Τρίτη 2 Ιουνίου 2020

Τα λεφτόδεντρα στις επιχειρήσεις και ο «λαϊκισμός». Γράφει ο Χρήστος Μέγας


Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΜΕΓΑ*
Στην οικονομική κρίση 2008-2018 οι πλούσιοι έγιναν αφόρητα πλουσιότεροι και οι πιο αδύναμοι δραματικά φτωχοί. Τώρα με την πανδημία το σχίσμα είναι (περισσότερο) εσωτερικό. «Σκίστηκε στα δύο» ο κόσμος της εργασίας.
Από τη μία έχουμε τους ρομποτικούς, τους βιολόγους γιατρούς, τους προγραμματιστές, την 4η βιομηχανική επανάσταση και την τεχνητή νοημοσύνη και από την άλλη τους εργάτες χαμηλής εξειδίκευσης. Μέσα σε αυτό το χάσμα, ειδικά για την Ελλάδα, κινδυνεύουν να πέσουν οι εργαζόμενοι στον τουρισμό, τους λιγνίτες, την οικοδομή. Στο χείλος του γκρεμού είναι γαντζωμένοι οι νοσηλευτές, οι σεκιουρητάδες, οι υπάλληλοι στο «Βοήθεια στο Σπίτι».
Η Εργασία, και κυρίως οι υπηρεσίες όπου είναι στραμμένη η ελληνική παραγωγή, δέχεται τεράστιο πλήγμα. Και η εμπιστοσύνη δεν πρόκειται να  αποκατασταθεί, ενόσω απαιτείται νέος πλούτος (εισοδήματα από εργασία) προκειμένου να ταξιδέψει ο πολίτης, ο τουρίστας ενδεχομένως θα φοβάται -για καιρό- να μπει σε αεροπλάνο, το οποίο ελέγχεται για τη μεγάλη και απότομη διασπορά του κορονοϊού…
Το χάσμα αυτό είναι πρωτίστως οικονομικό. Δυο δις χάθηκαν στην καραντίνα από τις οικογένειες, άλλα δύο θα χάσουν οι εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα από την 4μηνη (15/6-15/10) μείωση των αποδοχών έως 20%, 270.000 χαμένες θέσεις εργασίας (και ανεργία ξανά στο 22%) σημαίνουν 4 δις απώλειες για τους μισθωτούς. Η μείωση των εσόδων του ΕΦΚΑ (κλάδος μισθωτών) κατά 32% τον Απρίλιο σημαίνει ότι σε ετήσια βάση μπορεί να χαθούν από τις τσέπες των μισθωτών πάνω των 10 δις ευρώ…
Όμως το πρόβλημα της κατάρρευσης της Εργασίας είναι και Κοινωνικό. Η αποξένωση από την εργασία, μετά την τεράστια κρίση απασχόλησης την περασμένη δεκαετία, θα καταστρέψει εξειδικεύσεις, θα υπονομεύσει τα μελλοντικά ασφαλιστικά δικαιώματα.
 Και τέλος θα καταστεί και πολιτικό πρόβλημα, αν δεχθούμε ότι οι ταραχές στις ΗΠΑ ναι μεν πυροδοτήθηκαν από τον θάνατο του Φλόιντ, αλλά υπάρχει υποκείμενο… οικονομικό νόσημα: η ανεργία και η βίαιη φτωχοποίηση εν μέσω πανδημίας σε μια χώρα όπου όποιος δεν εργάζεται καθημερινά, δύσκολα έχει τα αναγκαία να επιβιώσει. Όπου η τοξικότητα του κορονοϊού συνυπάρχει με την ταξικότητα της οικονομίας...
 Αυτό το χάσμα πρέπει να γεμίσει. Και μπορεί ευθύς να μην φυτρώσουν άνθη όπως θέλει ο ποιητής, σίγουρα όμως πρέπει να υπάρξουν σωστικές παρεμβάσεις:
-Πλήρης επιδότηση ασφαλιστικών εισφορών στους χαμηλής εξειδίκευσης εργαζόμενους.
-Κάθε μακροχρόνια άνεργος (500.000) και τουλάχιστον ένα μέλος κάθε άνεργης οικογένειας (300.000) να λάβει Voucher 2ετούς απασχόλησης στα ύψος του επιδόματος ανεργίας (ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης).
-Αναβίωση όλων των περσινών συμβάσεων εποχικής απασχόλησης (αναδρομικά από τον περασμένο Απρίλιο και αναλόγως της ημερομηνίας πρόσληψης την άνοιξη του 2019) και στη συνέχεια η αναστολή των εν λόγω συμβάσεων μέχρι την λειτουργία των επιχειρήσεων, με καταβολή του σχετικού επιδόματος.
-Αναγνώριση του συγκεκριμένου χρόνου «αναστολής» ως χρόνο ασφάλισης και υπολογισμού για την επιδότηση ανεργίας.
Αν δε καλυφθεί το χάσμα της απασχόλησης, οι οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές «ουρές» του προβλήματος θα τρέξουν και το 2021. Αλήθεια: τι επίδομα ανεργίας θα λάβουν το χειμώνα οι εργαζόμενοι στο τουριστικό κύκλωμα όταν το υπουργείο Εργασίας έθεσε σαν προϋπόθεση τα 50 ένσημα φέτος το καλοκαίρι. Και πόσα ξενοδοχεία θα λειτουργήσουν τουλάχιστον δύο μήνες ώστε το φθινόπωρο να επιδοτηθούν 300.000 άνεργοι;
Στην συγκυρία πρέπει να προσέξουμε το Ταμείο Αποκατάστασης και τα 22,5 δις που πιθανολογείται ότι θα λάβει η χώρα (από τα 500 δις των καθαρών μεταβιβάσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής). Και μπορεί αυτά τα χρήματα να είναι τα μισά (5 δις το χρόνο) απ’όσα θα χάσουν στην εκκίνηση της νέας κρίσης οι μισθωτοί, όμως από τον τρόπο που θα μοιραστούν, θα κριθεί εάν μπορεί να μεγαλώσει η οικονομική πίτα…
 Για παράδειγμα, Κομισιόν και κυβέρνηση ευνοούν την απ ευθείας ενίσχυση ιδιωτικών επιχειρήσεων (π.χ. αεροπορικών εταιρειών) για να μην καταρρεύσουν. Χωρίς κρατικοποίηση-εθνικοποίηση. Ούτε καν διορισμένα μέλη (με δικαίωμα ψήφου) στα Διοικητικά Συμβούλια.
 Έτσι προκύπτουν τα συναφή ερωτήματα:
 α/Τι πρόβλεψη θα υπάρξει για τις πολύ μικρές ελληνικές επιχειρήσεις (οι οποίες δημιουργούν και την πολυπόθητη απασχόληση), οι οποίες δεν έχουν καν μετοχές να εκχωρήσουν;
β/Θα υπάρξουν αντίστοιχες παρεμβάσεις στον αγροτικό τομέα (όπου προβλέπονται μόλις 15 δις ευρώ για ολόκληρη την Ε.Ε.), ενώ τα εισόδημα στην Ελλάδα καταρρέει λόγω μη αφίξεων στον τουρισμό και το κλείσιμο της εστίασης (κοτόπουλο, χοιρινό, φέτα, πατάτα κ.α.);
γ/Η ενίσχυση της απασχόλησης θα περιοριστεί στο δάνειο του 1,4 δις ευρώ (sure) και θα κατευθυνθεί σε διορισμούς εκτάκτων στο δημόσιο; και
δ/Αν είναι έτσι και τα λεφτά πέσουν με το… αεροπλάνο πάνω στους ιδιωτικούς θεσμούς, όπως αποκαλούν εσχάτως τις μεγάλες επιχειρήσεις, γιατί να μην πέσουν και στις εργατικές οικογένειες; Όταν οι εταιρείες παίρνουν χρήματα από το λεφτόδεντρο, όλοι καταλαβαίνουν ότι δεν υπάρχουν πια «λαϊκίστικα» αιτήματα…
  • Ο Χρήστος Μέγας είναι Δημοσιογράφος, γραμματέας του Τομέα Εργασίας του ΚΙΝΑΛ  

Στα Ζάλογκα -Του Γιάννη Βλαχογιάννη

Τα χρόνια μου τα τρυφερά δεν τα ‘θρεψαν τα παραμύθια τόσο τα φανταστικά, όσο τα τρόμαξαν οι ιστορίες οι μαύρες, που περνούσαν των παραμυθιών τη φαντασιά. Βυζάστρες μου πικρές, κουνήτρες και παρηγορήτρες μου θλιμμένες, στάθηκαν οι Σουλιώτισσες γυναίκες, οι χαροκαμένες.

Τώρα τη θεια-Βαρσάμω θέλω να ξαναθυμηθώ. Αυτή δεν έλεγε άλλες ιστορίες, παρά τη δική της ιστορία μοναχά. Δεν έμοιαζε με τις άλλες γυναίκες, τις πολύπαθες και πρόθυμες να λένε τα δικά τους και των αλλουνών τα πάθη. Αλήθεια, την ιστορία της την απλή και τη μεγάλη, όσες φορές της ζήτησα, δεν την αρνήθηκε. Μικρός, δε χόρταινα να την ακούω. Μεγάλωσα, και την ξαναλέω μοναχός μου. Η θεια-Βαρσάμω ακόμα ζει, αθάνατη, μες στην ψυχή μου· ίσως και στο χωριό μου ακόμα ζει...

― Λοιπόν ήσουνα στα Ζάλογκα; ρωτούσα τη Βαρσάμω.
Κι άνοιγα τα μάτια μου μεγάλα. Κάθε φορά που θα περνούσα από την ξώθυρά της, ήθελα να τη ρωτώ.
― Ναι, παιδί μου, ήμουνα, έλεγε.
Καθισμένη στο πέτρινο θρονί της, έξαινε το λινάρι ολημερίς, χρόνια και χρόνια. Απ’ τον καιρό που τη θυμάμαι, έτσι την είδα πάντα της, να ξαίνει. Υπόφερνε και τα ρωτήματά μου σαν τη μοίρα της. Και τη δουλειά της δεν την έπαυε.
― Πώς έγινε αυτό, θεια-Βαρσάμω;
― Να, οι Τούρκοι μας κλείσανε στα Ζάλογκα...
― Ύστερα;
― Ο πόλεμος δε βάσταξε πολύ... Πέρασαν όσοι μπόρεσαν με το σπαθί. Γλίτωσαν και κάμποσες γυναίκες... Οι άλλες πιάσαμε την κορφή, κι άμα ζύγωσαν οι Τούρκοι δώσαμε τα χέρια και πηδήσαμε...
― Και συ πώς ξέφυγες το θάνατο;
― Έπεσ' απάνου στ' άλλα τα κορμιά... Κορίτσι πράμα, και λιγόσωμη... μ' ήβραν οι Τούρκοι και με πήραν. Ύστερα λευτερώθηκα... εξήντα χρόνια πέρασαν. Και ζω.
Κι έξαινε το λινάρι της· και ζούσε... Ήτανε στα Ζάλογκα η θεια-Βαρσάμω! Κι άλλοι ήτανε στα Ζάλογκα, το ξέρω. Το πήδημα όμως δεν το γλίτωσε κανείς ― μονάχα η θεια-Βαρσάμω! Λοιπόν το θάμα ήτανε διπλό. Και το ‘δα εγώ αυτό το θάμα: Τη θεια-Βαρσάμω Ζαλογκίτισσα και ζωντανή!
Για μένα ήταν αυτή ένα πλάσμα αφάνταστο. Δε μπορούσα να τη δεχτώ σα μια κοινή γυναίκα. Ο νους της ψέμα δε χωρούσε. Κι όλοι ύστερα οι Σουλιώτες το ‘λεγαν, πως ήτανε στα Ζάλογκα. Και γλίτωσε! Λοιπόν ήτανε μια γυναίκα θεϊκή.
Κι έλεγε την ιστορία της ήσυχη, σα να ‘λεγε κάτι απ’ της χαμοζωής της τα συνηθισμένα. Ούτ' ένα στεναγμό, ούτ' ένα δάκρυ! Κι ύστερα; Πέρασε τόσα χρόνια ξαίνοντας λινάρι! Αυτό μονάχα όσο το συλλογίζομαι, πώς να πιστέψω τ' άλλο; Για να γνέσει εξήντα χρόνια το λινάρι της, ξέφυγε το χαμό; Κι ο θάνατος μαζί της έπαιξε, που δεν παίζει; Κι η δόξα ταπεινώθηκε στο πρόσωπό της υφάντρα να γενεί; Όχι, σας λέω! Η θεια-Βαρσάμω δεν ήτανε στα Ζάλογκα! Τώρα δεν το πιστεύω πια!

Σημ. του συγγραφέα:

Έτσι στον πληθυντικόν αριθμό, κι όχι το Ζάλογκο, προφέρναν οι Σουλιώτες. Η λέξη, ως όνομα προσηγορικό, σημαίνει τόπο πολύ δασωμένο. Στη Ναύπαχτο που ζούσανε πολλοί Σουλιώτες, ήβρε ο συγγραφέας, Σουλιώτης και αυτός απ’ τη μάνα του, την παράδοση πως ένα μικρό κορίτσι είχε γλιτώσει απ’ το γκρεμό του Ζαλόγκου, εκεί που το ‘χε ρίξει η μάνα του, και πως έζησε έπειτα πολλά χρόνια και παντρεύτηκε. Σημείωσε και τ’ όνομα ο συγγραφέας, μα τη σημείωση δεν τη βρήκε πρόχειρη εκεί που τη ζήτησε. Αυτή τη μικρή, αλλά τόσο τραγική παράδοση έχει υπόθεση η σύντομη αυτή ιστορία. Ο συγγραφέας τη νομίζει τόσο απίστευτη, που δε θέλει τάχα να την πιστέψει.

Τα αρκουδάκια κάνουν… πάρτι καταναλώνοντας όλο το τσίπουρο και το κρασί σε κτήμα του Μετσόβου! ΒΙΝΤΕΟ

Μέχρι το κρασί και το τσίπουρο που ήταν στην αποθήκη μέσα σε αγρόκτημα του Μετσόβου κατανάλωσε η αρκούδα με τα αρκουδάκια της!
Ήταν σίγουρα το πιο παράξενο… πάρτι που στήθηκε!
Χωρίς η οικογένεια των άγριων ζώων να ενοχλείται από τα διερχόμενα αυτοκίνητα καθώς το κτήμα βρίσκεται πλησίον κεντρικού δρόμου, χωρίς επίσης να ενοχλείται από την ανθρώπινη παρουσία σε μικρή απόσταση, απόλαυσε τα κεράσια και άλλα φρούτα και στο τέλος μπήκε στην αποθήκη όπου απόλαυσε το κρασί και το τσίπουρο!
Από το πέρασμά της έμειναν σπασμένες κερασιές, κατεστραμμένοι κήποι, ανάστατη η αποθήκη αλλά και ένα βίντεο με τα αρκουδάκια να απολαμβάνουν την βόλτα τους στη φύση του Μετσόβου!!



https://www.epiruspost.gr

Συνταγές από τον Ηπειρώτη chef Τάσο Τόλη : Φιλέτο χοιρινού στη γαστρα


Υλικά για 4 -6 άτομα
1-2 τεμ. φιλέτα χοιρινα
3 κ.σ. μουστάρδα
1 ½ κ . σ. ελαιόλαδο
Αλατοπίπερο
Φρέσκο δεντρολίβανο
Κλωναράκια θυμαριού

Εκτέλεση συνταγής
Χτυπήστε τη μουστάρδα μαζί με το ελαιόλαδο και προσθέστε το αλάτι και το πιπέρι και τα μυρωδικα. Αλείψτε με το μείγμα το χοιρινό φιλετο .
Προθερμάνετε το γκριλ σας στους 220 βαθμούς.

Βάλτε το χοιρινό στη γάστρα και αφήστε το για 15 λεπτά. Έπειτα, μειώστε τη θερμοκρασία στους 180 βαθμούς, και αφήστε το να ψηθεί για 15 λεπτά, μέχρι να ροδοκοκκινίσει, περιχύνοντας κάθε 15 λεπτά λίγο ελαιόλαδο. Συνοδέψτε το με πατάτες ή σαλάτα. 









Τάσος Τόλης
Επίτιμος Πρόεδρος Λέσχης Αρχιμαγείρων Ελλάδος








romiazirou.blogspot.gr

Δευτέρα 1 Ιουνίου 2020

Πολύ συσκέπτεστε χωρίς αποτέλεσμα, λένε οι κτηνοτρόφοι στο Βορίδη


Διευρύνεται το κλίμα δυσαρέσκειας στις τάξεις των κτηνοτρόφων ως αποτέλεσμα της αναβλητικότητας αλλά και της υποτίμησης με την οποία η πολιτική ηγεσία του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης προσεγγίζει το θέμα της ειδικής ενίσχυσης των αιγοπροβατοτρόφων – παραγωγών αμνοεριφίων, για την οικονομική ζημιά που υπέστησαν λόγω κορωνοϊού και το κλίμα που διαμορφώθηκε στην αγορά το Πάσχα.

Υπενθυμίζεται ότι πριν το Πάσχα και ενώ η οικονομική ζημία των παραγωγών κρέατος αμνοεριφίων ήταν οφθαλμοφανής, ο υπουργός υποστήριζε ότι η πλήρης καταταγραφή αυτής θα γίνονταν την πρώτη εβδομάδα μετά το Πάσχα. Στη συνέχεια ζητήθηκε πίστωση χρόνου μέχρι την Πρωτομαγία, τώρα έχει περάσει και ο Μάϊος και η πλατεία Βάθη ακόμα το… σιγοβράζει. Έχουν γίνει διαδοχικές τηλεδιασκέψεις, δεκάδες διαρροές και άτυπες ενημερώσεις, έχει βγει ακόμα και «λευκός καπνός», το απόγευμα της Δευτέρας 18 Μαίου και η υπόθεση των ειδικών ενισχύσεων, ακόμα… καπνίζει.
Λες και πρόκειται για την πιο ισχυρή οικονομική τάξη της χώρας. Λες και οι κτηνοτρόφοι και ειδικά οι αιγοπροβατοτρόφοι δεν… καπνίζονται μέρα νύχτα, προκειμένου να ανταπεξέλθουν στις τεράστιες δυσκολίες του επαγγέλματος, λες και δεν έχουν μετατραπεί -τα τελευταία χρόνια- από περήφανους τσελιγκάδες σε επαίτες της Πολιτείας, οι αποφάσεις της οποίας τους οδηγούν στο περιθώριο.
Την απογοήτευση του κτηνοτροφικού κόσμου για το χειρισμό της πολιτικής ηγεσίας του υπουργείου στο συγκεκριμένο θέμα, εκφράζει αρκετά εύγλωττα με ανακοίνωσή του και ο Κτηνοτροφικός Σύλλογος του δήμου Τυρνάβου, ο οποίος στη σύντομη ιστορία του έχει κάνει κατά καιρούς ενδιαφέρουσες παρεμβάσεις.
Αναλυτικά, ολόκληρη η επιστολή, την οποία υπογράφει ο πρόεδρος του συλλόγου κ. Αργύρης Μαϊραχτάρης, έχει ως εξής:
Κύριε υπουργέ
Πίκρα, απογοήτευση αλλά αγανάκτηση είναι τα συναισθήματα που επικρατούν στους συναδέλφους του αιγοπροβατοτροφικού κλάδου, αναφορικά με το θέμα της έκτακτης οικονομικής ενίσχυσης και αυτό συμβαίνει για δύο κυρίως λόγους.
Ο πρώτος λόγος είναι το ύψος του ποσού αυτής της ενίσχυσης και συγκεκριμένα τα 23 εκατ. ευρώ, όπως το γνωστοποιήσατε εσείς ο ίδιος τηλεφωνικά αλλά ανεπίσημα στους εκπροσώπους του ΣΕΚ και της ΠΕΚ. Θεωρούμε ότι αυτό το ποσό, που πρέπει να χορηγηθεί σε χιλιάδες κτηνοτρόφους, αποτελεί εμπαιγμό προς τους συντελεστές του κτηνοτροφικού τομέα.
Ο δεύτερος λόγος κύριε υπουργέ, που πονάει και πληγώνει περισσότερο εμάς τους αιγοπροβατοτρόφους, είναι το ότι βλέπουμε από την πλευρά σας να υπάρχει μια κωλυσιεργία και μια βραδύνοια στη λήψη απόφασης για την οικονομική μας ενίσχυση, ενώ από την άλλη μεριά βλέπουμε σε άλλους τομείς να έχετε επιδείξει γρήγορα αντανακλαστικά και να λαμβάνετε τάχιστες αποφάσεις.
Συσκέπτεστε, ξανασυσκέπτεστε, το εξετάζετε, το διυλίζετε το θέμα εδώ και υπερβολικά μεγάλο χρονικό διάστημα αλλά συγκεκριμένη και επίσημη απόφαση ΔΕΝ λαμβάνετε και αφήνετε χιλιάδες αιγοπροβατοτρόφους να πληροφορούνται τα καθέκαστα από ανεπίσημες πηγές, από διαρροές και από δημοσιογραφικές πληροφορίες.
Η παραπάνω πρακτική σας κύριε υπουργέ-μπορεί ενδεχομένως ακούσια-μας καταρρακώνει την αξιοπρέπεια και μας υποβιβάζει επαγγελματικά και κοινωνικά και αυτό το δηλώνουμε με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο.
Συνεπώς κύριε υπουργέ, γνωστοποιήστε την απόφασή σας άμεσα, χωρίς άλλη καθυστέρηση.
Πέραν των παραπάνω κύριε υπουργέ, υπάρχει και το φλέγον θέμα της επιστροφής των 446 εκατ. ευρώ στη χώρα μας, μετά τη σχετική απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για τα βοσκοτόπια, χρήματα τα οποία πρέπει να κατευθυνθούν στον πρωτογενή τομέα και κυρίως στον κτηνοτροφικό κλάδο.
Ως κτηνοτροφικός σύλλογος του δήμου Τυρνάβου, ζητάμε να πάρετε σαφή θέση πάνω σ’ αυτό το θέμα και θέλουμε να σας έχουμε συμπαραστάτη για την διοχέτευση των παραπάνω χρημάτων στον πρωτογενή τομέα, οπότε αναμένουμε μια επίσημη δήλωσή σας για το συγκεκριμένο θέμα.
Τέλος να αναφέρουμε ότι ως σύλλογος είμαστε ανοιχτοί στο διάλογο μαζί σας και τον επιθυμούμε και για θέματα πέραν των οικονομικών διεκδικήσεων, διότι έχουμε συγκεκριμένες προτάσεις τόσο για την μετακορονοϊκή εποχή, όσο και για τη βιωσιμότητα και την ανάπτυξη του αιγοπροβατοτροφιπού κλάδου. Η απόφαση του διαλόγου ανήκει αποκλειστικά σε εσάς και μόνο.

Η θεία Δίκη....


Γράφει ο Γιώργος Γιαννάκης

Τα κορίτσια στον αργαλείο φτιάχνουν τα προικιά τους και σιγοτραγουσάνε. Δραγάτης στα αυλάκια και στα νερά του, κάπου ακούς και καμιά γκρίνια γιατί αυτινής οι ώρες ηταν περσότερες.
Καλοκαίρι Ιούλης μήνας η φύση σε πλήρη οργασμό. Όλα κυλούσαν μια χαρά στο χωριό. Ο αγροφύλακας το νού μη γέν καμιά ζημιά, ο μυλωνάς στα αλεύρια και στα ξάϊα του. Και ξάφνου ακούμε την καμπάνα να χτυπάει. Ε λέμε κανένας μεγάλος θα πέθαν.
- Ρε τι μεγάλος ο Λούσιας χτύπησε τον Γιάννη
- Ωρέ πώς έγινε  ετούτο το κακό, αυτοί ήτανε σαν αδέρφια απορούνε όλοι. Να λέει ο Κώστας εκεί που παίζανε χαρτιά γήνκε μια παρεξήγηση και του τράβηξε ενα φούσκο ο Γιάννης στο Λούσια, δεν δώσαν συνέχεια. Λέει ο Γιάννης πάω να γυρίσω τ' αυλάκι και έρχομαι.
Μόλις έφυγε ο Γιάννης αρχίσανε κάτι καρακόλια που θέλαν να κάνουν ζημιά στο μαγαζί, ρε χαμένε σε έδειρε ο Γιάννης δυό μέτρα άντρας,  του βάλανε τζινές καταλαίνετε τώρα. Γυρνάει στο μαγαζί Γιάννης τρώει μια στο σβέρκο πάρτουν κάτω. Ε.. σε λίγο ήρθε το κακό μαντάτο, ο Γιάννης ξεψύχησε στο δρόμο. 
Βαρύτο πένθος στο χωριό. Η φουκαριάρα η μάνα του η βάβω Μαρίνου δεν σταμάτησε όσο την θυμάμαι τις κατάρες και τα αναθέματα. Δικάστηκε ο Λούσιας αλλά σε τέσσερα χρόνια βγήκε λες και σκότωσε κανά σκυλί. Βλέπεις οι καιροί ήταν πονηροί και λίγοι είχαν μπάρμπα στην κορώνα.
Πέρασε καιρός, πολλοί χωριανοί μετακόμισαν στα σεισμόπληκτα έξω από τα Γιάννενα. Η βάβω η καψερή δεν σταμάτησε τις κατάρες, κακό αυτοκίνητο να τον πατήσει. Εχει φτάσει στα βαθιά γεράματα κάπου έπεσε έσπασε το ποδι της. Μου έλεγε η φουκαριάρα Γιωργάκη μ άμα τον έχανα στο πόλεμο θα το ξεπέρναγα αλλά ετούτο δεν ξεπερνιέται με το χαμό του παιδιού μου και συ του μπάρμπα σου.
Δεν πέρασε πολύς καιρός και νάσου ακούγεται ο Σωτηράκης της Αλέξους.  
Βάβω, γιαγιά Βάβωωωωωωώ, τίποτα τώρα θα σου ξεβουλώσω το αυτί, ζυγώνει κοντά και της λέει.
- Γιαγιά σκοτώθηκε ο Λούσιας. 
-Το ακούει η Βάβω, πότε παιδάκι; 
-Πότε, να προχτές τον βρήκε σκοτωμένο το παιδί του μέσα στο κανάλι τον χτύπησε ένα αυτοκίνητο.
- Ελα εδώ παιδάκι μου σε εκείνο το μουσκέ το έχω κάτι λουκούμια πάρτα να τα φάς 
-Γιαγιά ένα θα πάρω να έχεις να κερνάς. 
-Πάρτα που σου λέω δεν κεράω άλλους πάω να βρώ τον Γιάννη μου



Γιώργος Γιαννάκης

Η κουρά των αμνών και η αξία του μαλλιού


Κάθε χρόνο, αυτή την εποχή, οι κτηνοτρόφοι κουρεύουν τα πρόβατά τους. Τα παλαιότερα χρόνια, η εργασία αυτή αποτελούσε μια κοπιαστική και επίπονη δραστηριότητα, η οποία απαιτούσε ιδιαίτερη τεχνική. Οι κτηνοτρόφοι, όμως, συνεργάζονταν μεταξύ τους και μετέτρεπαν τη διαδικασία σε μια γιορτή της άνοιξης που σχεδόν πάντα συνοδευόταν με γλέντι και παραδοσιακά εδέσματα. Ακόμη και σήμερα, αρκετοί παίρνουν μέρος στη γιορτή και το τελετουργικό της ημέρας. Το μαλλί αποτελούσε μέρος της οικιακής οικονομίας και κάλυπτε σχεδόν στο σύνολο τις ανάγκες κάθε αγροτικής οικογένειας σε ένδυση, κλινοσκεπάσματα, χαλιά και άλλα υφαντά. Για πολλά χρόνια, η οικιακή υφαντουργία παρήγαγε εκπληκτικά έργα της ελληνικής λαϊκής τέχνης, αρκετά από τα οποία κοσμούν σήμερα κρατικά μουσεία και ιδιωτικές συλλογές.
Η επεξεργασία του μαλλιού σε οικογενειακό επίπεδο γινόταν με απλά εργαλεία, όπως η λανάρα, η ρόκα, ο αργαλειός κ.ά., και περιελάμβανε τα παρακάτω στάδια:
κούρεμα προβάτων, πλύσιμο μαλλιού, κοπάνισμα, βάψιμο, λανάρισμα, γνέσιμο, πλέξιμο, ύφανση σε αργαλειό.
Τον κύριο ρόλο της διαχείρισης του μαλλιού μετά το κούρεμα τον αναλάμβαναν οι γυναίκες. Σε μαζικό επίπεδο, εκατοντάδες επιχειρήσεις, οι γνωστές εριοϋφαντουργίες, επεξεργάζονταν το μαλλί και το πουλούσαν στις βιοτεχνίες ένδυσης, οι οποίες με τη σειρά τους αξιοποιούσαν το ύφασμα για την παραγωγή νέων προϊόντων. Ήταν μια παραγωγική διαδικασία που ιστορικά αποτελούσε έναν πυλώνα της οικονομικής δραστηριότητας της χώρας.



Η εισαγωγή νέων τεχνολογιών και υλικών στη βιομηχανία της ένδυσης κατέστησε την εριοϋφαντουργία παρωχημένη και την οδήγησε σε παρακμή και μεγάλη συρρίκνωση. Το μαλλί από βασικό προϊόν της αιγοπροβατοτροφίας έγινε πλέον υποπροϊόν, που παραμένει στα αζήτητα και σε αρκετές περιπτώσεις οι κτηνοτρόφοι το πετάνε.

Παράδοση για… µουσείο

Σύμφωνα με τον κτηνοτρόφο Γιάννη Γκρίνια, η κατάσταση είναι εξαιρετικά δύσκολη, ωστόσο με ένα συγκεκριμένο επενδυτικό και αναπτυξιακό σχέδιο μπορεί να ξεπεραστεί:
«Για εμάς τους κτηνοτρόφους, το κούρεμα των προβάτων αποτελεί μέχρι και σήμερα κομμάτι της παράδοσης και του τρόπου ζωής μας. Βλέπουμε όμως ότι κινδυνεύει να χαθεί και στο τέλος να έχει έναν μουσειακό χαρακτήρα. Λόγω της εισόδου στην παραγωγή φθηνών συνθετικών ινών, σταδιακά εγκαταλείφθηκε το αιγοπρόβειο μαλλί, με όλες εκείνες τις αρνητικές επιπτώσεις για τον κλάδο μας. Τα αποτελέσματα αυτής της εγκατάλειψης και των επιλογών σε μοντέρνα συνθετικά ρούχα τα βλέπουμε στην οικονομία, αλλά και στην υγεία μας».

¡Οι εισαγόμενες φυλές των προβάτων, όπως οι γαλλικές Λακόν, δεν έχουν πλούσια κόμη σε σύγκριση με τις ντόπιες ελληνικές (Σαρακατσάνικη, Άρτας, Καλαρύτική κ.ά.), οι οποίες παράγουν από 1,5 έως 3 κιλά μαλλί. Η κάλυψη σε όλο σχεδόν το σώμα του ζώου με μαλλί το βοηθά να αντεπεξέλθει στις δύσκολες καιρικές συνθήκες: βροχές, χιόνια και παγετούς. Εξάλλου, και οι κάπες των κτηνοτρόφων ήταν και αυτές φτιαγμένες από αιγοπρόβειο μαλλί.


Όπως εξηγεί, «η αξία του μαλλιού σήμερα κυμαίνεται στα 15 λεπτά το κιλό. Η τιμή αυτή σε καμιά περίπτωση δεν προκαλεί οικονομικό ενδιαφέρον, με αποτέλεσμα οι κτηνοτρόφοι να βλέπουν το μαλλί ως υποπροϊόν και να το πετάνε μετά το κούρεμα.
Γνωρίζοντας, όμως, το δυναμικό της αιγοπροβατοτροφίας της χώρας μας και τις δυνατότητες αξιοποίησης του μαλλιού μέσα από τη σύγχρονη τεχνολογία και έρευνα, θα πρέπει να στρέψουμε το ενδιαφέρον όλων των εμπλεκόμενων φορέων προς αυτή την κατεύθυνση. Θα πρέπει να αναζητήσουμε νέους παραγωγικούς τρόπους, ώστε από αυτό το προϊόν να κερδίσουμε όλοι. Ξέρουμε ότι χρησιμοποιείται στην υψηλή ραπτική ακόμη και στην οικοδομή ως μονωτικό υλικό. Δυστυχώς, όμως, η απαξίωση αυτού του προϊόντος είναι το αποτέλεσμα της υιοθέτησης ενός καταναλωτικού μοντέλου παραγωγής».


Καταλήγοντας, ο ίδιος υπογραμμίζει: «Πρέπει να καταλάβουμε ότι η αιγοπροβατοτροφία και κυρίως η ελευθέρας βοσκής δεν είναι μόνο αριθμοί. Ο ρόλος της είναι πολυλειτουργικός με μεγάλες αναπτυξιακές δυνατότητες. Αν αλλοιωθεί αυτός ο χαρακτήρας, θα αλλάξει σε μεγάλο βαθμό και ο παραγωγικός χάρτης της χώρας μας με όλες τις αρνητικές συνέπειες».


Από την Πρέβεζα ως τη Σαγιάδα: Eνα ρεπορτάζ για τις άγνωστες ομορφιές της Ηπειρώτικης ακτογραμμής

MEGA DRAFI

Η ονομασία της Ηπείρου προέρχεται από τα αρχαία Δωρικά- σημαίνει «Άπειρος Χώρα». Οξύμωρο όνομα- σκέφτομαι- για μια σχετικά μικρή γεωγραφική περιοχή, περίκλειστη κιόλας απ’ την υπόλοιπη στεριά από την απόκρημνη οροσειρά της Πίνδου.

Μετά από έξι ημέρες ρεπορτάζ στην ακτογραμμή της, από την Πρέβεζα μέχρι τη Σαγιάδα Θεσπρωτίας στα ελληνοαλβανικά σύνορα, σε ένα οδοιπορικό με περισσότερες από 30 στάσεις σε αντίστοιχα σημεία, έχω την αίσθηση, πλέον, πως αντίθετα με ότι θεωρούν οι ιστορικοί, η ονομασία της Ηπείρου προέρχεται από την άπειρη θάλασσα που εκτείνεται στα δυτικά της παράλια- από ένα μπλε, καθάριο πέλαγος που η δύση του ηλίου βάφει ανά λεπτό σε όλες τις αποχρώσεις του κόκκινου και ο ορίζοντάς του φαίνεται σα να μην έχει όρια και τέλος.


mytikas

Μύτικας Πρέβεζας

Τα οικονομικά και στατιστικά δεδομένα αναδεικνύουν την Ήπειρο ως την φτωχότερη περιοχή της Ελλάδας. Ο τουρισμός που υποστηρίζει οικονομικά άλλες περιοχές της Ελλάδας, απεγκλωβίζοντας τους κατοίκους τους από το τέλμα της ελληνικής ιδιομορφίας και κρίσης, σε αυτά τα μέρη δεν ήταν ποτέ ιδιαίτερα αναπτυγμένος, με εξαίρεση κάποιες «νησίδες» στα ορεινά, κυρίως των Ιωαννίνων. Η ακτογραμμή της, μήκους εκατό και πλέον χιλιομέτρων, με παραλίες που εκτείνονται αδιάκοπες για δεκάδες χιλιόμετρα ή γραφικούς κολπίσκους με γαλαζοπράσινα, κρυστάλλινα νερά που τίποτα δεν έχουν να ζηλέψουν από τους πολυδιαφημισμένους τουριστικούς προορισμούς των νησιών του Αιγαίου και του Ιουνίου, καθυστέρησε αρκετά χρόνια να αναδειχτεί σε καλοκαιρινή επιθυμία Ελλήνων και ξένων επισκεπτών. Στην παραλία της Ηπείρου νομίζεις ότι βρίσκεσαι σε ελληνικό νησί που έχει το προνόμιο στην ενδοχώρα του να διαθέτει οξυκόρυφα βουνά και αλπική ζώνη...
Ο Γιώργος Γκιώκας είναι διευθυντής του ΕΟΤ Ηπείρου- από τους ανθρώπους στον χώρο του ηπειρώτικου τουρισμού που έχει διαχρονική και αντικειμενική εικόνα του. «Την τελευταία δεκαπεντετία οι κλίνες έχουν αυξηθεί κατακόρυφα, επιταχύνοντας την αυξητική τάση που είχε ξεκινήσει την δεκαετία του ’90. Το 1990 υπήρχαν 12.500 κρεβάτια, έγιναν 18.000 μέχρι το 2.000 και σήμερα υπάρχουν 34.500. Η πλειοψηφία των καταλυμμάτων είναι από 3 αστέρια και πάνω και στη δημιουργία τους καταλυτικός ήταν ο ρόλος των χρηματοδοτούμενων ευρωπαϊκών προγραμμάτων- οι περιπτώσεις καταλυμμάτων που χρηματοδοτήθηκαν αποκλειστικά από ίδια κεφάλαια είναι σπάνιες». Ρωτάω τον κύριο Γκιώκα για την επισκεψιμότητα της περιοχής. «Κι εδώ ο ρυθμός είναι αυξητικός», απαντάει. «Ειδικά προ κρίσης η ετήσια αύξηση άγγιζε το 7%. Πάντως ακόμα και μέσα στην κρίση τα παράλια πάνε καλά. Ειδικά η Πάργα και τα Σύβοτα έχουν διευρύνει τη σεζόν τους στους 4 μήνες». Όπως μου λέει οι τιμές παραμένουν λογικές και υπάρχουν καταλύμματα για όλα τα «βαλάντια»- αλλά στα πιο πολυτελή μια βραδιά αποτιμάται μέχρι και 250 ευρώ. «Αυτά νοικιάζονται κυρίως από δυτικοευρωπαίους- Γερμανούς, Άγγλους, Ολλανδούς. Σημαντικός είναι ο ρόλος και των ξένων πρακτορείων που νοικιάζουν για μεγάλες χρονικές περιόδους, έως και πέντε μήνες, διαμερίσματα που έπειτα διαθέτουν σε πελάτες από τη χώρα τους».
Τον ρωτάω για το μοντέλο διακοπών του Έλληνα επισκέπτη. «Ο Έλληνας τουρίστας είναι ολοένα πιο εγκρατής», μου λέει. «Προ κρίσης το 70- 80% των Ελλήνων που έκαναν διακοπές στα παράλια της Ηπείρου, αφιέρωναν και μερικές μέρες στα ορεινά. Έκαναν τα μπάνια τους και κερασάκι στην τούρτα είχαν μερικές μέρες στα Ζαγοροχώρια, π.χ. Αυτό κόπηκε». Σύμφωνα με τον κύριο Γκιώκα σημαντική ώθηση στον τουρισμό των παραλίων της Ηπείρου έδωσε η Εγνατία Οδός- «πλέον οι Θεσσαλονικείς είναι εδώ σε 3 ώρες, πριν δεν ερχόντουσαν καν», σχολιάζει. Και το ίδιο ισχύει για τα ρεύματα τουριστών, οχι μόνο από τη βόρεια Ελλάδα, αλλά και ολόκληρη την χερσόνησο της Βαλκανικής. Οι παραλίες της Ηπείρου βρίθουν από αμάνικες μπλούζες του ΠΑΟΚ και είναι γεμάτες από αυτοκίνητα της μεσαίας κατηγορίας (και άνω) με πινακίδες από τη Σερβία, τη Ρουμανία, τη Βουλγαρία, τη FYROM, την Αλβανία.
Κρίσιμο σημείο είναι η παράδοση της Ιονίας Οδού- με το υπάρχον οδικό δίκτυο το 3ήμερο των Αθηναίων είναι άπιαστο, σε ένα χρόνο από τώρα ελπίζουμε ότι η Ιονία θα το κάνει εφικτό. Και επίσης σημαντικό είναι το άνοιγμα στη Ρωσία, σε συνδυασμό με την ανάδειξη της ιστορίας της ευρύτερης περιοχής. Η Ήπειρος είναι ένα απέραντο μνημείο- οι Ρώσοι αν μάθουν για τα βυζαντινά μνημεία της Άρτας
λέει ο Γκιώκας. Η παραλία της Ηπείρου από νότο προς βορρά ξεκινά από την πόλη της Πρέβεζας. Το γραφικό της λιμάνι είναι γεμάτο μικρά και μεγάλα κότερα με σημαίες από όλο τον κόσμο αλλά και μερικά εξαίσια αρχιτεκτονήματα του περασμένου αιώνα- η απογευματινή βόλτα στην προκυμαία του είναι χαλαρωτική αλλά αξίζει να μπει ο επισκέπτης και στα ενδότερα της μικρής πόλης. Στο δίκτυο των σκιερών πεζόδρομων πίσω από τη «φάτσα» του λιμανιού κρύβονται συμπαθητικά μεζεδάδικα όπου μπορείς να γευτείς φρέκα θαλασσινά, ψαρεμένα στον Αμβρακικό ή το ανοιχτό πέλαγος. Τα ήρεμα, ρηχά νερά της Κυανής Ακτής πολλοί κάτοικοι της πόλης (και επισκέπτες) διαλέγουν για ένα ήσυχο μπάνιο κοντά στην πόλη, σε μια οργανωμένη παραλία που ενδείκνυται και για μικρά παιδιά. Στον ίσκιο των ψηλών λεύκων οι κάτοικοι της Πρέβεζας εξασκούν με δεξιοτεχνία το «αμπαλί», ένα παιχνίδι ακρίβειας και ευστοχίας που έφεραν στην κοντινή Λευκάδα οι Γάλλοι στα χρόνια της Ενετοκρατίας.

preveza
Πρέβεζα
Βγαίνοντας από την πόλη της Πρέβεζας και ακολουθώντας τον παραλιακό δρόμο προς Πάργα και Ηγουμενίτσα, ξεκινούν αμμώδεις ακτές δεκάδων χιλιομέτρων. Μύτικας, Μονολίθι, Κανάλι, Καστροσυκιά είναι τα επιμέρους ονόματα μιας ενιαίας παραλίας που θυμίζει ακτή του Ειρηνικού. Και αμέσως μετά από ένα βραχώδες τμήμα της ακτογραμμής ξεκινούν οι παραλίες της Λυγιάς, του Βράχου και της Λούτσας. Προς το παρόν η τουριστική ανάπτυξη παραμένει λελογισμένη, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και «αειφόρος»- γιατί ενώ υπάρχουν όλες οι απαραίτητες υποδομές φιλοξενίας και διασκέδασης, παραμένουν τεράστιοι ελεύθεροι χώροι. Ξενοδοχεία, ενοικιαζόμενα δωμάτια, οργανωμένα κάμπιγκ (συνολικά 14 στην ηπειρώτικη ακτογραμμή, εκ των οποίων 9 στην Πρέβεζα και 5 στην Ηγουμενίτσα), beach bar μέχρι αργά το βράδυ- αλλά και άπλετος χώρος για όσους αναζητούν μεγαλύτερη ελεύθερία κινήσεων ή κάποια ιδιωτικότητα.
Σε ένα σημείο αυτής της μεγαλοπρεπούς ακτής συναντώ τον Marcus Heeb, έναν 37χρονο Γερμανό. «Είμαστε εδώ μια μεγάλη παρέα 7 φίλων από το Ραϊνμάιν, κοντά στην Φρανκφούρτη. Όλοι μας λατρεύουμε το kite surfing και οι άνεμοι εδώ καθιστούν τη θάλασσα ιδανική, ειδικά μετά το μεσημέρι οπότε συνήθως τα μποφόρ δυναμώνουν μπορείς να σηκωθείς πολύ ψηλά», λέει ο ίδιος με ένα πλατύ χαμόγελο. Τον ρωτάω αν έχει ξανάρθει στην Ελλάδα και αν έχει επισκεπτεί άλλες περιοχές- «έρχομαι περισσότερα από δέκα χρόνια στην Ελλάδα», μου λέει. «Έχω βρεθεί σε Νάξο, Πάρο, Ικαρία, Σάμο, Κρήτη, αλλά η Ήπειρος παραμένει ο αγαπημένος μου προορισμός. Εκτίμησα τη φυσική ομορφιά του τόπου, την ιστορία του, την ήπια τουριστική ανάπτυξη που δεν έχει αλλοιώσει τα τοπία, τη νοοτροπία των κατοίκων, τη ζεστή τους φιλοξενία που παραμένει ανόθευτη από το κυνήγι του κέρδους», απαντά. «Βρίσκομαι εδώ δυο βδομαδες και αύριο πετάμε για Γερμανία. Ραντεβού για του χρόνου», μου λέει με μια στιγμιαία χαρμολύπη.

marcus heeb
Marcus Heeb


Μετά την παραλία Βράχου- Λούτσας το «ύφος» της ακτογραμμής αλλάζει- τις αχανείς παραλίες αντικαθιστούν μικροί (και μεγαλυτεροι) κολπίσκοι που διαδέχονται ο ένας τον άλλο σαν τα πιο περίτεχνα σημεία μιας δαντέλας που ξετυλίγεται από τις εκβολές του Αχέροντα μέχρι και την Ηγουμενίτσα. Όσο πλησιάζεις στην Πάργα (που είναι τόσο πολύβουη και κοσμική, ώστε θα μπορούσε δικαίως να χαρακτηριστεί σαν η «μύκονος» της Ηπείρου), η βλάστηση γίνεται ακόμα πιο οργιώδης, το πράσινο κατεβαίνει πυκνό μέχρι τη θάλασσα. Κυπαρίσσια, πλατάνια, βελανιδιές ανάμικτα με παμπάλαιους, μεσαιωνικούς ελαιώνες. Δέντρα που μοιάζουν ζωντανά μνημεία φύσης και ανθρώπινης ιστορίας ταυτόχρονα- σίγουρα μια (απευκταία) τομή στον κορμό τους θα αποκάλυπτε εκατοντάδες ομόκεντρους κύκλους να μετράνε τα χρόνια που στέκουν στο ίδιο χώμα, ακλόνητα και καρποφόρα, ασταμάτητα τροφοδοτώντας τους ανθρώπους τους. Στην Πάργα, τη σημερινή γραφική κωμόπολη που τα σπίτια της στέκουν αμφιθεατρικά στον γαλάζιο κολπίσκο, η κίνηση είναι έντονη και συχνά οι δρόμοι μπλοκάρουν από γκρουπ ενθουσιασμένων τουριστών. Σα διάδημα της παραθαλάσσιας πολίχνης ορθώνεται στο ψηλότερο σημείο της το μεσαιωνικό κάστρο, αντί συμβόλου όλων των εθνών και των ανθρώπων που εξουσίασαν την περιοχή- Νορμανδοί, Βενετοί, Γάλλοι, Άγγλοι, Τούρκοι. Το σημερινό τουριστικό της λιμανάκι υπήρξε κάποτε μια από τις ελάχιστες πύλες ώσμωσης των ραγιάδων Ρωμιών με τον δυτικό κόσμο. Ο Αηγιαννάκης, ο Λύχνος, το Σαρακήνικο μερικές μόνο από τις πανέμορφες παραλίες που βρίσκονται σε μικρή απόσταση εκατέρωθεν του οικισμού.

aigianakkis
Αηγιαννάκης Αγίας Κυριακής Πάργας


Στο Καραβοστάσι, λίγα χιλιόμετρα μετά την Πάργα, το γλυκό νερό του μικρού ποταμού που ελίσσεται στην καταπράσινη χαράδρα χύνεται στην θάλασσα- η ίδια η παραλία είναι μια από τις ωραιότερες που έχω συναντήσει. Άχτι μου έμεινε ότι δεν είχα τον χρόνο να βουτήξω στα νερά της. Σε ένα μινι μάρκετ στην «ενδοχώρα» της παραλίας συναντώ (την στιγμή που κόβει απόδειξη...) τον κύριο Θεμιστοκλή Κουλούρη, ιδιοκτήτη της μικρής επιχείρησης. «Εδώ η περιοχή είναι ακόμα παρθένα, η σαιζόν μας δεν κρατάει πολύ. Στην Πάργα φτάνει τους 5 μήνες, στα Σύβοτα τα τελευταία χρόνια δουλεύουν με γραφεία του εξωτερικού και επίσης διευρύνεται», μου λέει. Συγκρατώ ένα ακόμη σημείο από την κουβέντα μας- «κάθε χρονιά οι Έλληνες όλο και χειρότερα είναι οικονομικά, πραγματική κατρακύλα», λέει χαρακτηριστικά. «Βλέπεις νέα ζευγάρια που αγοράζουν ένα παγωτό ξυλάκι και το γλείφουν μαζί, καθείς με τη σειρά του. Τον τουρισμό εδώ τον σώζουν οι Βαλκάνιοι που ευτυχώς έρχονται όλο και περισσότεροι και αφήνουν χρήματα στην περιοχή. Η οικονομική τους κατάσταση μου φαίνεται αντίστροφη της δικής μας- αυτοί είναι όλο και καλύτερα δηλαδή». Οι «ελληνοπρεπείς» (με τα σύχρονα δεδομένα του όρου...) ιστορίες δεν απουσιάζουν- το πρώτο μεγάλο ξενοδοχείο της περιοχής (Reggina Mare) χρεοκόπησε, περιήλθε στην ιδιοκτησία των πιστωτών του (Τράπεζα Πειραιώς) και, πλέον, η τοπική κοινωνία έχει εναποθέσει τις ελπίδες πιθανής επαναλειτουργίας του σε Άραβες επενδυτές...

koulouris
Θεμιστοκλής Κουλούρης 


Πάντως οι ίδιοι οι επισκέπτες- αλλοδαποί και ημεδαποί- δείχνουν (ευτυχώς) χαρούμενοι. Ειδικά οι ξένοι τουρίστες- στους περισσότερους Έλληνες είναι ορατή μια «εγκράτεια», όχι μόνο στην διαχείριση των οικονομικών τους αλλά και στη συμπεριφορά ή στις κουβέντες τους. Λαμπρός ήλιος, ο φλοίσβος της θάλασσας, απόηχοι συζητήσεων από τις παρέες, ή δυνατή μουσική- το γύρω τοπίο ειδυλλιακο, άνθρωποι πολλοί αλλά όχι στίφη. «Πετυχημένο υπόδειγμα τουριστικής ανάπτυξης», θα μπορούσε να σχολιάσει ένας εξωτερικός παρατηρητής. Κι όμως, όπως μου είπε ο Γιώργος Γκιώκας, ακόμα και σε επιχειρήσεις που εμφανίζουν αυξημένους τζίρους, τα κέρδη δεν αυξάνονται τα τελευταία χρόνια. Στην κοντινή παραλία της Αρίλας συνομιλώ στην αυλή της ταβέρνας του «Το Ηλιοβασίλεμα» με τον Νίκο Καρίμαλη, που δουλεύει εκεί από τη δεκαετία του 1960, όταν ο πατέρας του τόλμησε να φτιάξει εκεί το πρώτο, τότε, καφενείο. «Καφέ στη χόβολη φτιάχναμε σε κανά χωριανό, ούτε ρεύμα ούτε νερό είχαμε. Κάποια τουριστική κίνηση ξεκίνησε στα μέσα της δεκαετίας του ’70, με Γάλλους και Γερμανούς κυρίως που έκαναν ελεύθερο κάμπινγκ. Δωμάτια (ενοικιαζόμενα) δεν υπήρχαν και ο δρόμος ήταν χωμάτινος. Οι Έλληνες ξεκίνησαν να έρχονται γύρω στο 1990, τότε έγιναν ξενοδοχεία και αρκετά δωμάτια, η ελεύθερη κατασκήνωση απαγορεύτηκε και οι ξένοι μειώθηκαν», μου λέει με θέα το πέλαγος και απέναντι την στεριά της Λευκίμμης (Κέρκυρα). «Και οι άνθρωποι από τα κότερα; Δεν αφήνουν χρήματα;», τον ρωτάω. Χαμογελώντας μου δείχνει ένα όμορφο σκάφος που έχει ρίξει άγκυρα στον κόλπο- «το βλέπεις; Δέκα μέρες είναι εδώ, στεριά δεν έχουν πατήσει», μου λέει.

Τα τελευταία 15 χρόνια το 80% της πελατείας είναι Έλληνες- η κρίση τους έχει “πιάσει” για τα καλά, τόσο που φέτος σκέφτηκα να μην ανοίξω καθόλου. Αν είχα ενοίκιο θα είχα κλείσει- τα έξοδα της φορολογίας, οι μισθοί και οι ασφαλιστικές εισφορές για το προσωπικό, σε συνδυσμό με την πτώση του τζίρου από τους Έλληνες, μας έχουν πνίξει. Άνοιξα το μαγαζί αρχές Ιούλη και 31 Αυγούστου θα κλείσω.
Όσο προσεγγίζεις το χωριό των Συβότων, οι παραλίες μοιάζουν όλο και περισσότερο με φυσικές «πισίνες»- λιλιπούτειες, με γαλαζοπράσινα νερά, από μακριά σου δίνουν την εντύπωση πως κάποιος τις ζωγράφισε στο ανάγλυφο της στεριάς... Στις περισσότερες που διαθέτουν οδική πρόσβαση τα «μπιτσόμπαρα» δεσπόζουν, ή τέλοσπάντων, όσοι τα προτιμούν θα τα ευχαριστηθούν με την ψυχή τους- οι υπόλοιποι, αν τις επιλέξουν για μια βουτιά σε νερά που θυμίζουνε «γαλάζια λίμνη», δεν θα μπορέσουν να τα αποφύγουν. Εντούτοις, οφείλω να ομολογήσω πως παρότι ανήκω στη δεύτερη κατηγορία λουόμενων... δεν αντίκρυσα παρά μόνο «καλά μαγαζιά». Δεν είμαι σίγουρος αν ευθύνεται η φυσική ομορφιά του τόπου που δύσκολα επισκιάζεται ή η καλαισθησία των ιδιοκτητών τους, αλλά με ενόχλησαν λιγότερο από οπουδήποτε αλλού. Την ίδια γνώμη μοιράστηκαν μαζί μου ο Γκόραν και η Νάντια, ένα ζευγάρι Σερβων στα σαράντα τους, που επέβαιναν σε ένα τζιπ μεγάλου κυβισμού, πάνω από την μικρή αλλά πανέμορφη παραλία της «Μπέλα Βράκα». «Είναι το δεύτερο σερί καλοκαίρι που περνάμε εδώ», μου λένε. Δικηγόροι και οι δύο, εργάζονται σε πολυεθνικές εταιρείες και ζούνε στα περίχωρα του Βελιγραδίου. «Οι δαλματικές ακτές είναι επίσης όμορφες αλλά εδώ αισθανόμαστε πιο άνετα», μου λένε. «Πλέον ερχόμαστε πολύ εύκολα με το αυτοκίνητό μας, υπάρχει πληθώρα εξαιρετικών καταλυμμάτων και, κυρίως, παραλιών για κάθε γούστο και διάθεση. Κάποιες φορές έχουμε νοικιάσει βαρκάκια και έτσι μπορούμε να προσεγγίσουμε ερημικές παραλίες, τις υπόλοιπες μέρες η μουσική και ο κόσμος δε μας ενοχλούν, αντιθέτως», μου λένε. «Θα επιστρέψετε και το επόμενο καλοκαίρι;», τους ρωτάω. «Σίγουρα. We love this place!», απαντούνε ομόθυμα.
Πλησιάζοντας προς την πόλη της Ηγουμενίτσας, που έχει τα τελευταία χρόνια εξελιχθεί από μια παραλιακή πολίχνη σε πύλη εισόδου/ εξόδου της χώρας από και προς τα δυτικά, οι παραλίες συνεχίζονται στο ίδιο στυλ. Αμέσως μετά την Ηγουμενίτσα, όμως, ξεκινά η παραλία του Δρέπανου που εκτείνεται για αρκετά χιλιόμετρα- είναι μια υπέροχη ακτή, η τελευταία μεγάλη παραλία της Ελλάδας όσο πλησιάζεις τα ελληνοαλβανικά σύνορα. Συνέχισα να ακολουθώ τον δρόμο μέχρι τη Σαγιάδα- σε μια όμορφη διαδρομή που περνά από τις εκβολές (σχεδόν) του ποταμού Καλαμά και τον φροντισμένο με μεράκι κάμπο της Σαγιάδας, περίφημο για την παραγωγή του σε μανταρίνι. Στο λιμανάκι της Σαγιάδας ο συνοριακός αστυνομικός σταθμός υπενθυμίζει ότι λίγα χιλιόμετρα μετά, πίσω από τα βουνά που διαγράφονται δεξιά, στο βάθος του ορίζοντα, η ελληνική επικράτεια τελειώνει. Όπως κάθε εδαφική επικράτεια- εν αντιθέσει με το «μέγα κράτος της θαλάσσης».










  • Αγία Παρασκευή Πέρδικας
     
  • Αλωνάκι Φαναρίου Πρέβεζας
     
  • Αρίλα Πέρδικας
     
  • Βράχος Πρέβεζας
     
  • Γάτα, Σύβοτα
     
  • Δρέπανος, Ηγουμενίτσα
     
  • Ελαιώνας Ριζών Πρέβεζας, πίσω Δάσος Λεκατσά Μυρσίνη Πρέβεζας
     
  • Μονολίθι Πρέβεζας
  • Καραβοστάσι Πέρδικας
  •  
  • Λυγιά Πρέβεζας
     
  • Λύχνος, Αγία Κυριακή Πρέβεζας
     
  • Μέγα Ντράφι, Σύβοτα
     
  • Παραλίες κοντά στον Κόκκινο Βράχο, Σύβοτα
     
  • Μικρή Άμμος, Σύβοτα
     
  • Μονολίθι, κάτω από την Αρχαία Νικόπολη, Πρέβεζα
     
  • Μπέλα Βράκα, Σύβοτα
     
  • Πλαταριά Θεσπρωτίας
     
  • Σαγιάδα, κοντά στα Ελληνοαλβανικά σύνορα
     










  • Σαγιάδα, λιμανάκι
     
    Σαρακήνικο Αγιάς Πρέβεζας

  • Το Σούλι - Του Γιάννη Βλαχογιάννη

    Παιδιά Μωραϊτάκια, περαστικά και ταξιδιάρικα, τραγουδούσανε μες στο κρασοπουλειό, ύστερ’ από φαγοπότι. Στάθηκα να τους ακούσω. Ήταν ένα τραγούδι που δεν το ‘ξερα. Τραγούδι του Σουλιού, από κείνα τα παλιά, που τα ‘σπειρε στα πέρατα η Δόξα η φτεροφόρα, η ίδια που έφερε στ’ αφτιά μου και τούτο τ’ απομεινάρι τ' ακριβό από του Μωριά την άκρη. Σαν αντίλαλος, από τα χρόνια τα βαριά φυλακωμένος που τον πλάκωναν, κι άξαφνα λευτερώθηκε, ήταν και τούτο το τραγούδι το κομματιαστό. Ρείπιο από κόσμο ξεχασμένον.

    Αφού κόπηκε το τραγούδι, έμεινε η συντροφιά συλλογισμένη λίγο. Μπήκα τότε κ εγώ μέσα. Κάθισα σιωπηλός, ελπίζοντας του τραγουδιού τ απόσωμα ν' ακούσω. Ελπίδα γελασμένη! Με του τραγουδιού ακόμα τον αχό στ' αφτιά τους, οι χωριάτες μιλούσανε ψυχρά.
    ― Κατά πού πέφτει αυτό το Σούλι; ρώτησε ένας τους.
    ― Έχω ακούσει ένα χωριό, Σούλι, κάπου στο Μωριά, είπε άλλος.
    ― Κάπου βρίσκεται κατά τη Ρούμελη, τρίτος αποκρίθηκε.
    ― Το Σούλι γράφεται στην ιστορία, βρε παιδιά, είπ' ο λογιότατος της παρέας. Δεν το ‘χετ' ακουστά; Πού πέφτει δε θυμάμαι... Εσύ δεν ξέρεις να μας πεις πού βρίσκεται το Σούλι;
    Ο λογιότατος ρωτούσε μένα.
    ― Χάρηκα το τραγούδι σας, ωρέ παιδιά, είπα ‘γώ. Τι ομορφιά γεμάτο και τι λεβεντιά! Να σας ρωτήσω, για πού είσαστε;
    ― Για την ξενιτιά, είπαν όλοι.
    ― Γειά σας, και καλή ώρα στο ταξίδι σας. Όσο θυμάστε το τραγούδι αυτό, δε θα χαθείτε. Και την πατρίδα δε θα τη λησμονήσετε.
    ― Ναι, αλλά δε μας είπες για το Σούλι...
    ― Το Σούλι, στο τραγούδι βρίσκεται... αλλού πια δε θα τ’ απαντήσετε. Ώρα καλή, μαύρα παιδιά, που λησμονήσατε το Σούλι! Καλά διάφορα στο μακρινό ταξίδι σας, παιδιά καημένα!

    Σημ. του συγγραφέα:
    Εδώ ζήτησε ο συγγραφέας να πει τον πόνο του πως ο λαός ξεχνάει την εθνική του ιστορία, τις παραδόσεις του, αφήνει τον τόπο του και χάνεται στην ξενιτιά. Τα τελευταία όμως μεγάλα και τρανά κατορθώματα δείξανε πως ο λαός μας έχει πάντα το νου και την καρδιά του στην πατρίδα. Το μάθημα όμως που βγαίνει απ’ τη μικρή αυτή ιστορία είναι πάντα χρήσιμο, για τα παιδιά τα ελληνόπουλα.