Παρασκευή 17 Αυγούστου 2012

Το Μπλόκο της Κοκκινιάς. 17 Αυγούστου του 1944, σαν σήμερα.

Το μπλόκο της Κοκκινιάς. Οι `κουκουλοφόροι` ταγματασφαλίτες σε δράση.Βίντεο

Οι ακρότητες των Γερμανικών Αρχών αυξήθηκαν δραματικά -κατά το τελευταίο ιδίως έτος της Κατοχής- καθώς η κυριαρχία τους βρισκόταν υπό διαρκή αμφισβήτηση από το κίνημα της Εθνικής Αντίστασης κι οι δυνάμεις τους δεν επαρκούσαν πλέον για να ελέγχουν τη χώρα. Οι γερμανικές εκθέσεις συχνά επισήμαιναν ότι το αντιστασιακό κίνημα δεν θα μπορούσε ν' αναπτυχθεί χωρίς τη συμπάθεια και την υποστήριξη του άμαχου πληθυσμού. Στα έγγραφά τους αναφέρουν χαρακτηριστικά πως: «ο πληθυσμός αυτός είναι απολύτως συνένοχος για τις γερμανικές απώλειες». Με βάση το σκεπτικό αυτό έπρεπε -ιδίως στα "κέντρα του συμμοριτισμού"- να θεωρηθεί ο λαός εχθρικός και να τύχει ανάλογης μεταχείρισης. Αυτό το απλουστευτικό σχήμα "νομιμοποιούσε" στα μάτια των Γερμανών αξιωματούχων και στρατιωτών τα συλλογικά αντίποινα και διέλυε τους όποιους ενδοιασμούς είχαν οι διοικούντες για τις επιθέσεις ενάντια στον άμαχο πληθυσμό. Εκτός από τις μεγάλες εκκαθαρίσεις των κατακτητών στα Καλάβρυτα (13-12-1943) και στο Δίστομο (10-6-1944), που κατέληξαν σε ολοκαύτωμα, ανάλογες επιθέσεις αντιμετώπισε και το αντάρτικο των πόλεων με τα περιβόητα "μπλόκα" στην Κοκκινιά και σ' άλλες εργατικές συνοικίες.[1]

Από το Μάρτη του 1944 -που έγινε η Μάχη της Κοκκινιάς- μέχρι το Μπλόκο, που πραγματοποιήθηκε στις 17 Αυγούστου του ίδιου χρόνου, η Κοκκινιά προετοιμαζόταν για μιαν απαράμιλλη σε βαναυσότητα αιματηρή θυσία. Οι ταγματασφαλίτες πραγματοποιούσαν "μπλόκα" στην ευρύτερη περιοχή του Πειραιά, προκειμένου να εντοπίσουν τους Κοκκινιώτες αντάρτες. Οι αντιστασιακές οργανώσεις έδωσαν εντολή στα στελέχη τους να διαμένουν τις νύχτες εκτός Κοκκινιάς. Η καθημερινότητα χαλάρωσε, όμως, την ετοιμότητα των κατοίκων, οι οποίοι -παρά την εγρήγορση- βρέθηκαν ουσιαστικά απροετοίμαστοι για το μεγάλο φονικό της 17ης Αυγούστου.[2]

Στις 15 Αυγούστου 1944 οι Γερμανοί επιχειρούν να μπουν από τα Μανιάτικα του Πειραιά στο νότιο μέρος της Κοκκινιάς, οπότε γίνονται αντιληπτοί από το λαό και τις αντιστασιακές οργανώσεις. Η αναχαίτισή τους αρχίζει αμέσως και καταλήγει σε πολύωρες οδομαχίες. Σε πρώτη φάση -παρά την ανισομέρεια μεταξύ των δυνάμεων του ΕΛΑΣ και των Γερμανών- καταφέρνουν οι Κοκκινιώτες σύσσωμοι με τους αντάρτες ν' αναχαιτίσουν τον εχθρό. Το απόγευμα της ίδιας μέρας ριπές πολυβόλων, φωτοβολίδες και όλμοι δίνουν το σύνθημα ότι αρχίζει πολυμέτωπη επίθεση στην πόλη. Οι μάχες διαδραματίζονται σ' όλες τις γειτονιές της Κοκκινιάς, ενώ τα μέτωπα των συγκρούσεων συγκλίνουν στο κέντρο της. Η υπεροπλία των Γερμανών και η συνεργασία των ντόπιων δωσίλογων καταλήγουν στη σύλληψη των πρώτων αιχμαλώτων και τη μεταφορά τους με φορτηγά στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου.[3]

Προς το ξημέρωμα της 17ης Αυγούστου, κοντά στις 2:30΄ το πρωί ξεκινά το δράμα της ομαδικής εξόντωσης που θα κορυφωθεί όταν ανέβει ο ήλιος. Δεκάδες γερμανικά καμιόνια περικυκλώνουν τις γύρω περιοχές: Κορυδαλλό, Αιγάλεω, Δαφνί, Ρέντη, Κερατσίνι, Φάληρο, Πειραιά. Ο κλοιός σφίγγει ασφυκτικά γύρω από την πόλη, στην οποία καταφθάνει μαζί με τους κατακτητές και το μηχανοκίνητο τμήμα του δωσίλογου Ν. Μπουραντά. Την ώρα που ο κόσμος κοιμάται, 3.000 Γερμανοί κι Έλληνες ταγματασφαλίτες εισβάλλουν βαριά οπλισμένοι στην Κοκκινιά.[4]

Μετά τις 6:00΄ ακούγονται τα χωνιά των ταγματασφαλιτών: «Προσοχή-προσοχή! Σας μιλάνε τα τάγματα ασφαλείας. Όλοι οι άντρες από 14 έως 60 ετών να πάνε στην πλατεία της Οσίας Ξένης για έλεγχο ταυτοτήτων. Όσοι πιαστούν στα σπίτια τους θα τουφεκίζονται επί τόπου». Πανικός κυριαρχεί παντού. Οι στέγες, οι καταπακτές και τα πηγάδια αποτελούν τις κρυψώνες των αρρένων Κοκκινιωτών. Οι πόρτες των φτωχικών παραγκόσπιτων γκρεμίζονται με υποκόπανους, ενώ οι αγωνιστές σέρνονται με κλωτσιές και βρισιές στον τόπο του μαρτυρίου. Όσοι δεν υπακούν την εντολή εκτελούνται επιτόπου στα σπίτια τους. Η αντίσταση των ΕΛΑΣιτών πνίγεται στο αίμα.[5]

Γύρω στις 8:00΄ η πλατεία της Οσίας Ξένης κι οι γύρω δρόμοι ξεχειλίζουν από κόσμο. Χιλιάδες άτομα συγκεντρώνονται και χωρίζονται σε πεντάδες με κενά μεταξύ τους, έτσι ώστε οι κουκουλοφόροι να υποδεικνύουν ποιος θα θανατωθεί. Η εντολή είναι να κάθονται γονατιστοί με ψηλά το κεφάλι μες στον καυτό Αυγουστιάτικο ήλιο. Αρκετοί λιποθυμούν κι εναγωνίως ζητούν λίγες σταγόνες νερό. Όσες γυναίκες προσπαθούν να πλησιάσουν τους κρατούμενους για να τους προσφέρουν νερό κακοποιούνται μπροστά σε όλους. Στην πλατεία οι κουκουλοφόροι προδότες ξεδιαλέγουν τους -προς εκτέλεση- μελλοθάνατους. Ο τόπος της εκτέλεσης είναι κοντά στην πλατεία της Οσίας Ξένης στη μάντρα ενός ταπητουργείου, στη συμβολή των οδών Κιλικίας και Θείρων. Ο Γερμανός δήμιος που βρίσκεται στο πόστο του μέσα στη Μάντρα πίνει ούζο κι εκτελεί αναφωνώντας «άλλε (alle) κόμμουνιστ καπούτ» (όλοι οι κομμουνιστές θα πεθάνουν). Η φράση αυτή μαρτυρά το μένος των Γερμανών και των συνεργατών τους για τους κομμουνιστές, ενάντια στους οποίους έστρεψαν πρωτίστως την οργή τους, γιατί αποτελούσαν τη ραχοκοκαλιά της Αντίστασης. Η εικόνα είναι αποτρόπαια. Σωρός τα πτώματα τσουβαλιασμένα το ένα πάνω στ' άλλο και το αίμα δυο πήχες να γλείφει το δάπεδο. Οι Γερμανοί δίνουν διαταγή στους κουκουλοφόρους να σκυλέψουν τους νεκρούς. Καθώς παλεύουν με τα κουφάρια για να βρουν τα πολύτιμα αντικείμενα πέφτουν ξέπνοοι από τα γερμανικά πολυβόλα.[6]

Μια ομάδα ανταρτών -με επικεφαλής την ξακουστή αντάρτισσα Διαμάντω Κουμπάκη- κρύβονται στο βόρειο τμήμα της πόλης στα σπίτια συναγωνιστών. Η περιοχή ζώνεται από τους Γερμανούς στις φλόγες. Από τα 90 σπίτια καίγονται ολοσχερώς τα 80 στη συνοικία του 4ου Καραβά που ονομάζεται Καμένα. Το κρησφύγετο της ομάδας του εφεδρικού ΕΛΑΣ -όπου συμμετείχε η Κουμπάκη- αποκαλύπτεται, η αντάρτισσα συλλαμβάνεται κι οδηγείται με άγριο ξυλοδαρμό στη Μάντρα, όπου θ' αφήσει αγέρωχη την τελευταία πνοή της.[7]

Η αυλαία της τραγωδίας κλείνει γύρω στις 18:00΄ με το ξεδιάλεγμα 8.000 ομήρων. Η πόλη μυρίζει θάνατο. Η Κοκκινιά μετρά τους νεκρούς της, οι οποίοι ξεπερνούν τους 148. Στη Μάντρα του Μπλόκου εκτελέστηκαν εκείνη την ημέρα 72 άντρες -τα ονόματα των οποίων έγιναν εκ των υστέρων γνωστά- και δυο γυναίκες, η Διαμάντω Κουμπάκη και η Αθηνά Μαύρου. Την επαύριον ο λαός της Κοκκινιάς πενθεί και ξεπλένει τ' ανεξίτηλα σημάδια του αίματος με συνεχή αντίσταση. Η αντιπαράθεση με τον ξένο κατακτητή και τα ντόπια φερέφωνά του αποτελεί την αγωνιστική παρακαταθήκη του λαού της Κοκκινιάς, που πλήρωσε βαρύτατο φόρο τιμής κι αίματος στο ιστορικά αλησμόνητο Μπλόκο της πόλης.[8]
Σημειώνουμε, επίσης, ότι θύματα υπήρξαν και στο σαρανταήμερο μνημόσυνο των νεκρών του Μπλόκου, όταν οι Γερμανοί χτύπησαν- από το πολυβολείο που έστησαν στον Καραβά- αθώους πολίτες που βρίσκονταν στην πλατεία μετά την επιμνημόσυνη δέηση στο Ναό της Οσίας Ξένης.
Η απελευθέρωση ήρθε λίγο αργότερα. Στις 12 Οκτωβρίου 1944 ξημέρωσε η μέρα της λευτεριάς. Μετά από τρεισήμισι χρόνια σκλαβιάς και θυσιών ξεχύθηκε ο λαός στους δρόμους για να γιορτάσει τη δική του Ανάσταση, αφού πρώτα υπέστη τη σταύρωση στα πρόσωπα τόσων αδικοχαμένων πατριωτών αγωνιστών.


[1] Ηλεκτρονικό Ιστορικό Αρχείο της ΕΡΤ.

[2] Βαμβακάς Μ., Ζέρβα Θ., κ. ά., Το Μπλόκο της Κοκκινιάς, ό. π., σ. 45-47.

[3] Στο ίδιο, σ. 46.

[4] Στο ίδιο, σ. 47.
[5] Στο ίδιο, σ. 47-48.
[6] Στο ίδιο, σ. 49-50.
[7] Στο ίδιο, σ. 50.
[8] Στο ίδιο, σ. 56-57.


www.polisnikaia.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια: