Τα πρόβατα προγκίξανε και τα σκυλιά γαβγίζουν
έβγα Γιωργούλα για να δεις το τι μας περιμένει
αν είναι ο Κώστας ο ληστής να κρύψουμε τη Φρόσω
Οι κλεψιές των γυναικών ήταν διαφορετικές, εδώ όπως μας λέει το τραγούδι από το Ξηρόμερο ο ληστής ήθελε να αρπάξει το κορίτσι χωρίς να το θέλει αυτή. Συνήθως αυτοί [ οι αγροίκοι τα κλέβαν τα κορίτσια τα [χάλαγαν έτσι για το νταηλίκι και τα ξαναστέλναν σπίτι τους οπότε τους έκανε κέφι
Μετά αυτές στιγματισμένες άντε να παντρευτούν [βαριά κατάρα στον ληστή που έκανε το κέφι, πόσο σκληρή να νε καρδιά πόσο καιρό αντέχει]. Βέβαια άλλη περίπτωση η αρπαγή της Βασίλω - αρχόντισσας, εκεί έγινε για δύο λόγους. Για το γόητρο του μπιστικού ενάντια στην άρχουσα τάξη και το εγώ του προύχοντα για το χαστούκι που έδωσε ο Αβέρωφ στον μπιστικό τον Φλεγγα και η εκδίκηση του μπάρπα του, τον Θύμιο Γάκη και τα λύτρα που πήρανε απο τον προύχοντα.
Πάντως και οι κλεψιές στις μέρες μας την δεκαετία του πενήντα δεν ήταν και λίγες Ο Μπάρμπα Γρηγόρης χάλευε την κατσίκα του.
-Ω Γληγόρ μη χολοσκάς, λύκος δεν πέρασε Κραψίτης δεν πέρασε κάπου εδώ θα είναι η κατσίκα του είπε η Μήτραινα
Πάνε στο μπάρπα Πάνο τον Καταραχιά ένα καλό προξενιό για την Χαρίκλω. Ο μπάρμπας απαντάει:
-Ωρέ τι καλό παιδί και νερομπούλια, να κλέβει ξέρει μην μείνει το κορίτσι νηστικό.
Ο παππά Ηλίας απο το άλλο το χωριό είχε βρεί το κόλπο, είχε πέντε τσούπρες με το συμπάθιο που λέγαμαν στα χωριά και κανένα παιδί. Οιτ έσσερες ήταν να τους πάρεις το κεφάλι αλλά η μικρότερη ήταν αντρογυναίκα σαν παλαιστής ήταν. Προίκα ντίπ τίποτα.
Ακούστε τι σκαρφίστηκε λοιπόν, ερχόταν το πρώτο προξενιό, δεν την δίνω, με τα πολλά την έκλεβε ο λεγάμενος. Πήγαιναν στον παππά μετά απο καιρό. Τώρα την πήρες σας δίνω την ευχή μου τίποτα άλλο δεν έχω, και έτσι τις πάντρεψε τις τέσσερες.
Τώρα τι θα έκανε με την νταρτάνω ο παππάς, το έριξε όλα στα μπράτσα της και τα κωλομέρια της.Έρχονται οι προξενητάδες πάει ο Ρίναρος (έτσι την φώναζαν) για να τους προϋπαντήσει. Καθώς περνάν εκεί σε ένα μονοπάτι τουρλώνει τον πισινό της και τους λέει: τον βλέπετε αυτόν τον κόραδο αυτός ο κόλαρος έκανε αυτό τον κόραδο.Ωρέ τι είναι τούτη λένε οι προξενητάδες
Πάνε στο σπίτι, ρε παππούλη εμείς για άλλη ήρθαμε Ωρέ μην είστε χαμένοι για κοιτάξτε τι καπούλια έχει, τι χέρια σαν κουτάλες, ξέρετε τι χωράφι κάνει αυτήν και πόσα παιδιά θα κάνει. Και κοιτάξτε να δείτε ότι τα πρόσφορα θα περισσεύουν και τα ψυχοσάββατα θα έρχεστε από δώ να τα πέρνετε και από ενα ζευγαρια τσαρούχια θα σας δώκω. Ώπα η δουλειά έγινε.
Και να μην πάμε και μακριά ο σχωρεμένος ο πατέρας μου έκλεψε δύο, καθώς έκανε μετακινούμενη κτηνοτροφία. Η πρώτη που είχε κλεμμένη του πέθανε στα Φάρσαλα, την μάννα μου την είχε και αυτή κλεμμένη. Από το ίδιο χωριό ήταν αλλά ο παππούς δεν τους έδωσε ούτε βελέτζα
Και θα ρθώ στην ιστορία του μπάρπα Γούλα, καθώς είχε μια κόρη την Αρτέμω. Όμορφη και σεμνή κοπέλα, αγαπιότανε με τον Κωσταντή απο τα σχολειό, πλατωνικός έρωτας. Ο μπάρπα Γούλας ούτε να το σκευφεί δεν ήθελε για γαμπρό τον Κωσταντή. Είχε λέει κάποιο παρλιακό από το σόι του Κωσταντή.
Ρε δώσανε πήραν τίποτα ο μπάρπα Γούλας, τελικά κλέφτικαν τα παιδια και τα πάντρεψε ο παππάς πάνω στο μοναστήρι κρυφά στον Αι λιά και βρήκε τον διάβολό του απο τον Γούλα.
Τελικά τα παιδιά φύγανε, πήγαν στην Γερμανία, κάναν καιρούς να γυρίσουν πίσω. Όταν γυρίσανε πήραν και τον Γιωργάκη το μικρό παιδί τους. Ο μπάρπα Γούλας στα τελευταία του, πήγανε τον δούνε.
-Πατέρα λέει η κόρη απο εδώ ο εγγονός σου και συνονόματος ο Γιωργάκης.
-Παππού παππού λέει μικρός και πέφτει στην αγκαλιά του.
Τελικά ο Μπάρπα Γούλας έφυγε μετανιωμένος και ευχαριστημένος
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου