Από τον τόπο μας.
Γράφει ο Αθανάσιος Δημ. Στράτης.
Εκ Λελόβων Φιλιππιάδος.
Στην εφημερίδα ΕΛΛΗΝΙΚΗ με ημερομηνία 8 Ιουλίου 1926, δημοσιεύτηκε ανταταπόκρισις από τα Λέλοβα επ’ ευκαιρία των ερευνών για την μεγάλη ληστεία της Πέτρας. Ο δημοσιογράφος καταγράφει μεταξύ των άλλων γεγονότα από την περιοχή. Μια περιοχή σε μια εποχή ληστοκρατούμενη, ληστότροφη, γεμάτη φόβο και τρόμο.
Την παραθέτουμε:
Επί τα ίχνη των δραστών.
Σημείωμα μιάς βοσκοπούλας.
Ο ληστής Μπέκας: Μια από τας θρασυτέρας ληστείας του εις τα Λέλοβα.
Δύο που γνωρίζουν τους ληστάς.
Λέλοβα Φιλιππιάδος 3 Ιουλίου 1926. Θα προτιμούσα να γίνω Βεδουϊνος κάτι περισσότερον, να κάμω τον γύρο του κόσμου, παρά να ανέλθω δια μίαν ακόμη φοράν εις το χωρίον Λέλοβα της Φιλιππιάδος. Επί τρείς και ημίσειαν ώρας εκλυδωνιζόμην επί της ράχεως ενός αχαμνόοντος μέχρις ότου, επί τέλους, ο αγωγιάτης με ειδοποίησεν ότι το μαρτύριον έληξε. Είχομεν φθάσει εις τα Λέλοβα. Εδόξασα τον Ύψιστον ότι σώον με διεφύλαξε και ερρόφησα μετά του αγωγιάτου ένα «αποσταμένο». Η αποστολή μου ήταν βαρεία. Επρόκειτο να εξακριβώσω αν και κατά πόσον η μικρούλα Αικατερίνη Αναστασίου έλεγε την αλήθειαν όταν έγραφε το σημείωμα, του οποίου το κείμενον σας ετηλεγράφησα, προς τον εκεί αποσπασματάρχην. Ήτο δε δύσκολον τούτο. Ο κ. Γάσπαρης μετά του κ. Γκισερλή και του κ. Μακρυγιάννη διενήργησαν την ανακρισίν των και ανεχώρησαν χωρίς να ανακοινώσουν τίποτε. Λάθος! Κάτι ανεκοίνωσεν ο κ. Γάσπαρης: «Προχωρούμεν εις το έργον μας με στοιχεία συγκεκριμένα». Αποκαλύπτω εις τον κ. Γάσπαρην ότι γνωρίζω το κείμενον του σημειώματος του αποσταλέντος εις τας αρχάς. τούτο εξεγείρει τον κ. Γάσπαρην. «Βρέ αδερφέ, δεν είνε δουλειά αυτή. Δεν ημπορούν να προχωρήσουν αι ανακρίσεις κατ’ αυτόν τον τρόπον». Τολμώ να είπω εις τον κ. Γάσπαρην ότι η μυστικότης, η απ’ αρχής των ανακρίσεων τηρηθείσα, με υποχρεώνει να αμυνθώ. Άλλως θα επελανθόμην των καθηκόντων μου. Δύναται να τηρή οιανδήποτε μυστικότητα η ανάκρισις και η καταδιωκτική αρχή, αλλά η κοινή γνώμη έχει την απαίτησιν να ικανοποιηθή η αγωνία της. με γρίφους δεν είνε δυνατόν να ικανοποιηθή. Σεβαστόν το έργον των αρχών αλλά μέχρις ενός σημείου. Οπωσδήποτε υπόσχομαι εις τον κ. Γάσπαρην να παρασιωπήσω πλέον ωρισμένα πράγματα σχετικά με το έργον των ανακρίσεων. Ο κ. Γάσπαρης θεωρεί την δοθείσαν υπόσχεσιν ως «τιμίαν» και ησυχάζει. Τηρώ τον λόγον μου και αρχίζω το έργον μου.
Είνε αληθές ότι το κείμενον του σημειώματος της μικράς Αικατερίνης; Γνωρίζουν οι Σιόρης και Γεωργαλής πράγματι τους ληστάς;
Να γίνω μάντις είνε αδύνατον. Καφετζού δεν υπάρχει εδώ εις τα βουνά δια να επικαλεσθώ την τέχνην της. οι δυο μάρτυρες απήχθησαν υπό των αρχών εις την Φιλιππιάδα. Παρά ταύτα κατόρθωσα να μάθω πολλά πράγματα μεταξύ των οποίων τα εξής:
Είνε γεγονός αναμφισβήτητον ότι οι δύο μάρτυρες, Σιώρης και Γεωργαλής, είδον τους ληστάς μετά το έγκλημα τραπέντας προς την θέσιν Μαυρή. Εκεί εσταμάτησαν να ξεκουρασθούν, εκάθησαν δε περί την ημισείαν ώραν. Επειδή όμως το μέρος εκείνο είνε πολυσύχναστον από ποιμένας, έφυγαν αμέσως τραπέντες προς την πλαγιάν των Λελόβων. Που επήγαν; Άγνωστον. Η καταδιωκτική αρχή μέχρι της στιγμής δεν απεκάλυψε το μυστικόν.
Οι χωρικοί διατείνονται ότι δεν γνωρίζουν τίποτε. Μάτην ο κ. Μακρυγιάννης προσπαθεί να τους πείση να είπουν την αλήθειαν, διότι αναμφισβητήτως ξεύρουν. Ο Κόκαλης, είνε είς των συλληφθέντων γνωστών υποθαλπών, υπεσχέθη ότι εντός τριημέρου θα αναφέρη εις τον κ. Μακρυγιάννην τα αποτελέσματα των ερευνών του. θα προσπαθήση να πείση τους χωρικούς να τω αποκαλύψουν το μυστικόν δια να αποφύγουν δευτέραν ανάκρισιν παρά του κ. Μακρυγιάννη.
Τούτ’ αυτό υπεσχέθη και ο εκ Ποδογόρας Γρηγόριος Μιχάλης, ο κρατούμενος εις το ενταύθα Α’ αστυνομικόν τμήμα. Ο συλληφθείς ούτος πολλάκις εχρησίμευσεν εις τους ληστάς ως πρόσωπον έμπιστον ιδία δε εις τους πολυθρηλήτους Ρετζαίους.
Συνηθέστατα εις την στάνην του εριτιμοτάτου κ. Γρηγορίου Μιχάλη μετέβαινε και ο ληστής Μπέκας, του οποίου η δράσις είνε γνωστή εις την ύπαιθρον της Ηπείρου. Γνήσιος κατσικοκλέφτης, εκ παραδόσεως οικογενειακής δεν ελησμόνει το επάγγελμά του ακόμη και όταν η λεία του εκ ληστειών τας οποίας διέπραττε ήτο πλουσία.
Μία των ληστειών τούτων ήτο και η εξής την οποίαν μου αφηγήθησαν εις Λέλοβα.
Πέρυσι τον Μάϊον του 1925, ο Μπέκας ενεφανίσθη εις τα Κατσανοχώρια, εις πολλούς δε τσελιγγάδες έστειλε χαμπέρι να του έχουν έτοιμα διάφορα ποσά, απειλών εν εναντία περιπτώσει δια θανάτου πάντα παραβάτην.
Είς όμως εκ των τσελιγγάδων της περιφερείας εκείνης, ο Δημήτριος Καλφούρας, δεν έλαβε σοβαρώς υπ’ όψιν την «παραγγελίαν» ταύτην του ληστού, εδήλωσε δε παρουσία πολλών συγχωριανών του ότι θα προσεπάθη να «χτυπήση» τον Μπέκαν όπου και αν εκρύπτετο. Την απειλήν ταύτην επληροφορήθη ο Μπέκας την ιδίαν ημέραν άγνωστον πώς και το βράδυ την ώραν που ο τσέλιγγας εστρούγγιζε τα πρόβατά του από την αντικρυνήν ράχιν ηκούσθη ένα συνθηματικόν σφύριγμα.
Ο ατυχής τσέλιγγας «εδαγκώθηκε».
Μαύρα του σκόρδα και άραχλα. Είχε πικράν πείραν των σφυριγμάτων αυτών. Εφώναξε τους τσοπάνηδες και τους είπε να «βαρέσουν» στο σταυρό όποιον ροβολήση κατά τη στάνη του. η διαταγή του όμως επέπρωτο να μείνη ανεκτέλεστος. Προ ού προφθάση να σηκωθή από το «στρουγγολίθι» - πέτρα επί της οποίας κάθηνται οι τσέλιγγες όταν πρόκειται να παραλάβουν το αμελχθέν γάλα – ενεφανίσθη ο Μπέκας ωπλισμένος σαν αστακός.
-Γειά σου Μπάρμπα Δημήτρη.
-Γειά σου και σένα λεβέντη μου.
-Πώς πάν τα «μπερμπέτια» μπάρμπα Δημήτρη;
-Δόξα νάχει ο ύψιστος, καλά παιδί μου. Παιδευόμαστε για να ζήσουμε. Φέτο είχαμε ανέχεια. Μας έμειναν τα περισσότερα στέρφα.
-Δεν μου λές μπάρμπα Δημήτρη μπορής να μου ειπής κάτι που θα σε ρωτήσω;
-Αν ξέρω λεβέντη μου, μόλη μου την καρδιά.
-Δεν μπορείς να μη ξέρης. Δεν μου λές ποιος ήταν εκείνος που είπε σήμερα στο χωριό πώς θα με «χτυπήση» όπου και νάμαι;
Εις την ερώτησιν ταύτην του ληστού ο ατυχής Καλφούρας έμεινεν άναυδος. Εγνώριζε καλά τι τον επερίμενε.
-Γιατί δεν απαντάς ορέ μπαρμπαμήτρο; Τι σκιάζεσαι; Εδώ ο κόσμος όλος σε ξέρει για παλληκάρι.
-Τι να σου πώ παιδί μου!...
-Ότι ξέρεις μπάρμπα Μήτρο. Σε αυτό που σε ρώτησα να απαντήσης.
-Δεν ξέρω παιδί μου.
-Κρίμα ορέ μπάρμπα Μήτρο που σε νόμιζα παλληκάρι. Τώρα κατάλαβα ότι είσαι ντίπ γυναίκα. Δεν πειράζει μη μου λές εσύ. Θα μαρτυρήσουν τα πρόβατά σου εκείνο που θέλω. Για στούγγισέ τα. Άϊντε…
Ο ατυχής Καλφούρας που εγνώριζε καλά τι εσήμαινεν αυτό προσεπάθησε να μεταπείση τον ληστήν.
-Παιδί μου μην με παίρνεις…
-Κάμε εκείνο που είπα μπάρμπα Μήτρο για να μη μετανοιώσης.
Ο μπάρμπα Μήτρος τη βοηθεία των κατατρομαγμένων τσοπαναραίων εστρούγγιασε τα πρόβατα. Ο ληστής εστάθη εις την έξοδον της στρούγγας.
-Άϊντε τώρα σαλάγα να περάσουνε… και αμέσως έσυρε το γιαταγάνι του. κάθε πρόβατο που περνούσε το έσφαζε. Μάτην ο ατυχής Καλφούρας έκλαιε και εφώναζε. Ο ληστής ήτο ασυγκίνητος. Εις διάστημα ολιγώτερον της ημισείας ώρας είχε σφάξει περί τα πενήντα πρόβατα. Την καταστροφήν ταύτην βλέπων ο Καλφούρας απεφάσισε να ομιλήση.
-Στάσου μωρέ παιδί μου και θα σου ειπώ…
Ο ληστής μόλις ήκουσε τον Καλφούραν εσταμάτησε.
