Τετάρτη 4 Μαρτίου 2026

Μια γυναίκα, η Ακακία Κορδόση. Γράφει η Κατερίνα Σχισμένου

Η Ακακία Κορδόση (1940, Μεσολόγγι – 26 Μαρτίου 2015, Μεσολόγγι) δεν υπήρξε απλώς μια σημαντική λογοτεχνική παρουσία. Υπήρξε μια πνευματική δύναμη με ρίζες βαθιές στον τόπο της και βλέμμα στραμμένο στην Ευρώπη. Πεζογράφος, μεταφράστρια, δοκιμιογράφος, με σπουδές Κλασικής Γαλλικής Φιλολογίας στην Ελλάδα και Μοντέρνας Φιλολογίας στη Γαλλία, έφερε στη γραφή της εκείνη τη σπάνια σύνθεση πειθαρχίας και ευαισθησίας που μιλά μέσα από τη δύναμη της σιωπής και γίνεται κραυγή φτάνοντας έως τις μέρες μας.

Οι εγκύκλιες σπουδές της στην Παλαμαϊκή Σχολή και η μετέπειτα ακαδημαϊκή της διαδρομή, από την Ελλάδα έως τη Ντιζόν, δεν ήταν απλώς τίτλοι. Ήταν θεμέλια για την ίδια και ψηφίδες για τα έργα της. Εργάστηκε ως καθηγήτρια Γαλλικών στη δημόσια εκπαίδευση και στην Υπηρεσία Τύπου της Γαλλικής Πρεσβείας — μια πορεία που καταδεικνύει όχι μόνο τη γλωσσική επάρκεια αλλά και την ουσιαστική διαπολιτισμική γέφυρα. Και αυτή η γέφυρα διακρίνεται καθαρά στο έργο της: ελληνική ψυχή, ευρωπαϊκή παιδεία.

Η πρώτη της εμφάνιση στα γράμματα το 1967, με διήγημα στη «Νέα Εστία», δεν ήταν πυροτέχνημα. Ήταν η αρχή. Ακολούθησαν συνεργασίες με το «Έθνος» και τα «Ιστορικά της Ελευθεροτυπίας», αλλά η ουσία βρισκόταν αλλού: στη σταθερή, εσωτερική της πορεία ως δημιουργού που δεν έγραφε για να ακουστεί δυνατά, αλλά για να ακουστεί βαθιά.

Η γραφή της Ακακίας Κορδόση εντάσσεται σε εκείνο που ονομάζουμε λυρική γυναικεία πεζογραφία — με την ουσιαστική έννοια του όρου. Όχι ως ταμπέλα, αλλά ως στάση. Οι ηρωίδες της δεν κραυγάζουν, βιώνουν, προχωρούν. Οι χαρακτήρες της δεν επιδεικνύουν το δράμα τους, το κουβαλούν σιωπηλά, το επεξεργάζονται. Και εκεί, μέσα σε αυτό το «κουβάλημα», αναδύεται η δύναμη.

Το έργο της είναι εκτενές και πολυδιάστατο. Στα διηγήματα —από τις Γκρίζες μέρες (1973) έως το Δεν πειράζει που δεν μ’ άκουσες (2011)— διακρίνεται μια σταθερή ενασχόληση με τη μνήμη, τη φθορά, την απουσία, την εσωτερική σύγκρουση. Στο Σαν μουσική τη νύχτα (1997) και στους Γερανούς (1993), η γλώσσα αποκτά σχεδόν μουσική υφή. Δεν είναι τυχαίο: η Ακακία Κορδόση ήξερε να ακούει τις παύσεις.

Στα μυθιστορήματά της —Ο εμπρησμός (1992), Το διπλό ταξίδι (1994), Τα νοερά καλοκαίρια (1995), Ο μυστικός κόσμος του καθηγητή Αναγνώστου (2001), Απ’ το ροζ ως το κόκκινο (2010)— διαφαίνεται μια συγγραφέας που τολμά να εξερευνήσει την ανθρώπινη συνείδηση χωρίς να την απλοποιεί. Δεν την ενδιαφέρει το εύκολο σχήμα. Την ενδιαφέρει η ρωγμή.

Ξεχωριστή θέση στο έργο της κατέχει το διήγημα Δεκατρείς φωνές της σιωπής, που τιμήθηκε το 1991 με το Μέγα Βραβείο Γραμμάτων της Γαλλικής Ακαδημίας και κυκλοφόρησε στα ελληνικά το 1992. Ο τίτλος από μόνος του είναι δηλωτικός: φωνές και σιωπή σε διαρκή διάλογο. Εκεί συμπυκνώνεται η αισθητική της. Η σιωπή, για την Ακακία Κορδόση, δεν είναι κενό. Είναι φορτισμένος χώρος. Είναι το σημείο όπου η ψυχή μιλά χωρίς να θορυβεί. Προσωπικά «Το ραδιόφωνο» από τις δεκατρείς σιωπές μιλά στις ψυχές των γυναικών κάθε εποχής…

Αυτή η ενασχόληση με τη σιωπή —ως υπαρξιακή και λογοτεχνική συνθήκη— διατρέχει ολόκληρη την πεζογραφία της. Οι γυναικείες μορφές της δεν είναι σύμβολα, είναι πρόσωπα. Κι όμως, μέσα από τη μοναδικότητά τους, γίνονται οι ηρωίδες της καθημερινότητας. Η μητρότητα, η απώλεια, ο έρωτας, η απογοήτευση, η εσωτερική αξιοπρέπεια — όλα αποδίδονται με γλώσσα λυρική αλλά πειθαρχημένη. Χωρίς μελοδραματισμούς. Χωρίς περιττές εξάρσεις. Με εκείνη τη λεπτή ένταση που σε ακολουθεί και μετά το τέλος της ανάγνωσης, και μετά τη σιωπή.

Η συμβολή της δεν περιορίζεται στην καθαυτό λογοτεχνία. Το θεατρικό της έργο Ένας άνθρωπος που λεγόταν Μπάυρον (1974) αποκαλύπτει την ευρύτερη πνευματική της καλλιέργεια, ενώ τα δοκίμια και οι μελέτες της —Αναλογίες (1974), Γνωρίστε το Μεσολόγγι (1976), Το Μεσολόγγι της ομορφιάς και του πνεύματος (2003), Από την Πίζα στο Μεσολόγγι (2011)— μαρτυρούν βαθιά ιστορική και πολιτισμική συνείδηση.

Ιδιαίτερη σημασία έχει η γλωσσική της μελέτη Μιλήστε μεσολογγίτικα (1981), που τιμήθηκε με βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών. Δεν πρόκειται για μια απλή καταγραφή ιδιωματισμών, είναι πράξη πολιτισμικής αυτογνωσίας είναι η βαθιά αγάπη για τον τόπο της. Η  Ακακία Κορδόση δεν έβλεπε τη γλώσσα ως εργαλείο. Τη θεωρούσε ζωντανό οργανισμό, φορέα μνήμης και ταυτότητας.

Ως μεταφράστρια, έφερε στο ελληνικό κοινό έργα του Μπαλζάκ και σύγχρονων Γάλλων συγγραφέων όπως του Φρανς Ρος και της Κατρίν Αλεγκρέ. Μετέφρασε επίσης την Ιστορία της πολιορκίας του Μεσολογγίου του Ογκίστ Φαμπρ. Οι μεταφράσεις της δεν ήταν τεχνική άσκηση, ήταν διάλογος πολιτισμών. Και αυτό απαιτεί ευαισθησία, όχι απλώς γνώση.

Η παρουσία της στο Μεσολόγγι υπήρξε καταλυτική. Συμμετείχε στην έκδοση νεανικών λογοτεχνικών περιοδικών, ίδρυσε την Κινηματογραφική Λέσχη Μεσολογγίου, υπήρξε μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Πνευματικού Κέντρου και, μαζί με τον αδελφό της Νίκο Κορδόση, ίδρυσαν τον πολιτιστικό οργανισμό «Διέξοδος». Δεν αποσύρθηκε στον πύργο της γραφής της. Ήταν παρούσα. Ενεργή. Ανήσυχη.

Η αναγνώριση ήρθε θεσμικά αλλά και ουσιαστικά. Το 2003 εξελέγη επίτιμη διδάκτωρ Νεοελληνικής Λογοτεχνίας από τη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 2004 τιμήθηκε με το Χρυσό Μετάλλιο του Κέντρου Ευρωπαϊκών Μελετών για το σύνολο του έργου της. Στις 26 Μαρτίου 2015, η Ακακία Κορδόση έφυγε από τη ζωή στο σπίτι της στο Μεσολόγγι, σε ηλικία 75 ετών. Έφυγε ήσυχα, όπως έγραφε. Όμως το έργο της παραμένει. Και παραμένει ζωντανό.

Στην Ημέρα της Γυναίκας, η μορφή της δεν προσφέρεται για εύκολες εξιδανικεύσεις. Δεν χρειάζονται περιγραφές και εικόνες σε μια εποχή που η εικόνα χάνεται στην κενότητα των λόγων και φωνασκιών. Χρειάζεται ανάγνωση, χρειάζεται σιωπή. Χρειάζεται επιστροφή στα κείμενά της, εκεί όπου η γυναικεία εμπειρία δεν παρουσιάζεται ως σύνθημα αλλά ως σύνθετη, απαιτητική αλήθεια, η αλήθεια της σιωπής! Με ρίζες από το Μεσολόγγι και φτερά στη γαλλική παιδεία. Με γραφή λυρική αλλά αυστηρή. Με σιωπές που μιλούν. Σε μια εποχή που συχνά μπερδεύει την ένταση με το βάθος, εκείνη απέδειξε πως η αληθινή δύναμη μπορεί να είναι χαμηλόφωνη. Και ακριβώς γι’ αυτό, αδιαπραγμάτευτη. Μια γυναίκα- η Ακακία Κορδόση!



Κατερίνα Σχισμένου

Δεν υπάρχουν σχόλια: