος Τζαρτζούλης και τα μέλη του Δ.Σ. Μαίρη Καραγιώργου, υπεύθυνη της Χορωδίας της ΠΣΕ και Ηλέκτρα Κίκη.

Κατά την προσφώνηση του, ο Αντιπρόεδρος της ΠΣΕ Κώστας Κωνής είπε ότι ''Η Ηπειρώτικη παράδοση και ο Ηπειρώτικος πολιτισμός αποτελούν ελπίδα, για μία ζωή με αξιοπρέπεια και τόνισε ότι, διαχρονικά οι Ηπειρώτες πρωτοστάτησαν σε όλους τους αγώνες για τη δημιουργία του σύγχρονου Ελληνικού κράτους και συμμετείχαν στους Εθνικοαπελευθερωτικούς αγώνες με αποκορύφωμα την αυτοθυσία των Σουλιωτισσών στο Ζάλογγο, τις γυναίκες της Πίνδου στο Έπος του 40, αλλά και τις προσφορές των Ηπειρωτών Ευεργετών, στη δημιουργία των υποδομών του Κράτους μας''. Ακόμη αναφέρθηκε στις δράσεις της κορυφαίας οργάνωσης των Αποδήμων Ηπειρωτών, στο ρόλο της για τη διατήρηση της Ηπειρώτικης παράδοσης και κουλτούρας, ως και στον διεκδικητικό της χαρακτήρα, που απορρέει από τις καταστατικές διατάξεις, για ζητήματα ανάπτυξης της Ηπείρου και στήριξης των κατοίκων της πατρώας γη. Στη συνέχεια αναφέρθηκε στο δύσκολο, αυτή την περίοδο, ρόλο και έργο της Κυβέρνησης, μια περίοδο που η οικονομική κρίση πλήττει τον κοινωνικό και ενισχυτικό ρόλο και έργο της. Ευχήθηκε δε κλείνοντας την προσφώνηση του, κάθε επιτυχία στο δύσκολο έργο της και ειδικά ο επόμενος κυβερνητικός στόχος, η εκκίνηση της ανάπτυξης της χώρας να τεθεί υπό επιτυχία και έτσι να ξεπεραστεί η κρίση.
Στην αντιφώνηση του, ο Πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας  ευχήθηκε Καλή Χρονιά και αφού αναγνώρισε το πλούσιο έργο της Πανηπειρωτικής Συνομοσπονδίας Ελλάδος στη διατήρηση της παράδοσης, αλλά και της διεκδίκησης σε ζητήματα που έχουν σχέση με  την ανάπτυξη, το περιβάλλον, αλλά και της ποιότητας ζωής των ανθρώπων της Ηπείρου, υποσχέθηκε ότι ο ίδιος και η κυβέρνηση του, θα κάνουν όλες τις ενέργειες και προσπάθειες για το καλύτερο για τη χώρα και τον Ελληνικό λαό.

Εις ανάμνηση της επίσκεψης ο Αντιπρόεδρος της ΠΣΕ  Κώστας Κωνής επέδωσε στον Πρωθυπουργό της Χώρας ένα ιστορικό άλμπουμ με γραμματόσημα και φάκελο πρώτης ημέρας κυκλοφορίας-
ειδική έκδοση των ΕΛΤΑ του 2012, ύστερα από αίτημα της Πανηπειρωτικής Συνομοσπονδίας Ελλάδος, επ' ευκαιρία της συμπλήρωσης 100 χρόνων, από την Απελευθέρωση της Ηπείρου, και των Ιωαννίνων.
Πρόσθετα, η Πρόεδρος της Ένωσης Ηπειρωτών Αγίου Δημητρίου Αττικής
Λίλιαν Παπαδοπούλου, προσέφερε στον Πρωθυπουργό, παραδοσιακά ηπειρωτικά γλυκά, πίτες και εδέσματα, που παρασκευάζουν οι Ηπειρώτισσες τις εορτάσιμες μέρες των Χριστουγέννων και του νέου έτους.
Μετά τα κάλαντα,  η Ηπειρώτικη ζυγιά  ''Οι Λαλητάδες'' και η Χορωδία Παραδοσιακής Μουσικής της ΠΣΕ, έπαιξαν και τραγούδησαν Ηπειρώτικους  σκοπούς, από τα Τζουμέρκα, το Ζαγόρι και το Πωγώνι που σιγοτραγούδησαν όλοι οι παρευρισκόμενοι και απέδωσαν χορευτικά, καταχειροκροτούμενοι και ανεβάζοντας τη διάθεση, μέλη του  χορευτικού τμήματος νέων και ενηλίκων της Ένωσης Ηπειρωτών Αγίου Δημητρίου Αττικής ''Το Κούγκι''.
Και του χρόνου

Το Γραφείο Τύπου της ΠΣΕ

Ετήσια εκδήλωση της Ομοσπονδίας Αδελφοτήτων και Ενώσεων Επαρχίας Πωγωνίου και του Δήμου Πωγωνίου, την Κυριακή 8 Ιανουαρίου 2017 και ώρα 10:00' το πρωί, στην αίθουσα “Τερψιχόρη” του ξενοδοχείου ΧΙΛΤΟΝ


Πρόσκληση

Η Ομοσπονδία Αδελφοτήτων και Ενώσεων Επαρχίας Πωγωνίου και ο Δήμαρχος Πωγωνίου σας προσκαλούν την Κυριακή 8 Ιανουαρίου 2017 και ώρα 10:00 π.μ. στην αίθουσα «Τερψιχόρη» του ξενοδοχείου ΧΙΛΤΟΝ να τιμήσετε με την παρουσία σας τη μεγάλη ετήσια εκδήλωσή μας.
Θα κόψουμε τη βασιλόπιτά μας μαζί με τον Δήμο και θα συζητήσουμε τα πωγωνίσια θέματα.
Έχουν κληθεί και θα παραστούν προσωπικότητες οι οποίες θα συνδράμουν με το δικό τους τρόπο την προσπάθειά μας.

Με εκτίμηση
Ο Πρόεδρος της Ομοσπονδίας                        Ο Δήμαρχος Πωγωνίου

      Γρηγόρης Άρμπιρος                                                                                                                                                         Κωνσταντίνος Καψάλης

Η καλύτερή μου αρχιχρονιά: Ένα πρωτοχρωνιάτικο διήγημα του Χρ. Χρηστοβασίλη, που μοσχοβολάει Ήπειρο!


Είχα τελειώσει τα μαθήματά μου κι έμεινα στο σπίτι μου, που είναι σ’ ένα χωριουδάκι έξ ακέριες ώρες μακριά από τα Γιάννινα. Μην έχοντας πλιο καμιά φροντίδα, ούτε τι να μελετήσω για να παρουσιαστώ ευπρόσωπος στους δασκάλους μου και στους συμμαθητάδες μου, ούτε τι δουλειά να επιχειριστώ για να βγάζω το ψωμί μου, γιατί μπορούσε τότε το σπίτι μου να θρέψει όχι μονάχα τους ανθρώπους του, αλλ’ έθρεφε καθημερινώς και πολλούς ξένους ακόμα, κατά τη συνήθεια που είχε μείνει από τους πρώτους χτίτορές του. Σκότωνα λοιπόν τον καιρό μου στα κοπάδια μου, σε περίπατους μέσα στα χωράφια, στ’ αμπέλια και στα περίχωρα, στο ψάρεμα μέσα στον μεγάλο μας ποταμό, τον Καλαμά, και στο κυνήγι μες στα λόγγα του χωριού μου, ή στ’ αντικρινά βουνά.

 Μ’ είχε πιάσει μια τέτοια αποστροφή προς τα γράμματα, που δεν ήθελα να ξέρω καθόλου από χαρτί, πέννα, μελάνη και βιβλία. Τα είχα αποστραφεί τόσο πολύ, αφόντας βγήκα από το σκολειό, που μ’ έπιανε φρίκη στα σωστά, άμα έβλεπα, πράγματα, που μου θύμιζαν το διάβασμα ή το γράψιμο, κι απορούσα, όταν σκέφτομουν σε τι θα μου χρησίμευαν τα γράμματα, που είχα μάθει, αν δεν θα μπορούσα να πιάσω πέννα, χαρτί και βιβλία στη ζωή μου. Δεν ήθελα να γνωρίζω από ανάγνωση, δεν ήθελα ν’ ακούω από γράψιμο! Πολύ λίγο έμενα στο σπίτι μου, γιατί με στενοχωρούσαν οι άγριοι και χοντροί τοίχοι του και βρίσκομουν, πες, πάντα έξω.
 Κι όμως, τι δεν θα ’δινα σήμερα, κατάδικος κι αυτοεξόριστος από την αγαπημένη μου Πατρίδα, ξένος κι άγνωστος σε ξένα μέρη, βιοπαλαιστής και στενοχωρημένος, να βρεθώ μέσα στους άκομψους κι ακαλαίστητους τοίχους σου, ω πολυαγαπημένο μου Σπίτι μου, που τους είχαν χτίσει οι παππούδες μου σε πολύ πονηρές μέρες, για να φυλάγωνται όχι μοναχά από το κρύο του χειμώνα κι από τη ζέστη του καλοκαιριού, αλλά και να υπερασπίζουν τη ζωή τους και την τιμή τους από τες επιδρομές των εχτρών της Πίστης μας και της Πατρίδας μας!
 Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς του 1878 βρέθηκα στο χειμάδι μου, γιατί είχε αρχίσει ο γέννος των προβάτων μας, δεκαριές την ημέρα. Νόμισα αναγκαίο να μείνω όλην την ημέρα στο χειμάδι, με έναν σκοπό: να τηράω τες γεννημένες προβατίνες, πώβοσκαν μέσα σ’ ένα κριθάρι και μ’ έναν άλλον ακόμα: να μπορέσω να σκοτώσω κανέναν αητό, γιατί εκεί κοντά ήταν ένα χοντρό ψοφίμι κι η μυρουδιά του τραβούσε πολλά όρνια.  Κατά το δειλινό έπιασε μια φοβερή βροχή. Νόμιζε κανείς ότι ο ουρανός είχε γίνει ένας απέραντος καταρράχτης κι ήθελε να πνίξει τη Γη. Τα όρνια και τ’ άλλα πετούμενα πιάστηκαν ανεπάντεχα από τ’ αγριοκαίρι εκεί που κυνηγούσαν ή εκεί που βοσκούσαν, κι έτρεχαν αγέλες  - αγέλες στ’ αντικρυνά βουνά, όπου είχαν τες φωλιές τους, αλλά τα βαρειά κοράκια, επειδή δεν βαστούσαν, φαίνεται, να εξακολουθήσουν τον δρόμο τους για τες φωλιές τους, μαζεύτηκαν στα πυκνά κλωνάρια των αιωνόβιων πουρναριών, που ήταν γύρα - γύρα στο χειμάδι μου, και κρακράκιζαν με μεγάλον αλαλαγμό, σαν να ’βλεπαν κανέναν τρομερό κίντυνο για τη ζωή τους.  Θα είχαμε ακόμα δυο ώρες μέρα, αλλ’ ήταν τόσο πυκνό το σκότος, που νόμιζε κανείς ότι είχε βασιλέψει ο ήλιος! Κι αυτό ακόμα το κοπάδι γελάστηκε από το πρώιμο σκοτάδι, και μ’ όλες τες προσπάθειες των πιστικών για να το μποδίσουν, πήγαινε τρέχοντας στο χειμάδι, βελάζοντας «μπααα! μπααα! μπααα!» κι ακολουθώντας τον Σιούτο, το περιφημότερο γκεσέμι όλων των κοπαδιών, που βρίσκονταν γύρα - γύρα στα περίχωρά μας και τον ζήλευαν όλα τα τσιελεγκάτα, ενώ έρχονταν πολύ μακριά πίσω από το κοπάδι οι τρεις πιστικοί λαχανιασμένοι, μαζί με τα τέσσαρα μαντρόσκυλα: τον Μούργκα, τον Γκεσούλη, τον Λιάρο και τον Κοράκη.
* * *
Ήταν χαλασμός κόσμου, ήταν οργή Κυρίου εκείνη η ώρα! Κάθε στιγμή χύνονταν στη γη μια φοβερή και απαίσια λάμψη, ακολουθουμένη από τρομερή ξεκουφαντική βροντή, που τράνταζε τα βουνά και τα θεμέλια της γης. Νόμιζε κανείς ότι έτρεμε όλη η Γη κι ότι κλονίζονταν και κυμαίνονταν σαν βάρκα απάνω στα κύματα. Σταυροκοπιώταν οι πιστικοί από τον φόβο τους, και παρακαλούσαν τον Θεό με τα «Γλύσε μας, Θεέ μου!» να τους σώση από κείνο το διοσημειό, προντίζονταν τα πρόβατα σε κάθε βροντή, σαν να είχαν μπει στο χειμάδι δέκα λύκοι, κι ούρλιαζαν τα σκυλιά σαν να προαιστάνονταν κάποιο μεγάλο κακό• αλλά κι εγώ, αν κι ήμουν σε θέση να μην παρεξηγήσω καθόλου εκείνη τη θύελλα, που μας παρουσιάζονταν με θεϊκή αγριότητα, άρχισα να στενοχωριούμαι και να φοβούμαι κανένα αναποδογύρισμα των φυσικών νόμων, κανέναν δεύτερον κατακλυσμό, και να σκέφτωμαι πώς να πιάσω τον συντομώτερον  δρόμο για τ’ αντικρυνό βουνό. 
Ο ποταμός, αν και δεν ήταν μακρύτερα από τριακόσια - τετρακόσια μέτρα από μας, δεν φαίνονταν καθόλου από το σκότος, αλλ’ ακούγονταν να βουΐζη άγρια σαν μυριόφωνο θεριό. Διώχνοντας με τη λογική τον φόβον, αιστάνομουν μια όρεξη μέσα μου να καταίβω στον όχτο του ποταμού, για να θαμάξω τη φοβερή μεγαλοπρέπεια της κατεβασιάς,  αλλά μ’ εμπόδιζε η βροχή. Δεν έβρεχε ούτε με τη σήττα ούτεμε την αργιόσηττα, ούτε με την ποκνάδα, ούτε με τον κόσκινο, ούτε με το ντρυμόνι, αλλά με το καρδάρι. Έβρεχε, έβρεχε, έβρεχε κι όλο έβρεχε! Δυο πατημασιές αν επιχειρούσα να κάνω έξω από το χειμάδι, θα χώνομουν στες λάσπες και θα γένομουν παππί από την βροχή. Σ’ αυτήν απάνω τη σκέψη μου, άκουσα τον τσιέλεγκα να διατάζη  το πιστικούδι.
 — Να πας στο χωριό ως που ’ναι γλήγορα, και να πάρης ψωμί! Ακούς; 
— Πού να πάω μ’ αυτόν τον κατακλυσμό; θα πνιγώ! 
Απολογήθηκε το πιστικούδι. 
— Να πας γάλι -  γάλι, του απολογήθηκε ο τσιέλιγκας, κι όσο πολύ κι αν βραχής, σε κουλλουριάζω με την κάππα μου τη νύχτα  και κοιμάσαι. Μια χαψιά άνθρωπος είσαι εσύ... Τι να κάνω εγώ, αν βραχώ, που είμαι μεγάλος και δεν με χωράει η κάππα σου, κι’ απέ συ!... 
Κίνησε το καημένο το παιδί να πάηι, αλλά γλυστρούσε σε κάθε του πατημασιά κι έπεφτε καταγής. Το λυπήθηκα το καημένο και το γύρισα πίσω, και διάταξα τον δεύτερο πιστικό να πάη  για ψωμί, να πη και στο σπίτι ότι θα κοιμώμουν στο χειμάδι, για να μη με καρτερούν, κι ότι θαβγαινα το πρωί ολόϊσια στην εκκλησιά με το πρώτο σήμαντρο.
 Θεωρείται ως θεάρεστο πράγμα να κοιμάται κανείς στα πρόβατα και να πηγαίνη  στην εκκλησιά, χωρίς να μπη πρώτα σε σπίτι. Ο άνθρωπος που κοιμάται στα πρόβατα –όχι όμως και στα γίδια, γιατί έχει να κάνη ο Εξαπέδως στα γίδια, επειδή γένεται κι αυτός συχνά γίδι και πειράζει τον κόσμο –  είναι μακρυά από την εξουσία του Διαβόλου. Κοιμάται σαν ναναι στον Παράδεισο, μακρυά από διαβολική πείραξη. Αυτό θα ευχαριστούσε πολύ τη μάννα μου, που ήταν πάρα -  πολύ θρήσκα, και μπορούσε να θυσιάση όλον τον κόσμο, κι εμένα ακόμα, για να πάη  στον Παράδεισο, χωρίς να λογαριάζη γι’ αυτό κανέναν κόπο, κανέναν μόχτο, και καμμιά θυσία. Ένας λόγος ακόμα πλειότερος, που αποφάσισα να μείνω εκείνη τη βραδιά στο χειμάδι, είναι και το ότι δεν έχει καμμιά επισημότητα ιδιαίτερη η παραμονή της Πρωτοχρονιάς στην Πατρίδα μου, αλλ’ είναι σαν όλες τες κοινές βραδυές.
 Δεν πέρασε πολλή ώρα και νά σου γυρίζει με τα χέρια αδειανά και σαν φάντασμα ο πιστικός που είχε πάει για ψωμί.
 — Πού ’ναι το ψωμί; 
Τον ρώτησα.
 — Δεν μπόρεσα να περάσω στο χωριό... 
Μου απάντησε ξέκαρδα, ενώ η βροχή έτρεχε πουρνάρα από πάνω του.
 — Και γιατί δεν μπόρεσες; 
Τον ξαναρώτησα.
 — Πάει η λειάσα!... Την πήρε! 
Και λέγοντας αυτά, έκανε μια χειρονομία που μώδωκε να καταλάβω την τύχη της λειάσας. 
Λειάσα λέγεται το φτωχό γεφύρι, που ένωνε το λειβάδι που βρισκόμαστε με το χωριό. Το ποτάμι, που περνάει κάτω από τη λειάσα, δεν έχει το καλοκαίρι πλειότερο από πεντέξη μυλαύλακα νερό, ενώ τον χειμώνα γίνεται θεριό, κάθε φορά που βρέχει πολύ. Κι η φράση: «Πάει η λειάσα» δηλούσε ότι είχε πλημμυρίσει το ποτάμι και παρέσυρε το πλεχτό γεφύρι, κι ένεκα απ’ αυτό, θα είμαστε, για δυο τρεις ημέρες το λιγώτερο, αποκλεισμένοι από το χωριό. 
* * *
Το πνίξιμο του πλεχτού γεφυριού, της λειάσας, δεν στοίχιζε τίποτε άλλο από κόπο, γιατί οι χωριανοί, δουλεύοντας όλοι μαζί κοινοτικώς, θαπλεχαν σε μια μέρα καινούργιο γεφύρι, χωρίς κανένα έξοδο, επειδή κι όλη η απαιτούμενη ξυλική έβγαινε από τον χωριάνικον λόγγο, και το μόνο πράγμα που μου σκότιζε τον νου ήταν πώς θα περνούσαμε εκείνη τη βραδυά χωρίς ψωμί. Είχαμε γάλα ανθό, τυρί ασκίσιο νοστιμότατο, και γκουλιάστρα αφράτη, αλλά χωρίς ψωμί όλα αυτά ήταν λειψά. Το ψωμί είναι η ψυχή του φαγιού και του τραπεζιού. Τη στιγμή όμως, πώκανα εκείνη τη σκέψη, πέρασε από τη φαντασία μου η εικόνα της μάννας μου, φορτωμένης ένα μεγάλο σακκούλι γεμάτο ζωοτροφίες, κι αμέσως μουρθε η ιδέα ότι θα σκέφτονταν η μάννα μου, αμέσως ύστερα από το πνίξιμο της λειάσας, τον αποκλεισμό μας και τα λοιπά, και θακανε κάθε τρόπο να μας στείλη ψωμί από το χωριό, σφεντονίζοντάς το από τη μιαν άκρα του ποταμού ώς την άλλη με κανέναν δυνατόν χωριανό μας. Εν τω άμα, λοιπόν, διατάζω πάλι τον δεύτερο πιστικό να ξαναπάει στο λειασοπόρι, και να περιμένη εκεί να του ρίξουν ψωμί απότο χωριό.(2)
 Στην διαταγή μου ξεκίνησε πάλι ο πιστικός ξέκαρδα και  πριν περάση  πολλή ώρα, νά σου και γύρισε φορτωμένος ζωοτροφίες, που του είχε πετάξει από την πέρα οχτιά του ποταμού μέσα στο σακκούλι ο ζευγίτης του σπιτιού μας. 
Ευχαριστήθηκα πολύ, που είχε νυχτώσει στα καλά, μπήκα στην ανθρωποκαλύβα και κάθησα σταυροπόδι κοντά στην φωτιά, που είχε ετοιμασμένη ο γεροπιστικός, ο τσιέλεγκας. 
Η ανθρωποκαλύβα, ξέρετε, είναι εκείνη η καλύβα του χειμαδιού, όπου κάθονται και κοιμούνται οι πιστικοί. Έχει σχήμα τριγωνικής σκηνής, σκεπασμένη με σάλιμα.
 Η κακοκαιρία μολαταύτα εξακολουθούσε άγρια και τρομαχτική. Νόμιζες ότι θαλυονε η καημένη η Γη από την πολλή νεροποντιά, σαν βώλος ζάχαρης, που πέφτει απάνω του μια βαριά σταλαμματιά νερού. Οι αστραπές κι οι βροντές πήγαιναν η μια κοντά στην άλλη σε κάθε στιγμή, σαν να είταν χυνόπωρος ή άνοιξη, κι’ η γη κλονίζονταν συθέμελη, σαν να την αναμόχλευαν χίλιοι Θεοί. Έρχονταν καμιά φορά τέτοιες φοβερές πνοές του Νότου, που νομίζαμε ότι θα σήκωναν στον αέρα χειμάδι, κοπάδι κι ανθρώπους. Μαίνονταν σαν λυσσιασμένα τα Στοιχειά. Γη κι Ουρανός είχαν πιαστή μαλλιά  - μαλλιά και γροθοκοπιώνταν αλύπητα, και κάθε φορά που θέριευε πολύ ο σάλος, σταυροκοπιώνταν περίλυπος ο γεροπιστικός κι έλεγε:
 — Γλύσε μας, Θεέ μου, τους αμαρτωλούς! 
Βλέποντας στα υστερνά ο γεροπιστικός ότι δεν έπαυε το αγριοκαίρι, πήρε τον βοηθό του –αυτόν, που μας είχε φέρει το ψωμί – και το πιστικούδι, και πήγαν να κόψουν καμπόσο κισσόκλαρο για τα πρόβατα, κι ανέθεσε σ’ εμένα να επιθεωρήσω με το φαναράκι τ’ αυλάκια, που ήταν γύρα στο μαντρί από την απάνω τη μεριά, μην είναι κανένα χαλασμένο ή αδύνατο, και μπη  μέσα το νερό και μας πνίξη κι εμάς και τα πρόβατα.
 Άμα τράβηξαν και βγήκαν ο γεροπιστικός κι οι άλλοι δυο πιστικοί, βγήκα κι εγώ να παρακυττάξω τ’ αυλάκια, κι όταν μπόρεσα να ιδώ και να βεβαιωθώ ότι ήταν καλά τ’ αυλάκια και δεν είχαμε κανέναν φόβο, γύρισα γλήγορα στην ανθρωποκαλύβα, σταυροποδιάστηκα δίπλα στη φωτιά, κι ‘ακούμπησα σ’ ένα είδος σκαμνί, που χρησίμευε ως τραπέζι στους πιστικούς. Εκεί που διαλογίζομουν μόνος μου, ήρθε και κάθισε στον νου μου ολάκερο το Έτος, που τέλειονε εκείνη την ημέρα και δεν άφινε πίσω του ακόμα παρά λίγες μαύρες ώρες χωρίς ήλιο, σαν άκρη μαύρης ουράς. Είχε ένα πένθιμο ήθος απάνω του και το λυπήθηκα από την καρδιά μου, που πήγαινε να πνιγεί στον απέραντον ωκεανό των Περασμένων. Το λυπήθηκα προπάντων, γιατί αυτό το έτος με γλίτωσε από τα νύχια του Σκολειού, της Σκλαβιάς του Σκολειού και πλάκωσε την καρδιά μου μια μεγάλη μελαγχολία. Μου φάνηκε ότι βρίσκομουν μπροστά σ’ έναν ευεργέτη μου, που ψυχομαχούσε.
 — Τι καλό που στάθηκε αυτό το έτος για μένα! ψιθύρισα. Με παρέδωκε στην Κοινωνία φωτισμένον, ανεξάρτητον κι ευτυχισμένον. Άμποτε να μου είναι ευεργετικό και το νέο Έτος. Άμποτε να φέρη τον αιώνιον πόθο του Γένους μας, που τον καρτερούμε τετρακόσια είκοσι πέντε χρόνια.(3) 
Τότε άφησα το πλοιαράκι μου στο πέλαγο της χρυσόφτερης φαντασίας μου... Χίλιες εικόνες, χρυσόντυτες, χαρωπές, γελαστές, διάφανες, αλαφρές σαν αγεράκι μαγιάτικο, που φυσάει πριν ανατείλη  ακόμα ο ήλιος, περνούσαν από μπροστά μου• κι ενώ έτρεχα με τον νου μου καταπόδι της μιανής και της αλληνής, σαν σκιά, κυνηγώντας σκιές, ψηλά στον κατάχρυσον αιθέρα, μπήκαν βαρυοί οι πιστικοί με τα κοφτερά τους και μ’ έκαναν να βγω από εκείνη την  μαγική φαντασμαγορία και κυττάζοντας τον γεροπιστικό ,τού είπα: 
— Ε! γεροτσιέλεγκα! Τι λες; Καθόμεστε απόψε ως τα μεσάνυχτα για να ιδούμε πώς θα φύγη ο παλιός ο Χρόνος και πώς θαρθη ο καινούργιος;
 — Εγώ, παιδί μου, μου απολογήθηκε μελαγχολικά ο γεροπιστικός, είμαι ογδοήντα χρονών, απάνω κάτω, άνθρωπος, πε και τα εβδομήντα χρόνια, ως τα τώρα, τα πέρασα πιστικός. Έχω περίττο από πενήντα χρόνια, ως τώρα, που είμαι συγκρατούμενα τσιέλεγκας. Ξέρεις τι θα ειπή  πενήντα χρόνια όλο τσιέλεγκας; Μια ζωή ακέρια! Ε! πώς φορτώνονται απάνω μας τα έρημα τα χρόνια, χωρίς να το καταλαβαίνομε! Μας κλέφτουν τρίχα -  τρίχα τα νειάτα μας, τη λεβεντιά μας, την  ζωή μας, μας ζαρόνουν το πετσί, που γυαλοκοπούσε πριν, μας ασπρίζουν τα μαύρα ή τα ξανθά μαλλιά, και μας τα μαδούν, μας βγάζουν τα δόντια, μας θαμπόνουν τα μάτια, μας κουφαίνουν τ’ αυτιά, μας αδυνατίζουν τα χέρια και τα ποδάρια, μας σκρυμπόνουν το κορμί, και –ας το ειπώ κι αυτό!– μας κάνουν μισά ζώα! Τα ζώα έχουν τέσσερα ποδάρια κι εμείς οι γερόντοι τρία. Εσύ, καλότυχος, είσαι παιδί ακόμα! Αλλά... εγώ γέρασα, ακκούμπησα, πάει, βασίλεψα! Εγώ, παιδί μου, αφόντας κάνω αυτό το έργος της κλύτσας, δεν βρέθηκα ποτέ με τα μάτια κοιμώμενα τη στιγμή που φεύγει ο ένας χρόνος και δίνει τα κλειδιά του Κόσμου στον άλλο, πώ’ρχεται να κάτση στον τόπο του. Εγώ, το λοιπόν, θα κάτσω, που θα κάτσω... Εσύ κύτταξε να μην κοιμηθής. 
— Θα καθίσω, γέρο, θα καθίσω! 
Του είπα αποφασιστικά.
 — Αα! είν’ ώμορφο πράγμα, παιδί μου! Γίνεται ένας κλονισμός στην Πλάση, ένα βαθυυυυύ... βαθύ βουητό, που πρέπει ναχεις πολυυυύ... πολύ αλαφρό αυτί για να το καταλάβης. Γίνεται ένα τρομερό απόκοσμο κλάμα... Δεν είναι μικρό πράγμα ναρχεται ένας άλλος και να σου παίρνη  από τα χέρια σου τα κλειδιά του Κόσμου! σαν καληώρα ναρθη απόψε ένας άλλος και να μας πη: – «Φευγάτε από το χειμάδι! θα καθίσω εγώ!» Είδες τι πόλεμος γένηκε έξω; Τι ήταν, παντεχαίνεις, αυτή η τρομερή νεροποντή; αυτό το στοιχειοπάλεμα; αυτά τ’ αστροπελέκια; αυτά τα τραντάγματα της γης μας; Τι άλλο ήταν, παρά πόλεμος ανάμεσα του ενός χρόνου και τ’ αλλουνού; Ήθελε ακόμα να κυριέψει ο Αντίχριστος! Ήθελε να χύση  ακόμα ανθρώπινο αίμα, χριστιανικό αίμα(4)! Αλλ’ όσο κι αν έκανε, όσο κι αν κάνει ακόμα ώς τα μεσάνυχτα... δεν θα του περάση! θα κόψη  το  λαιμό του, και θα γκρεμοτσακιστή  να φύγη!... 
* * *
 Έτσι, λοιπόν, αφού είπαμε και κάμποσα άλλα με τον γέροντα, παράθηκε ο δεύτερος πιστικός το φαγητό ψηλά στο σκαμνί, κι αρχίσαμε να τρώμε με τα ξύλινα χουλιάρια αφράτη πηχτή γκουλιάστρα.
 Γκουλιάστρα λέγεται το πρώτο γάλα, ευτύς ύστερα από τον γέννο της προβατίνας ή της γίδας, κι ‘ είναι το νοστιμότερο απ’ όλα τα φαγητά, που γένονται από το ευλογημένο και τρισευλογημένο γάλα. 
Στα υστερνά, τελειώσαμε το φαγί κι αρχίσαμε τες ομιλίες, για να βαστάξωμε άγρυπνοι ως τα μεσάνυχτα, αλλά βλέποντας ο γεροπιστικός ότι με τες κουβέντες του θ’ αποκοιμώμουν, πήρε τον γλυκόφωνό του τον ταμπουρά κι άρχισε «ντιγγ -  ντιγγ!» να τον κουρτίζη•  κι αφού τον καλοκούρτισε, άρχισε να τραγουδάη  και συνάμα να βαρή  τον ταμπουρά με δύναμη και με γλύκα άρρητη.
« Τ’ ακούσαταν τι γένηκε στου Φώτου τα χειμάδια, 
Μπήκανε Τούρκοι στα μαντριά και πήραν τα κοπάδια,
Πήραν πρατίνες με τ’ αρνιά, γίδες με τα κατσίκια,
Πήραν τον Νιάγγρο τον τρανό, τον Μπέλο, το γκεσέμι 
Πήραν τη Στρεφοκάλεσα με το λαμπρό κουδούνι,
Τέσσερους χρόνους το λαλεί κι αρνί δεν έχει κάνει
Και σκότωσαν τους πιστικούς με την αράδαν όλους
Δώδεκα αδερφοξάδερφα, καθάρια παλικάρια, 
Και ρήμαξαν τα μαντριά και ρήμαξαν οι στρούγκες• 
Κλαιν οι μαννάδες τα παιδιά και οι αδερφές τ’ αδέρφια 
Κλαίει κι’ η  γυναίκα του Γιωβά, παρηγοριά δεν έχει
 Που της σκοτώσαν τον Γιωβά, τον δόλιο της τον άντρα,
Και δεν τον χάρηκε γαμπρόν ούτε καν μια βδομάδα.»
 Αυτό το τραγούδι με συγκίνησε και γιατί το τραγουδούσε ώμορφα ο γεροπιστικός, και γιατί το πήγαινε καλά με τον ταμπουρά, αλλά το πλειότερο γιατί αναφέρονταν στην καταστροφή των κοπαδιών του προπροπάππου μου, που, χώρια από τα γιδοπρόβατα, που μας πήραν οι Τουρκοτσάμηδες ξημερώνοντας του Βαγγελισμού, εκατό χρόνια πριν, σκότωσαν και καμμιά δεκοχτώ πιστικούς, όλους αδερφοξάδερφα, παιδιά του σπιτιού μου, αλλ’ ο Φώτος τούς πρόφτασε με τους Ραβενιώτες απάνω στη Βίγλα της Κεραμίτσας, σκότωσε καμιά τριανταριά απ’ αυτούς και γλίτωσε και τα γιδοπρόβατα από τα χέρια τους. 

* * *
 Αυτό το τραγούδι μνημονεύει το τέλος της μεγάλης ποιμενικής δόξας του Σπιτιού μου, που βόσκανε ως δυόμιση χιλιάδες γιδοπρόβατα.
 Ήταν η ώρα 11½ κι η φωνή του γέροντα, σιγαλή και γλυκειά, σμίγονταν αδερφικά με τη λυγερή φωνή του ωριόηχου ταμπουρά, σαν δυο πολυαγαπημένα στόματα, που σμίγονται με πόνο στο χαρμόσυνο φιλί της αγάπης. Έξω άρχισαν να κοπάζουν και ν’ ανακωχεύουν τα στοιχεία και να συφιλιώνονται ο Ουρανός κι η Γη.
 Τέλειωσε το τραγούδι κι απόθεκε τον ταμπουρά ο γέρος λέγοντάς μου:
 — Πόση ώρα θέλομε ώς το ζύγιασμα της Νύχτας; 
— Μισή ώρα! 
Του απολογήθηκα.
 - Ααα! Τότε ας καθήσωμε καραούλι! Σιωπηηή ως που να περάση αυτή η μισή ώρα. Σιωπηηηηηηηή!
Κ’ έβαλε ορθό το δάκτυλό του κάτω από την μύτη του, απάνω στην χωρίστρα των άσπρων μουστακιών του.
Ως που να περάση αυτή η μισή ώρα, μου φάνηκε πως πέρασε ένας χρόνος, και την στιγμή που πάτησε ο λεφτοδείχτης του ωρολογιού μου απάνω στον ωροδείχτη, κι έκαναν οι δύο δείχτες μαζί μια μοναχή γραμμή απάνω στον αριθμό ΧΙΙ, μου φάνηκε ότι είδα μπροστά μου τους δύο χρόνους σαν δυο εκατόχρονους γερόντους, με μακρυά άσπρα γένεια και μαλλιά, που κρατούσαν ο καθένας στο χέρι του από ένα χοντρό ραβδί και στήριζαν απάνω το σκρυμπό κορμί τους. Τη στιγμή , που ανταμώθηκαν οι δυο Γέροι μέσα σε ένα θεώρατο  κι απέραντο παλάτι, άφηκε ο ένας τον θρόνο, που κάθονταν, και τον έπιασε ο άλλος. Κατέβαινε ο ένας τα σκαλοπάτια  του θρόνου ζερβιά και τ’ ανέβαινε ο άλλος δεξιά. Σωστή ζωντανή εικόνα, ζωγραφισμένη με τα ζωηρότερα χρώματα του καλύτερου ζωγράφου του κόσμου.
- Καλή χρονιά, γέρο.
Του φώναξα και χωρίς να γνωρίζω γιατί, χτυπούσε «τικ – τακ» η καρδιά μου.
- Ζύγιασε η Νύχτα;
Με ρώτησε.
- Ζύγιασε . Του απήντησα. Αυτήν την στιγμή βρίσκεται απανωθιό στη ράχη...
- Ε! Καλή χρονιά το λοιπόν! Είπε και ο γέρος. Να χιλιάση το κοπάδι μας και να μυριάση! Σερκά παιδιά και θηλυκά αρνιά και κατσίκια! Χαβωμένος ο τρισκατάρατος λύκος. Μακρυά από μας κι από τα σύνορά μας παρμάρα, αβδέλλα, ψώρα, βλογιά, αυγολήτα και κάθε άλλο κακό. Χρόνια πολλά Αμήν.
Και παίρνοντας από πλάγι του ένα πουρναρήσιο κλαδί, έκανε τρεις φορές τον σταυρό του και τ’ απόθεκε ψηλά στην φωτιά. έφεξε πλειότερο η ανθρωποκαλύβα, και βάλαμε κι εμείς οι άλλοι από ένα πουρναρήσιο κλαδί στην φωτιά, επαναλαμβάνοντας τες ίδιες ευκές του γεροπιστικού.
Σαν νάχε λησμονήσει να ειπή κάτι ακόμα ο γεροπιστικός, ξανάκανε τον σταυρί του και ξαναείπε!
- Να ζήσετε παιδιά μου! Ο Θεός να μας αξιώση να διώξουμε τον εχτρό, τον Αγαρηνό, από τον τόπο μας, που μας τρώει τα σπλάχνα.
Και λέγοντας αυτά, αναστέναξε βαθειά ο καημένος ο γέρος, σαν να μην το πίστευε ότι θάβλεπε με τα μάτια του εκείνη την ονειροφάνταχτη μέρα.

***
Σωπάσαμε όλοι για τέσσερα πέντε λεφτά, κι είμαστε σαν βουβοί. Μας είχε πιάσει μια μεγάλη μελαγχολία και θλίψη.  Εκείνην την στιγμήν είχαμε γηράσει όλοι κατά έναν χρόνο κι είχαμε προχωρήσει ο καθένας κατά ένα σταθμό προς τον τάφο του!
Εκείνη η σιωπή με βοήθησε ν’ ακούσω μια δυνατή φωνή πώρχονταν πέρα από το χωριό, απάνω από τη ράχη των Αγναντιών...
Βγήκα από την ανθρωποκαλύβα κι αφηκράστηκα.
Είταν η μάννα μου, που βγήκε μεσάνυχτα στην ράχη και φώναζε να μάθη αν ήμουν καλά κι εγώ και τα πρόβατα, κι αφού της απάντησε ότι είμαστε όλοι καλά, ξαναμπήκα στην ανθρωποκαλύβα και ξαπλώθηκα παρεστιάς και αποκοιμήθηκα.
Πες όμως και δεν κοιμήθηκα καλά – καλά, όπως κοιμώμουν αλλά λαγοκοιμήθηκα μόνον κι όταν ξημέρωσε ο Θεός την ημέρα του, χαιρέτισα την πρώτη μέρα του καινούργιου χρόνου ανάμεσα στα συμπαθητικά βελάσματα των προβατιών, και στ’ αλυχτήματα των σκυλιών. Κι αφού ξαναείπαμε τες πρωτοχρονιάτικες ευκές, περάσαμε αμέσως τ’ αϊβασιλιάτικα κουλούρια στα κέρατα των κριαριών, ξαναβάλαμε πάλι κι από ένα πουρνάρι ακόμα στη φωτιά και ξαναείπαμε τα ίδια.
-« Καλή χρονιά μας.. Να χιλιάση και να μυριάση το κοπάδι μας.  Σερκά παιδιά και θηλυκά αρνιά και κατσίκια! Χαβωμένος ο τρισκατάρατος λύκος. Μακρυά από μας κι από τα σύνορά μας παρμάρα, αβδέλλα, ψώρα, βλογιά, αυγολήτα και κάθε άλλο κακό. Χρόνια πολλά Αμήν!»
Σε λίγο άνοιξαν οι πορειές του χειμαδιού. Όλο το κοπάδι πήρε τα πλάγια του λιβαδιού κι έμειναν μοναχά οι γεννημένες οι προβατίνες για να τες βάλη το πιστικόπουλο στο χωράφι, που ήταν επίτηδες σπαρμένο κριθάρι γι’ αυτές.
Κι έτσι τελείωσε εκείνη την χρονιά η τελετή της πρωτοχρονιάς και ήταν η καλύτερη πρωτοχρονιά, πόχω περάσει στη ζωή μου.

Οι αστυνομικοί βρήκαν τον πρώτο μ….α της χρονιάς: Νεαρός Πρεβεζάνος προσήχθη γιατί αυνανίζονταν δημόσια


Ένα εντελώς … συμβολικό περιστατικό ήταν το πρώτο που απασχόλησε το πρωί της Πρωτοχρονιάς την αστυνομία της Πρέβεζας.
Οι αστυνομικοί ειδοποιήθηκαν από γυναίκα γύρω στις 10.30 το πρωί της Κυριακής(1-1-17) ότι κοντά στο αστυνομικό μέγαρο, ένας νεαρός είχε καθίσει σε καρέκλα καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος που ήταν κλειστό και αυνανίζονταν σε κοινή θέα, δίπλα στην πολυσύχναστη Λεωφόρο Ιωαννίνων.
Οι αστυνομικοί πήγαν και «μάζεψαν» τον νεαρό Πρεβεζάνο, ο οποίος διατελούσε όπως φάνηκε … σε υπερβολική ευθυμία. Έδειξε μάλιστα να απορεί για το τι παράνομο είχε η πράξη του.
Αξίζει να σημειωθεί ότι ο χώρος που επέλεξε να το κάνει ήταν εντελώς ακατάλληλος για να τον εμπνεύσει, καθώς βρίσκονταν απέναντι από το κοιμητήριο της πόλης.
Το παραπάνω κωμικοτραγικό περιστατικό έρχεται να επιβεβαιώσει αυτό που λένε διάφοροι, πως κάθε μέρα θα βρεθεί μπροστά σου τουλάχιστον ένας…  μ….ας!
Στην παραπάνω περίπτωση βρέθηκε ο πρώτος της χρονιάς. Και μάλιστα … χωρίς την άδεια της αστυνομίας…