-Λέγε ορέ γέρο κολασμένε ειδεμή δεν θα αφήσω ποδάρι από τα «μαγκούφικά» σου.
-Νάρθη από κεί; Είπε τρομαγμένος ο Καλφούρας.
-Καλά είσαι αυτού, λέγε!...
-Εγώ ήμουνα παιδί μου που είπα ότι θα σε βαρέσω. Μα τώρα πιστεύω πώς είσαι ένα καλό παλληκάρι και δεν θα θελήσω να σου κάμω κακό. Η στάνη μου και το σπήτι μου είνε δικά σου.
-Και να μη θέλης ορέ Καλφούρα, είπεν εξηγριωμένος ο ληστής, είνε δικά μου όλα. Εγώ διαφεντεύω εδώ στα βουνά. Σα σου βαστάει τράβα να μαρτυρήσης. Και τώρα αφού μου είπες την αλήθεια έλα κοντά. Έχουμε να κανονίσουμε κάτι λογαριασμούς.
Ο Καλφούρας επλησίασε τον ληστήν κίτρινος από τον φόβον του.
-Τι θέλεις παιδί μου;
-Θηλιά στο λαιμό σου μαγκούφη. Κάτι λογαριασμούς πρέπει να ξεμπλέξουμε αν θέλης να τάχουμε καλά.
-Λέγε παιδί μου.
-Να στείλης να μου φέρουν πενήντα χιλιάδας δραχμάς μέσα σε δύο ώρες. Ξέρω πως δεν έχεις απάνω σου τόσα λεπτά. Να πάη ένας από τους τσοπαναραίους στο σπήτι σου και να μου φέρη τα λεπτά αυτά. Εσύ θα καθήσης εδώ…
-Δεν έχω τόσα λεπτά παιδί μου.
-Ξέρω πώς έχεις ορέ Καλφούρα γι’ αυτό σου τα ζητάω.
-Μα…
-Ξέρω και που τάχης κλειδωμένα ορέ Καλφούρα. Είνε στο μεγάλο «φορτσέρι» - κιβώτιον που λαμβάνουν ως προίκα οι χωρικοί – που είνε κοντά στο τζάκι σου. Δόσε τώρα το κλειδί.
Πρό της αποκαλύψεως ταύτης του ληστού ο ατυχής Καλφούρας έμεινεν άναυδος. Έδωσε το κλειδί εις τον τσοπάνην ο οποίος ανεχώρησεν αμέσως.
-Να βάλης φτερά στα ποδάρια σου. Τώρα μονάχα μη πάς και κουβαλήσης τα αποσπάσματα. Ο αφεντικός σου εδώ είνε στα χέρια μου. Από το μέτρο δεν θα τον χάσω εγώ.
Πράγματι ο τσοπάνης κατέφθασεν την ορισθείσαν ώραν κομίζων το ορισθέν ποσόν των 50 χιλιάδων δραχμών. Ο ληστής παρέλαβε το χρηματόδεμα και εχαιρέτισε τον Καλφούραν συστήσας εχεμύθειαν.
-Τήρα καλά ορέ Καλφούρα μην πάς και πείς τίποτα στα αποσπάσματα γιατί ξέρεις πώς πληρώνω εγώ τους καταδότες.
Ο Καλφούρας έμαθε πράγματι τι σημαίνει «ληστής» Μπέκας και συνεμορφώθη. Ού μόνον τούτο αλλά και έγινε και υποθάλπης.
Εκ των εικονιζομένων εν τη φωτογραφία ο πρώτος είνε ο Γρηγ. Μιχάλης, του οποίου η περιουσία είνε προϊόν αμοιβών των ληστών τους οποίους περιέθαλπε. Ο δεύτερος είνε ο τσοπάνης του Γεώργ. Τσιάτης καλόν υποκείμενον και ούτος. Και οι δύο μετεφέρθησαν ενταύθα υπό του κ. Μακρυγιάννη. Είνε δε βέβαιον ότι γνωρίζουν σχετικά της ληστείας της Πέτρας. Α. ΣΒΩΚΟΣ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου