Κυριακή 31 Μαΐου 2015

Αήττητος ξεκινάει το ταξίδι για τη Γ Εθνική ο Αχέρων Καναλακίου. Και τυπικά προβιβάστηκε σήμερα, μετά το 0-0 με την Α.Ε. Μεσολογγίου, στον τελευταίο αγώνα κατάταξης

Αήττητος ξεκινάει το ταξίδι για τη Γ Εθνική ο Αχέρων Καναλακίου. ( Αχέρων Καναλακίου - Α.Ε Μεσολογγίου 0-0)


 Με το παιχνίδι Αχέρων Καναλακίου- Α.Ε Μεσολογγίου κλείνει σήμερα 31 Μαΐου η αυλαία των αγώνων μπαράζ ανόδου στη Γ Εθνική κατηγορία, με τον πρωταθλητή Α ΕΠΣ Πρέβεζας- Λευκάδας Αχέροντα Καναλακίου να κερδίζει το εισιτήριο για την άνοδο στη Γ Εθνική μετά από είκοσι χρόνια.
Τελευταίο και χωρίς βαθμολογικό ενδιαφέρον το σημερινό παιχνίδι στο γήπεδο Καναλακίου, αφού η ομάδα του Νίκου Βέκιου είχε ήδη εξασφαλίσει την άνοδο από την 5η αγωνιστική,  με τις δυο ομάδες να παίζουν δυνατά αφού και οι δυο θέλουν το παιχνίδι λόγω γοήτρου. Ισορροπημένο το παιχνίδια στα πρώτα λεπτά του παιχνιδιού, με τη μπάλα να ανεβοκατεβαίνει. Ο Σιώρος στο 11ο λεπτό μετά από κάθετη πάσα του Νταή χάνει την πρώτη ευκαιρία του παιχνιδιού με τη μπάλα να περνάει λίγο άουτ. Μεγάλη ευκαιρία για την Α.Ε Μεσολογγίου στο 16ο λεπτό όταν ο Γαβρίνας βρέθηκε στη μικρή περιοχή και πλάσαρε με τον Καραπιπέρη να διώχνει έξοχα και να κρατάει το μηδέν για την ομάδα του. Μια εκπληκτική φάση στο 36ο λεπτό με τον Βασιλείου να κάνει μια εκπληκτική κούρσα, να περνάει τρεις παίχτες και με ατομική ενέργεια να βρίσκεται μόνος του απέναντι στον Κοντογεώργο, πλασάροντας λίγο άουτ. Στο 38ο λεπτό σειρά της Α.Ε Μεσολογγίου να χάσει μια ευκαιρία όταν ο Πέκεζ βρίσκει το κάθετο δοκάρι και η μπάλα περνάει άουτ. Μέσα σε δυο λεπτά, δυο μεγάλες ευκαιρίες , μια για κάθε ομάδα, χωρίς όμως αποτέλεσμα, με το ημίχρονο να λήγει 0-0.

WES2

Χωρίς κλασικές ευκαιρίες στο δεύτερο ημίχρονο, με τους παίχτες του Νίκου Βέκιου να κρατάνε τείχος στην άμυνα θέλοντας να τελειώσουν τους αγώνες μπαράζ αήττητοι. Μεγάλη ευκαιρία για το Καναλάκι στο 72ο λεπτό, όταν μετά από λάθος των παιχτών της Α.Ε Μεσολλογίου, ο Νταής πλάσαρε και έδιωξε την μπάλα πάνω στην γραμμή ο Πασπαλιάρης πριν καταλήξει στα δίχτυα, γλυτώνοντας το γκολ για την ομάδα του. Νέα ευκαιρία για την ομάδα του Καναλακίου στο 74ο λεπτό όταν ο Κωνσταντίνου σούταρε με τη μπάλα να φεύγει λίγο άουτ.
Μετά το τέλος του παιχνιδιού ακολούθησε η απονομή του πρωταθλήματος στην ομάδα του Αχέρων Καναλακίου, με τους παίχτες να σηκώνουν το κύπελλο της πρωταθλήτριας της Α ΕΠΣ Πρέβεζας- Λευκάδας μέσα σε τρελούς πανηγυρισμούς, γιορτάζοντας ταυτόχρονα και την άνοδο στα επαγγελματικά σαλόνια της τρίτης εθνικής κατηγορίας.

WES

Οι Γερμανοί στο Σούλι. Η καταστροφή του Φαναρίου

Οι Γερμανοί στο Σούλι - Η καταστροφή του Φαναρίου (Του Κώστα Λιολιούση)

Καλοκαίρι του 1943 και οι Γερμανοί φτάνουν από την Πρέβεζα στο Φανάρι,στα καμποχώρια δηλαδή του Αχέροντα ποταμού.Η εμπροσθοφυλακή τους ανηφορίζει από τον Αρχάγγελο,φτάνει στο Μποντάρι,σήμερα Βαλανιδούσα,και στην κορυφή του βουνού ο επικεφαλής συνταγματάρχης,όρθιος πάνω στο τζίπ,σταματάει για ν' αγναντέψει τον κάμπο της Αχερουσίας που απλωνόταν στα πόδια του.Ο αντάρτης που τον σημάδευε πίσω από τον βράχο είπε μετά ότι ο Γερμανός είχε μια έκφραση θαυμασμού στο πρόσωπό του πριν η σφαίρα τον βρει κατακούτελα.Η εμπροσθοφυλακή σταματάει και ακροβολίζεται,το κύριο σώμα καταφθάνει και ο Γερμανός στρατηγός δίνει την τρομερή διαταγή:
- Δεν γλύτωσε ο συνταγματάρχης όλο το ρωσικό μέτωπο για να τον φάει ένας Έλληνας ρέμπελος,κάψτε όλο το Φανάρι!

Έτσι κάηκαν τα εικοσιτέσσερα χωριά του Φαναριού.Σαν κάψανε το πρώτο,πολλοί Φαναρίσιοι μαζεύτηκαν στο Καστρί, που είναι σαν νησί καταμεσής της Αχερουσίας λίμνης,πιστεύοντας πως οι Γερμανοί δεν θα έμπαιναν μέσα στο βούρκο που μόνο αυτοί ήξεραν να περπατάν.Μόλις όμως είδανε τη Γερμανική φάλαγγα να στρίβει από τα ριζά του βουνού και να μπαίνει στο βάλτο,πήραν στα χέρια ό,τι μπορούσαν από το βιός τους και τρέξαν να σωθούν κατά τα βουνά,ενώ οι όλμοι έσκαγαν ανάμεσά τους.
Εμένα,τριών χρονών τότε,με πήρε στην πλάτη ένας θείος μου εφτά χρονών! Έτσι φτάσαμε στο ορεινό Κουκούλι,απ' όπου ο πατέρας μου ο δάσκαλος έβλεπε το σχολείο του στο Καστρί να καίγεται κι' έκλαιγε πιο πολύ τη βιβλιοθήκη του με τα χιλιάδες βιβλία που είχε με τόσο μεράκι μαζέψει όλα τα χρόνια.Άλλοι Φαναρίσιοι πήγαν κατά την Πάργα και την Ανθούσα κι' οι πιο άτυχοι στην άνυδρη Κορύτιανη,κοντά στο Σούλι,όπου,πίνοντας νερό από ξεροπήγαδα,θερίστηκαν από τον τύφο.
Μέρες ολόκληρες οι Φαναρίσιοι,μέσα στην απόγνωση,έβλεπαν,από τις κορυφογραμμές των γύρω βουνών,ένα ένα τα χωριά τους να γίνονται στάχτη.
Τετρακόσια χρόνια κράταγε το μίσος των Τουρκοτσάμηδων για τους Σουλιώτες και τους Παρασουλιώτες του Φαναριού. Είχαν τώρα την ευκαιρία να εκδικηθούν κι' έτσι έγιναν ένα με τους Γερμανούς.Μπροστά οι Τουρκοτσάμηδες κι' από πίσω οι Γερμανοί, να καίνε και να σκοτώνουνε όσους χριστιανούς ήταν στις λίστες των Τουρκοτσάμηδων,τάχα ως αντάρτες του Ζέρβα η του Άρη.Γρήγορα μίλησαν και για τους Σουλιώτες:
- Στο Σούλι, εκεί πάνω στο Σούλι είναι η φωλιά των ανταρτών.Εκεί κρύβονται δύο χιλιάδες αντάρτες!
Έτσι κίνησε ένα τάγμα Γερμανών από το Φανάρι για το Σούλι.Πέρασαν από τη Γλυκή,πήραν το μονοπάτι της Τζαβέλαινας,αλλά εκεί στη γέφυρα τού Ντάλα τούς είδε κάποιος απ' το Τσεκούρι κι' απ' τα κρυφά περάσματα έτρεξε και ειδο- ποίησε τους Σουλιώτες.Oι Γερμανοί έπιασαν ένα τσομπάνο εκεί λίγο πιο κάτω από τη Σαμονίβα και άρχισαν να τον δέρνουν αλύπητα για να μαρτυρήσει πού κρύβονται οι αντάρτες.Του κάκου αυτός φώναζε στον Τσάμη διερμηνέα πώς δεν υπάρχουν αντάρτες στο Σούλι,αλλά αυτοί συνέχιζαν μέχρι που λιποθύμησε.Στη θέση αυτή έμεινε το μισό τάγμα με τον συνταγματάρχη και οι υπόλοιποι Γερμανοί, μ' έναν λοχαγό, ανηφόρησαν με όλες τις προφυλάξεις για το Σούλι.
Η συνέχεια από έναν Σουλιώτη παππού από το Τσαγκάρι:
-Άμα μάθαμαν εμείς ότι φτάνουν οι Γερμανοί,βάλαμαν στούς ντορβάδες μπομπότα και τυρί,πήραμαν κάπες και βελέντζες,κι' όλοι,άντρες,γυναίκες και παιδιά κρυφτήκαμαν στο λόγγο πίσω απ' την Κορύλα.Οι γυναίκες με παιδιά πιο μέσα,στα πυκνά,τα μωρά με το στόμα στο βυζί για να μη κλάψουν κι' ακουστούμε και περιμέναμαν.Φάνηκαν σε λίγο ν' ανηφορίζουν από τη Σαμονίβα,καμμιά διακοσαριά ήταν,σε γερές γραμμές,τετράδες,βαράγαν τα ποδάρια τους με βήμα στρατιωτικό.Παιδιά αμούστακα ήταν,δεκαέξη-δεκαεφτά χρονών τα κάναμαν.Δεν μας έφτανε το χάλι μας,γελάγαμαν κιόλας.Πώς γένεται να περπατάνε με βήμα πάνω στις πέτρες; Ήρθαν στην πλατεία του σχολείου,πέρασαν στα πηγάδια των καπεταναίων κι' ύστερα άρχισαν να ψάχνουν σπίτι με σπίτι,πάντοτε με βήμα.
Μπήκαν σε μια αυλή όπου είχε ξωμείνει ένας γάϊδαρος,φαίνεται πρώτη φορά βλέπανε τέτοιο ζουλάπι,το ζυγώσανε, τρώει ένας Γερμανός μια γερή κλωτσιά.Παιδιά ήταν,άρχισαν κι' αυτοί να κλωτσάνε το γάϊδαρο,κλώτσαγε κι' αυτός με τα δυο του ποδάρια,γέλια και γκαρίσματα,μας έπιασαν κι' εμάς τα γέλια.Ο λοχαγός τούς άφηνε,κατάλαβε ότι το χωριό ήταν έρημο,δεν έψαξε για μας,αλλά πήρε δρόμο να ψάχνει τα κηπάρια και τα λιγοστά μας χωραφάκια όπου είχαμαν φυτέψει λίγο ξερικό καλαμπόκι,ξέρεις,από κείνο μια σταλιά ρόκα,με πέντε σπυριά η καθεμιά.
Άνοιξε μια πέτσινη στρατιωτική τσάντα κι' έβαλε μέσα κάμποσες ρόκες.Ύστερα μάζεψε τους φαντάρους με τη σφυρίχτρα,τούς έβαλε πάλι στη γραμμή και κραπ κραπ κραπ κατηφόρισαν για τη Σαμονίβα.Ο λοχαγός άνοιξε τη σάκα κι' έδειξε στον συνταγματάρχη τα καλαμπόκια.Κούνησε το κεφάλι του αυτός,αυτά τρώνε δυο χιλιάδες αντάρτες στο Σούλι γέλασε, πάμε πίσω.Έτσι έφυγαν,αφού λευτέρωσαν και τον τσομπάνο που ήρθε και μας τα είπε.Και δεν ξαναπάτησαν στο Σούλι μέχρι που τελείωσε ο πόλεμος.


Κι αυτό: Το χειμώνα του 1943 έπεσε στο Σούλι μεγάλη πείνα.Τότε οι Σουλιώτες οργάνωσαν μεγάλη καταδρομική επιχείρηση για την εξασφάλιση τροφίμων.Άφησαν τα μικρά παιδιά με τους γέρους και όλοι οι άλλοι,άντρες και γυναίκες, ξεχύθηκαν νύχτα στο Γαρδίκι της Παραμυθιάς.Οι γυναίκες άρχισαν να κλέβουν από τις αποθήκες Τούρκων (Τσάμηδων) και Γερμανών ότι έβρισκαν,μπήκαν στις στάνες και τότε χιλιάδες πρόβατα,γίδια και γελάδια πήραν ανηφόρα κατά το Σούλι μ΄ όλες τις γυναίκες από πίσω τους. Άρχισε άγριο τουφεκίδι ανάμεσα στους Τούρκους (Τσάμηδες) και τους Σουλιώτες,ήρθαν γρήγορα κι οι Γερμανοί από την Παραμυθιά και μέσα στο μεγάλο χαλασμό ακούστηκε από το μπαλκόνι του η σαρκαστική φωνή του Τούρκου Αγά να φωνάζει «τόφαε το πείνα το γκρέκι και δεν το πιάνει βόλι». [Σπύρος Μουσελίμης, λαογράφος από την Παραμυθιά, "Η λάκκα του Μπότσαρη"].

Του Κώστα Λιολιούση 

Α ρε νιότη που δειχνες, πως θα γενιόσουν άλλος...Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ θέτει θέματα κομματικής πειθαρχίας...

Photo: Nick Paleologos / SOOC
Είναι κάτι παραπάνω από σίγουρο πως, οποιαδήποτε συμφωνία και αν υπάρξει μεταξύ κυβέρνησης και δανειστών, αυτή η συμφωνία δεν θα έχει σχέση, όχι μόνο με το συνολικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά θα βρίσκεται πολύ μακριά από εκείνο της Θεσσαλονίκης. Λογικό. Αυτό που είχε εξαγγείλει από τη ΔΕΘ ο πρωθυπουργός, όχι μερικά χρόνια, αλλά μόλις λίγους μήνες πριν, κόστιζε (σύμφωνα με δικούς τους υπολογισμούς), 11,3 δισ. ευρώ.


Αυτό που επίσης είναι σίγουρο, είναι πως όποιος βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ δεν θα ψηφίσει την ενδεχόμενη συμφωνία, αυτός δεν θα έχει καλή τύχη. Ο υπουργός Ν. Παππάς ήταν κατηγορηματικός σ' αυτό, στο θέμα επιβολής της κομματικής πειθαρχίας δηλαδή. Η φράση του ήταν σαφής: «Εδώ έχει βγει μια κυβέρνηση με συγκεκριμένη εντολή και η εντολή αυτή θα πρέπει να κατακτήσει την κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Δεν είναι ούτε κάποιο δευτερεύον νομοσχέδιο, ούτε μια ρύθμιση για την οποία μπορούμε να έχουμε ανοχή». Δεν δίνει περιθώρια παρερμηνείας, όποιος διαφωνεί, θα βρεθεί εκτός κοινοβουλευτικής ομάδας.

Νομίζω πως μια ψηφοφορία στη Βουλή θα αδυνατίσει αρκετά την κοινοβουλευτική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ, ίσως και των ΑΝΕΛ. Ενδεχομένως να μη θυμίζει τον μαζικό «σφαγιασμό» βουλευτών της Ν.Δ. και του ΠΑΣΟΚ όταν ψήφιζαν το δεύτερο μνημόνιο (22 από το ΠΑΣΟΚ και 21 από τη Ν.Δ. βρέθηκαν εκτός σ' ένα βράδυ), αλλά σίγουρα οι 149 σημερινοί βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ, μετά τη συμφωνία, θα είναι λιγότεροι.
Για τη μεταπολιτευτική πολιτική κουλτούρα διακυβέρνησης, κάτι τέτοιο δεν είναι παράδοξο. Οι βουλευτές που δεν υπακούουν σε επιλογές της ηγεσίας, βρίσκονται εύκολα εκτός. Παρ' ότι συνήθως οι ανυπάκουοι είναι οι συνεπείς. Επικαλούνται για τη στάση τους τις προεκλογικές υποσχέσεις των κομμάτων τους. Οι ηγεσίες παρεκκλίνουν από αυτές με διάφορα αδύναμα συνήθως επιχειρήματα και καλούν τους βουλευτές να τα υιοθετήσουν. Στην προκειμένη περίπτωση, νομίζω πως η φράση πίσω από την οποία θα καλυφθεί η συγκεκριμένη ηγεσία, θα είναι αυτή του «έντιμου συμβιβασμού». Μια φράση στην οποία χωράνε όλες οι παρεκκλίσεις ή, για την ακρίβεια, μια φράση η οποία δεν σημαίνει τίποτα.
Το ενδιαφέρον στην τοποθέτηση Παππά είναι πως η συμφωνία πρέπει να ψηφιστεί από τους βουλευτές, επειδή η κυβέρνηση εξελέγη με συγκεκριμένη εντολή. Η αλήθεια είναι πως, πράγματι, εξελέγη με συγκεκριμένη εντολή, η οποία ωστόσο, δεν θα μοιάζει μ' εκείνη που θα περιλαμβάνει η συμφωνία. Το επίσης ενδιαφέρον είναι πως είπε ότι πρέπει να υπερψηφιστεί από τους βουλευτές, επειδή δεν είναι δευτερεύον θέμα. Μα νομίζω γι' αυτό ακριβώς το Σύνταγμα προβλέπει την κατά συνείδηση ψήφο και γνώμη του βουλευτή. Για τα σημαντικά. Και όχι για τα δεύτερα. 

Γιάννης Παντελάκης


'Ήπειρος- θαλάσσιος τουρισμός. Δείτε ένα video στην ιταλική γλώσσα προβολής του θαλάσσιου τουρισμού της Ηπείρου






Δείτε το video







Περί όνου σκιάς



Περί όνου σκιάς, έλεγαν οι προγονοί μας. Ε, μιας και χάρισε στα κανάλια τον όνο ο Μεϊμαράκης, μιλώντας στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας για γαϊδουριές και γαϊδούρια, σιγά μην δεν ασχολούνταν και τα κανάλια με τη σκιά του. Του έδωσαν και κατάλαβε και του όνου και της Ζωής, που για άλλη μια φορά βρέθηκε στο κέντρο του κυκλώνα. Ή στο κέντρο της φάρμας των ζώων, στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Οργίασαν λοιπόν δελτίες, δελτίοι και δελτία, με τον καβγά στην εν λόγω επιτροπή. Αν και καβγάς δεν υπήρξε, εδώ που τα λέμε. Ο Μεϊμαράκης έξυνε τα νύχια του ή τις οπλές του -μιας και είπε ότι αισθάνθηκε σαν γαϊδούρι- για καβγά, αλλά η εκνευριστική Ζωή χαμογελούσε εκνευριστικά. Όπως το συνηθίζει. Εντούτοις και το μονομερές γαϊδουρογύρευε ήταν αρκετό για τους λειτουργούς της τηλε-ονικής ενημέρωσης.
Αρκετό για να κάνουν τι; Να κάνουν τη δουλειά στην οποία είναι ταγμένοι, τι άλλο; Να θάψουν μια σοβαρή υπόθεση πίσω από ένα καβγά ή δήθεν καβγά. (Αν είναι να θάψουν και τη Ζωή, ακόμα καλύτερα.) Και το κυρίως θύμα ήταν αυτή τη φορά η συζήτηση για το σκάνδαλο της Ζίμενς. Τα όσα, για παράδειγμα, ο Βαλυράκης αποκάλυψε για τα έργα και τις ημέρες της εν λόγω εταιρείας. Και των ημετέρων.
Μίλησε ο άνθρωπος για τις πρακτικές εγκληματικής οργάνωσης από μέρος της γερμανικής εταιρείας. Μίλησε για τις ελληνικές ευθύνες. Μίλησε για συγκάλυψη. Μίλησε για τις δυνατότητες ακόμα και σήμερα να χυθεί φως στις σκοτεινές πλευρές του σκανδάλου. Αλλά τα κυρίαρχα κανάλια δεν σκότισαν τους τηλεθεατές με όλα αυτά. Προτίμησαν να τους φωτίσουν με τις γαϊδουριές του Μεϊμαράκη.
Κι έτσι πάει το πράγμα από καιρό. Μπορεί ο κόσμος να καίγεται, αυτοί θα βρουν ένα καυγά, θα στήσουν ένα καβγά, θα σκηνοθετήσουν ένα καβγά. Θα φαμπρικάρουν μια υβριστική δήλωση, μια ανούσια και ανόητη ανοησία. Θα υιοθετήσουν κάθε κακοήθεια και κουτσομπολιό. Περί όνου σκιάς. Κι αν είναι ανάγκη, πετάει κιόλας ο όνος. Με τη βοήθεια της Ζίμενς. Ή του Σόιμπλε. Και ανυπερθέτως των δανειστών.
Ποιον θεωρούν θύμα, ψώνιο, σύμβολο αιώνιο, οι παραγωγοί αυτής της τηλε-ονικής παπάρας είναι σαφές. Μόνο που πρέπει να βιαστούν. Γιατί οι μέρες του σανού τους είναι μετρημένες. Ελπίζουμε...

Του Θανάση Καρτερού

Σοφία Δημητρίου. Η γυναίκα που ζει ολομόναχη στο χωριό Ορεινό Πωγωνίου


Μαθήματα θάρρους, δυναμισμού και επιμονής να κρατηθεί στον τόπο της, δίνει μία γυναίκα 62 ετών, κτηνοτρόφος στο επάγγελμα.
Η Σοφία Δημητρίου, ζει ολομόναχη στο έρημο ακριτικό χωριό Ορεινό Πωγωνίου. Στην οριογραμμή των συνόρων με την Αλβανία, στα 730 μέτρα υψόμετρο, το Ορεινό είναι ένα χωριό «φάντασμα».

Αυτή την εικόνα αντικρίζει ο επισκέπτης φτάνοντας στον οικισμό. Πέτρινα παλιά σπίτια με κλειστά παράθυρα, χορταριασμένες αυλές και μία νεκρική σιγή που «σπάει» το γαύγισμα των σκυλιών της Σοφίας Δημητρίου η οποία μας περίμενε στο δρόμο κάτω από το σπίτι της. Η πρώτη συνάντησή μας με την αγέρωχη γυναίκα είναι μια τεράστια έκπληξη, καθώς την βλέπουμε να κυκλοφορεί οπλισμένη με καραμπίνα.
 
«Δεν ζει χωρίς όπλο μία γυναίκα μόνη στα σύνορα», λέει αυθόρμητα και χαμογελάει. Η προσωπική γνωριμία με την Σοφία επιβεβαιώνει την «φήμη» που έχει σε όλα τα χωριά του Πωγωνίου, γεγονός που στάθηκε και η αφορμή για την συνάντηση μαζί της. Είναι μία γυναίκα από την οποία αντλούν δύναμη και θάρρος οι ηλικιωμένοι των γύρω χωριών, που νιώθουν ανασφάλεια στον τόπο τους, την ξεχασμένη Ελλάδα όπως λένε, δίπλα στα σύνορα με την Αλβανία. Τόπος που πολλές φορές έγινε πεδίο παράνομων δραστηριοτήτων.
 
Ένα ανηφορικό μονοπάτι οδηγεί από το δρόμο στο σπίτι της κ. Δημητρίου. Πρόκειται, για ένα οίκημα «οχυρό», με σιδερόφραχτα παράθυρα, διπλές μαντεμένιες πόρτες και θέα μέχρι τον κάμπο του Αργυροκάστρου, στην γειτονική χώρα.
 
 
Όταν πριν από 17 χρόνια έχασε τον άνδρα της, όπως αναφέρει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η Σοφία, πήρε την απόφαση να μην εγκαταλείψει το χωριό, γιατί εκεί, είχαν την περιουσία τους, την στάνη με τα πρόβατα. Παρά το γεγονός, πως το χωριό άρχισε να ερημώνει, καθώς οι νέοι έφυγαν αναζητώντας καλύτερη τύχη και την τελευταία δεκαετία κανένας δεν μένει πλέον μόνιμα στο Ορεινό, η Σοφία αρνείται πεισματικά να το εγκαταλείψει.
 
Δεν την πτοούν ούτε τα σοβαρά προβλήματα που αντιμετωπίζει με επιθέσεις δολιοφθοράς που δέχεται η στάνη της. Μέσα σε δύο μήνες τον χειμώνα που πέρασε, άγνωστοι έκαψαν ολοσχερώς τρεις φορές τις αποθήκες με την τροφή για το κοπάδι. «Είχα μία πολλή μεγάλη οικονομική ζημιά. Πιστεύω πως κάποιοι θέλουν να με διώξουν για να εκμεταλλευτούν τα βοσκοτόπια. Νομίζω, είναι Αλβανοί βοσκοί. Τα σύνορα είναι εδώ, στα 100 μέτρα, όμως εγώ δεν θα φύγω», λέει με πείσμα και μας δείχνει, την μικρή απόσταση μιας βουνοκορφής από την στάνη της.
 
 
Η δουλειά για την Σοφία Δημητρίου ξεκινάει καθημερινά στις 5 τα ξημερώματα, με το άρμεγμα των αιγοπροβάτων. Πριν ανοίξει την πόρτα του σπιτιού της, όπως εξηγεί, για λόγους ασφαλείας γεμίζει το όπλο της και τηλεφωνεί στο βοσκό που μένει στο μαντρί. «Τον ενημερώνω ότι βγαίνω από το σπίτι, γιατί, εάν σε πέντε λεπτά δεν έχω φτάσει στην στάνη, ίσως κάτι κακό να μου έχει συμβεί», μας αναφέρει και συνεχίζει: «Πάντα έχω όπλο μαζί μου, αλλά και τα πέντε σκυλιά που μένουν γύρω από το σπίτι, στην αυλή. Δεν φοβάμαι. Παίρνω όμως προφυλάξεις. Εδώ, στα σύνορα, δεν γνωρίζεις ποτέ τι θα συμβεί την επόμενη στιγμή». Μάλιστα, θυμάται πως πριν από 20 χρόνια στην προσπάθειά της μαζί τον σύζυγό της, να αποτρέψουν μία διάρρηξη σε γειτονικό σπίτι, δέχτηκε σφαίρα στο πόδι και δείχνει την ουλή.
 
Στις 7 το πρωί, η κ. Σοφία φορτώνει το γάλα στο αγροτικό της αυτοκίνητο και κατεβαίνει έξι χιλιόμετρα κάτω από το χωριό, για να το παραδώσει σε βυτίο γνωστής γαλακτοβιομηχανίας.
 
 
Η παρουσία της 62χρονης γυναίκας στο Ορεινό Ξηρόβαλτο λειτουργεί ενθαρρυντικά για κάποιους συνταξιούχους συγχωριανούς της ώστε να περάσουν λίγες βδομάδες το καλοκαίρι στα πατρικά τους. Η ίδια, ανυπομονεί να έρθουν στο χωριό για να διώξουν έστω και για λίγο, τη μονοτονία της μοναξιάς. Πριν την αποχαιρετήσουμε στην κεντρική πλατεία του χωριού, μας δείχνει ένα κλειστό πέτρινο κτίριο και διατυπώνει το αίτημά της. Ζητάει, να επαναλειτουργήσει το στρατιωτικό φυλάκιο που υπήρχε στο χωριό και μάλιστα λέει, πως θα φροντίζει καθημερινά εκείνη για το φαγητό των φαντάρων.
 
ΑΠΕ - ΜΠΕ

Οι κάρτες του «Καλημέρα ΣΚΑΙ» για την επερχόμενη συμφωνία


Σας παρουσιάζουμε τους πίνακες, οι οποίοι αφορούν, πού συμφωνούμε και που διαφωνούμε με τους δανειστές. Η  διαπραγμάτευση είναι σκληρή. Οι δανειστές ζητούν τα πάντα. Δείτε και συγκρίνετε.

ΠΟΥ ΕΙΜΑΣΤΕ ΣΕ ΣΥΝΤΑΞΕΙΣ  ΕΡΓΑΣΙΑΚΑ  
 ΠΟΥ ΕΙΜΑΣΤΕ ΣΕ ΦΟΡΟΥΣ    

Η ημέρα που έφαγα το ξύλο της χρονιάς μου «για τη μπάλα»

soccer ball

19 Γενάρη 2013. Θυμάμαι την ημέρα εκείνη, καλύτερα από τη χθεσινή.

Σάββατο και μολονότι δεν συνηθίζεται, έχουμε μαζευτεί πρωινιάτικα στο Πάντειο να κάνουμε κάποιες παρουσιάσεις, σε ένα Εργαστήριο. Παρουσιάζω μόνος μου και - παρότι, και πάλι, δεν συνηθίζεται- τα πάω αρκετά καλά, όλα εντάξει: αυτή τη φορά δεν ιδρώνω πολύ, δεν κοκκινίζει τόσο η μούρη μου, δεν βγαίνουν καπνοί από το πρόσωπο, που προοδευτικά θα καλύψουν όλη την αίθουσα. Πολύ καλύτερα από ότι συνήθως, λοιπόν.

Στο Σύνταγμα, μετά τις παρουσιάσεις. Έχει κάποια αντιφασιστική συναυλία- ήταν τότε, ακόμη, εποχή που τα προσχήματα υπήρχαν και οι συναυλίες αυτές νόμιζες πως είχαν νόημα. Θα έβλεπε η γιαγιά τον Πλιάτσικα ή τον Μικρούτσικο που τραγουδάει εναντίον τους και θα καταλάβαινε πόσο λερωμένα είναι τα χέρια που κουβαλάνε τα ψώνια της, πίστευες. Λανθασμένα, βέβαια. Όπως και να' χει, ο καιρός ήταν ωραίος, πολλά τα συγκροτήματα που παίξανε δωρεάν, πολλοί οι σύλλογοι που έδιναν το παρόν, πολλές διαφορετικές κονκάρδες έβλεπες,αυτοκόλλητα, φίλοι που ψάρευες στο πλήθος- μεγάλη και η ουρά στις τουαλέτες των McDonalds, ακόμη. Πάνω από όλα, ωραία ήταν η ατμόσφαιρα. Κοιτούσες γύρω σου, τα τόσα διαφορετικά χαμόγελα και έλεγες: κοίτα ρε φίλε, δεν είναι όλα τόσο σάπια τελικά, κοίτα πόσες διαφορετικές φάτσες, διαφορετικά μαλλιά και ντυσίματα βλέπω, εδώ, γύρω μου, κι όλοι αυτοί, από την πλευρά του ο καθένας, έστω σε κάτι συμφωνούν: πως δεν θέλουν να τους επιβάλλεται η διαφωνία.

Περίπου. Το βραδάκι είπαμε με την παρέα να κάτσουμε σπίτια μας, να ασχοληθεί ο καθένας με τις δουλειές του. Τελικά, κάποιοι βγήκαν κατά τις 11-12 για μία μπύρα στη πλατεία. Μαζεύτηκαν και οι υπόλοιποι, με πήραν και εμένα.
«Δεν πάμε για κανένα σουβλάκι;»
«Δεν ξέρω μωρέ, έχω κάτι που θέλω να τελειώσω...»
«Έλα ρε, ξεκόλλα, το κάνεις αύριο».
«Μπα, ρε».
«Καλά».
Μέσα σε ένα λεπτό, τους έχω καλέσει εγώ.
«Μωρέ, πάμε για κανά σουβλάκι λέτε; Ψήνεστε;»
«Τελείωνε, κατέβα».
Μπήκα στο αμάξι που ήταν οι υπόλοιποι. Είχε αποφασιστεί να πάμε Πανόρμου για τα σουβλάκια, να κάνουμε και τη βόλτα μας. Παρκάραμε, καλό κλίμα και πάλι, ευχάριστη ατμόσφαιρα, προχωράμε προς το σουβλατζίδικο, γεμάτα όλα τα στενάκια, γεμάτη κόσμο και η κεντρική. Καθόμαστε έξω από το σουβλατζίδικο. Είμαστε πέντε, μερικοί πάνε να φέρουν τα σουβλάκια, οι άλλοι μένουμε έξω.
Περνάει ένα παλικάρι μόνο του, γυρνάει στον ένα φίλο που καθόμαστε μαζί, «δεν μου αρέσει το φούτερ σου» ή κάτι τέτοιο σχετικό του κάνει, χαμογελώντας όμως και συνεχίζει το δρόμο του. «Πες τα ρε φίλε», του λέω εγώ, «τον κράζουμε και μεις, να πούμε, μα είναι δυνατόν;». Το φούτερ του φίλου όντως ήταν για κλάματα: γυαλιστερό κόκκινο, πιο πολύ προς το ροζ. Αλλά, πραγματικά, με πολλή γυαλάδα. Τον έχουμε δουλέψει και μεις άπειρες φορές, αλλά αυτός επιμένει να το φοράει. Το παλικάρι φεύγει και μεις δουλεύουμε τον φίλο- έχουν έρθει και οι υπόλοιποι, τους το λέμε, τον δουλεύουν και αυτοί.
Σε μια φάση φεύγουν οι τρεις της παρέας, με τα σουβλάκια στα χέρια ακόμη, να πάνε να δούνε τι μουσική παίζει ένα μαγαζί εκεί κοντά. Όπως στρίβουν στο στενάκι, εγώ και ο άλλος που καθόμαστε ακόμα στο πεζούλι, βλέπουμε να περνάν απ το φανάρι προς το σημείο που είχαν πάει οι φίλοι μας: ένας, δύο, τέσσερις, πέντε, έξι- κάπου εκεί, τέλος πάντων, δεν ξέρω πόσοι ακριβώς.
Πλησιάζουν τους δικούς μας, γυρνάνε αυτοί, οι άλλοι έχουν έρθει πολύ κοντά τους, κάτι λένε. Πολύς κόσμος πάει και έρχεται γύρω τους, χαρούμενες φωνές, το στενάκι αυτό έχει και μερικά ωραία ταβερνάκια, εκτός των άλλων. «Λες να γίνει καμία βλακεία από το πουθενά;», λέμε εμείς. Οι τύποι έμοιαζαν μυστήριοι. Και πάμε προς τα κει, με τα σουβλάκια μας στα χέρια.
Όταν πλησιάζουμε, ακούω τον ένα φίλο να λέει «και εγώ βάζελος είμαι, παιδιά». Τρώει ένα μπουκέτο από τον τύπο που είναι απέναντι του- «παναθηναϊκός θα λες» του λέει. Γενικά οξύθυμος ο φίλος μου, συνήθως αντιδράει ενστικτωδώς, αλλά κουνάει το κεφάλι και συμφωνεί, «δίκιο έχεις», του λέει. Δύο άλλοι έχουν πιάσει τον φίλο μου με το κόκκινο-ροζ φούτερ, βάζουν τα χέρια στις τσέπες και προσπαθούν να του πάρουν το κινητό, τον έχουν κολλήσει σχεδόν στον τοίχο. Ακούγονται τα «από που είστε, παιδιά;», «τι ομάδα είστε, παιδιά;» από την μία και μεις να λέμε «παιδιά, δεν έχουμε σχέση με γηπεδικά, ένα σουβλάκι ήρθαμε να φάμε». Αυτό το «ένα σουβλάκι ήρθαμε να φάμε» σε όλες τις διαφορετικές αποχρώσεις τονισμού, ούτε που μπορώ να θυμηθώ πόσες φορές το επαναλάβαμε στη συνέχεια.
Πριν το καταλάβω, γύρω μου έχει ξεκινήσει το νταβαντούρι. Βλέπω κλωτσιές και μπουνιές να πέφτουν, δίνω κάποιες, τρώω μπόλικες, βλέπω τα χέρια των άλλων να αρπάζουν τις καρέκλες και τα τραπεζάκια των μαγαζιών- μεταλλικά αυτά. Κάπως τους αποκρούουμε, το «παιδιά, δεν είμαστε γηπεδικοί, για ένα σουβλάκι ήρθαμε», παίζει από πίσω σαν μουσική συνοδεία μαζί με πράγματα που σπάνε, βλέπω τον έναν φίλο μου να τρώει μια καρέκλα κατευθείαν στο πρόσωπο, κι άλλα χέρια να σκύβουν πάνω από καρέκλες: οι «απέναντι» μας τις αρπάζουν για να μας χτυπήσουν, οι μαγαζάτορες από την άλλη- με εξαιρετική ψυχραιμία- απλώς πασχίζουν να σώσουν όση από τη πραμάτεια τους γίνεται και να τη χώσουν στο εσωτερικό του μαγαζιού.
Αυτό ήταν και το πιο εντυπωσιακό της υπόθεσης: το πως οι μαγαζάτορες με τελείως μηχανικές κινήσεις, κοίταζαν να γλιτώσουν το τασάκι από το τραπέζι που επρόκειτο να εκτοξευθεί ή πως κοιτούσαν το όλο σκηνικό δίχως ούτε μια έκφραση στο πρόσωπο τους- σε απόλυτη ηρεμία τα χαρακτηριστικά, ούτε ένας μορφασμός.
Κατά τα άλλα, το ξύλο έδινε και έπαιρνε ή, σωστότερα, το έδιναν και το παίρναμε, μάλλον. Αντέξαμε για λίγο, εκείνοι να πετάνε καρέκλες και τραπέζια ή να βαράνε κανονικά, εμείς να αποκρούουμε με τα χέρια όπως μπορούμε, γιατί ούτε που μπήκαμε στη διαδικασία να «οπλιστούμε» έτσι και μακάρι να μην το κάνουμε ποτέ. «Ρε παιδιά, δεν είμαστε γηπεδικοί», να λέμε, αφού ανάμεσα μας έβρισκες όλε τις ομάδες- αυτό είναι ένα ακόμη ωραίο. Τρέχει ο ένας φίλος μας, τον κυνηγάνε δύο-τρεις, τρέχει και ο άλλος, τρώει μία, παραπατάει, γλιτώνει, κάπου χάνονται, μένουμε οι τρεις, μένουν και αυτοί λιγότεροι. Νομίζω.
Σε κάποια φάση σταματάει το όλο πράγμα, ηρεμεί κάπως. Ζευγάρια προχωρούν να πιούνε το ποτό τους σε κάποιο μαγαζάκι, οι μαγαζάτορες παραμένουν αμέτοχοι. Μας κοιτάνε με μία απελπιστική ψυχραιμία, λες και περιμένουν απλώς να τους αδειάσουμε τη γωνιά, να στρώσουν πάλι το τραπέζι- να βάλουν πάνω και τα τασάκια που γλίτωσαν. Εμείς επαναλαμβάνουμε τα ίδια σε όποιον έχει όρεξη να μας ακούσει, ενώ ξέρουμε ήδη πως το σουβλάκι μας έχει βγει ξινό. Ένας από εκείνους με πλησιάζει «έλα ρε, έλα να μιλήσουμε», μου κάνει. Δεν λέει να αφήσει την καρέκλα από τα χέρια του, όμως. «Δεν έχουμε τίποτα να πούμε», λέω εγώ, όπως οι κοπελίτσες στις ρομαντικές ταινίες.
Τα ωραία της υπόθεσης, όπως είχε διαμορφωθεί, ήταν τα εξής. Πρώτον, δεν είχαμε ιδέα ποιοι ήταν οι άλλοι, πως δηλαδή έμοιαζαν εμφανισιακά ακριβώς, ούτε πόσοι ακριβώς ήταν. Κάθε φορά που κάποιος πέρναγε, στις λίγες στιγμές ηρεμίας που ήρθανε, αναρωτιόμασταν: τώρα αυτός έρχεται να μας πλακώσει ή πάει να πιει κανένα ποτάκι; Με τον επόμενο τα ίδια, και ούτω καθεξής. Άγχος- δεν είναι κατάσταση αυτή. Και όντως, κάποιοι μας προσπερνούσαν, κάποιοι πάλι έρχονταν κατά πάνω μας. Δεύτερον, τι να είχαν απογίνει οι άλλοι φίλοι μας; Τους κυνήγησαν, τους πιάσανε, χάθηκαν; Τρίτον, πως σκατά θα φύγουμε από εδώ, αφού από την μία ο ένας που έχει το αμάξι λείπει και, από την άλλη, οι «απέναντι» θέλουν να μας ρίξουν μερικές ακόμη;
Σε μία φάση, ο τρίτος από όσους είχαμε μείνει είχε πάει λίγο πιο κει και μιλούσε με κάτι ταξιτζήδες- προσπαθούσε να εξηγήσει τι συμβαίνει. Σκάνε τότε δυο τρεις άλλοι, που μέχρι τότε δεν είχαμε ξαναδεί. Η εικόνα, όπως τη ζούσαμε, μας έκανε να θυμηθούμε τα παιχνίδια: στο πρώτο κύμα τα βάζεις με τον καλό, στο δεύτερο με το καλύτερο, στο τρίτο έχεις μπλέξει για τα καλά, και πάει λέγοντας. Τα παιδιά ήταν νταγλάρια, πραγματικά. Και άλλους δέκα να είχαμε μαζί μας, καλά δεν θα τους κάναμε με τίποτα. Ξεπροβάλλουν από τον κεντρικό, έρχονται προς το μέρος μας, «ωχ μάλλον αυτοί δεν πάνε για ποτάκι», λέμε, πλησιάζουν, κάπως πάμε να αμυνθούμε εμείς οι δύο που έχουμε μείνει, τρώμε κανα-δυο καλές σε λίγα δευτερόλεπτα, μπαμ κάτω, σε ένα σκαλί ο καθένας- ο ένας πάνω από τον άλλον, ξάπλα. Και τα τούμπανα από πάνω μας, να βαράνε με μπουνιές, κλωτσιές, γονατιές, να αμυνόμαστε εμείς, να γλιτώνουμε τη μία και να τρώμε την άλλη πιο γεμάτα και απλά να περιμένουμε πότε θα βαρεθούν να μας χτυπάνε. Και πάντα να σκεφτόμαστε- εγώ τουλάχιστον σίγουρα: να έχουν στρώσει άραγε ήδη τα τραπεζάκια οι μαγαζάτορες;
Εν τέλει, φάγαμε καλά. Μείναμε στα σκαλιά εκείνα για κάμποση ώρα, με τους άλλους από πάνω μας να δίνουν πόνο, ενώ ο κόσμος χάζευε το θέαμα. Όταν ήρθε ο φίλος μας με μερικούς περαστικούς που φιλοτιμήθηκαν να γλιτώσουν τους καημένους- εμάς- από το τζάμπα ξύλο, οι άλλοι άρχισαν να αποχωρούν. Και σε εκείνη τη στιγμή, εκεί, στο τελευταίο δευτερόλεπτο, από όλη τη βραδιά που είχε ξεφύγει χωρίς λόγο, το παιδί εκείνο που προσπαθούσε να με πείσει να συζητήσουμε με την καρέκλα παραμάσχαλα, με μάτια που δεν έπαψαν στιγμή να είναι τρελαμένα, βρήκε να κάνει και το χειρότερο της βραδιάς: αρπάζει ένα τασάκι, το πετάει στον φίλο μου που μόλις έχει αρχίσει και σηκώνεται και αυτός. Το τασάκι πιάνει πρόσωπο- αίματα. Και φεύγει το παιδί, φεύγουν και οι άλλοι, ενώ το πρόσωπο του φίλου μου γεμίζει με τα αίματα και οι μαγαζάτορες, που πριν μέναν αμέτοχοι, διστάζουν ως και ασθενοφόρο να καλέσουν, παρά τις φωνές μας.
Το ασθενοφόρο ήρθε, δυο ασφαλίτες μας θυμήθηκαν και θέλησαν να μάθουν τα στοιχεία μας, πριν επιβιβαστούμε. Όπως τους τα δώσαμε, τα άκουσαν καμία πενηνταριά άτομα. Οι ασφαλίτες λογικά θα πήγαν να συνεχίσουν την έξοδο τους- κει γύρω είναι και η ΓΑΔΑ, άλλωστε, έτσι εξηγείται η άμεση βοήθεια και δράση που (δεν) έφτασε ποτέ- και μεις πήγαμε στο νοσοκομείο να συνεχίσουμε τη δικιά μας. Αργότερα, μάθαμε πως το σκηνικό είχε καταγραφεί ως «συμπλοκή οπαδών». Υποθέτω πως θα τους βόλευε καλύτερα, να κλείσει εκεί η υπόθεση αλλά εμείς δεν είπαμε τίποτα τέτοιο. Μεταξύ μας είχαμε οπαδό του Παναθηναϊκού, που έφαγε και κείνος ξύλο και, αν στο σύνολο μας δεχθήκαμε την επίθεση ως Ολυμπιακοί, για κείνο το χαζοφούτερ, οι περισσότεροι από εμάς άλλη ομάδα υποστηρίζαμε. Όχι γηπεδικά, όμως. Όταν μιλάγαμε για ομάδες, μιλάγαμε για μπάλα- για ωραία γκολ, για δυνατά μαρκαρίσματα και ποδιές- όχι για ξυλίκια σε τυχαίους.
Δεν έχω θέμα που φάγαμε ξύλο από το πουθενά ενώ εμείς σουβλάκι λιγουρευόμασταν. Δεν είναι κάτι πρωτότυπο, άλλωστε. Συμβαίνουν παντού. Και σαν κάνει το λάθος κανένας, να θέσει την ερώτηση «γιατί σε μένα;», η μόνη σωστή απάντηση είναι: «γιατί όχι;». Αυτά συμβαίνουν, αφού είναι γεγονός πως συμβαίνουν, γιατί να τυχαίνουν στους άλλους και όχι σε σένα; 
Ούτε το ξύλο το φάγαμε από «οπαδούς του Παναθηναϊκού». Το φάγαμε από μερικά παιδιά, που έτυχε να είναι οπαδοί του Παναθηναϊκού, ας πούμε. Άλλες φορές τυχαίνει να είναι άλλης ομάδας, αλλιώς η περίσταση άλλοτε, άλλοι να δέρνονται, κλπ. Ευτυχώς, δεν το συνεχίσαμε και μεις, αν και καλοθελητές που θέλουν να δώσουν και κείνοι ξύλο με τη μεριά τους, πάντα βρίσκονται. Η φάση, όμως, που γυρνάς το πρωί στο σπίτι σου με αίματα και σε βλέπει η μάνα σου, είναι κάτι που πρέπει να ζήσουν όσο το δυνατόν λιγότερες μανάδες. Οκέη, τα παιδιά μας χάλασαν το βράδυ και τα λοιπά χωρίς λόγο- οι μανάδες τους όμως, αν και καλά απαντούσαμε, τι μας φταίγανε να βιώσουν το ίδιο; Η λύση για μία μάνα που βλέπει το παιδί της να γυρνάει μες στα αίματα, δεν είναι να βάλεις δίπλα της ακόμη μία, που βλέπει το παιδί της να γυρνάει μες στα αίματα. Αυτό είναι πάνω από όλα.
Μου έχει τύχει να περπατήσω δίπλα στο Καραϊσκάκη μέρα μεσημέρι- ευτυχώς, καλοκαιριάτικα, οπότε με λιγότερο κόσμο- με πράσινη μπλούζα Adidas, εκείνη με τις ρίγες- έτσι είχα ξεμείνει. Και κει με κοίταγαν στραβά, τι τρέχει ρε παιδιά λέω, κοιτάω τα μανίκια μου, καταλαβαίνω. Άντε να εξηγήσεις πως δεν είσαι ελέφαντας. Θα είχε τη δική του φάση, βέβαια, να έχω φάει ξύλο από Παναθηναϊκούς ως Ολυμπιακός και από Ολυμπιακούς ως Παναθηναϊκος, λογικά κάποιο βραβείο γκαντεμιάς θα εξασφάλιζα.
Όπως και να' χει, το ζήτημα είναι παντού. Σε κάθε γειτονιά, μία ομάδα επιτρέπεται. Σε κάθε γειτονιά, καλύτερα να μη φοράς μπλούζες άλλων χρωμάτων. Στη γειτονιά μου κυνηγούν οπαδούς της μίας ομάδας, στη δική σου της άλλης, στο χωριό μου της τάδε, στο εξοχικό σου της άλλης. Πας να γκουγκλάρεις «επεισόδια γήπεδο» και βρίσκεις ένα κάρο αποτελέσματα, καινούρια κάθε μήνα.
Και η γενιά μας, που στους κακοδιατηρημένους δρόμους και τα μελαγχολικά στενάκια με τις κόκκινες σταγόνες στην άσφαλτο, τα παιδιά της σφάζουν και σφάζονται, για πολιτική, για ομάδες ή απλώς από ανία, ίσως να είναι και η τελευταία που φταίει. Έτσι τα βρήκε, σε αυτές τις συνθήκες ρίζωσε. «Γιατί όχι;», είπε. Πόσα «γιατί όχι;» της έχουν παραδοθεί; Πόσοι λόγοι να έχει κανείς οργή, μανία και νεύρα- και νεύρα οργή και μανία, καθημερινά; Αν συγκρίνεις τις ειδήσεις μας, με μίας άλλης χώρας, θα πάθεις κατάθλιψη. Τα όσα αλλού θα ήταν στα πρωτοσέλιδα, εδώ είναι καθημερινότητα. Τα έχουμε συνηθίσει από καιρό, μας έγιναν κανονικότητα, και μέσα σε αυτά βυθιζόμαστε και μεις.
Ούτε ο φίλος μου έχει θέμα, που το βράδυ εκείνο τελικά, η μάνα του τον είδε να γυρνάει στο σπίτι του στις 8 το πρωί, με το μάτι του δεμένο δέκα γύρους, μες στα αίματα. Που δεν το έχασε «για λίγα χιλιοστά», όπως είπαν οι γιατροί. Που αναγκάστηκε να μείνει εβδομάδες στο κρεβάτι, άπραγος και κλεισμένος στο σπίτι, από το πουθενά. Που αναγκάστηκε να αφήσει πίσω τη σχολή στην οποία φοιτεί, στην οποία ούτε εγώ ούτε τα παιδιά που το το έκαναν αυτό θα μπαίναμε ποτέ μας, και που για να τη βγάλεις πρέπει να φτύσεις αίμα, πιο επώδυνα. Που οι γιατροί του απαγόρευσαν να κάνει την οποιαδήποτε κίνηση για έξι μήνες και για πολύ καιρό αργότερα είχε υποτροπές. Και που, όπως όλων μας- σε κάποιους μάλιστα από εμάς περισσότερο- η ψυχολογία του πήγε περίπατο τους μήνες εκείνους- λες και δεν έχουμε αρκετά προβλήματα στις ζωές μας, να ξοδέψουμε την ώρα μας.
Τόσες ντουζίνες μήνες μετά, το σκηνικό ανήκει για τα καλά στο παρελθόν, όπως και το ποδόσφαιρο για μένα. Όχι λόγω του ξύλου, ωστόσο. Αυτές τις ημέρες ήταν ο τελικός Κυπέλλου και ούτε που ήξερα ποιες ομάδες παίζουν, ενώ μέχρι πριν λίγα χρόνια ήξερα την 18άδα των ομάδων της Γ' εθνικής, και γιατί δεν παίζουν οι υπόλοιποι. Οι προεδράρες, με τις εταιριάρες, τις κοτεράρες, τις κοκάρες, τις ομαδάρες και τις μεταγγραφάρες τους, ας διασφαλίσουν από αλλού χρήματα, δύναμη και συγκατάθεση. Γιατί, όσο οι μαριονέτες στριμωχνόμαστε, να χωρέσουμε όλοι στην σκηνή, κακό να κάνουμε ο ένα στον άλλον, τόσο οι τυπάκοι εκεί πάνω μόνο να χαμογελάνε μπορούν- δεν χρειάζεται καν να κουνάνε τα χέρια τους ,πλέον, βλέπουν.
Και αυτό το κείμενο, εν τέλει, δεν ξέρω γιατί το έγραψα. Ίσως για να τα βγάλω από μέσα μου, να δω πως θα μου βγουν σε κείμενο. Μάλλον, για να διηγηθώ το τι απέγιναν οι δύο άλλοι, τη στιγμή εκείνη που έφυγαν από το νταβαντούρι. Το πως ο ένας, κατέληξε να κρύβεται στον διάδρομο ορόφου μιας πολυκατοικίας, και μες στον φόβο του και την αδρεναλίνη της στιγμής, πως ξεπρόβαλαν δύο αστυνομικοί, «πέσε κάτω, ρε αρχ**ι!", του φώναξαν και του φόρεσαν χειροπέδες. Τον είχαν πάρει για διαρρήκτη ή κάτι τέτοιο, τον συλλάβανε και τον πήρανε στο τμήμα. Τον μάζεψε από εκεί αργότερα ο άλλος φίλος, που η βραδιά του ήταν λιγότερο επεισοδιακή και μαζί μας βρήκαν στο νοσοκομείο. Σίγουρα, λοιπόν, σκοπός ήταν να φτάσει- αν φτάσει- η ιστορία και στα παιδιά που μας πλακώσανε, να έχουν κάτι και κείνοι να γελάνε από εκείνο το βράδυ, όπως έχουμε και εμείς.
Ακόμη, να τους ευχηθώ να μη χρειαστεί ποτέ να αντικρίσει η μάνα τους, τη στιγμή που γυρνάνε στο σπίτι με αίματα. Ούτε εκείνοι, ούτε όσους θεωρούν «απέναντι», ούτε όσοι θεωρούν εκείνους «απέναντι». Και σίγουρα, να τους πω πως ο φίλος που για λίγο να χάσει το μάτι του, έχοντας ένα κάρο άλλα εμπόδια να αντιμετωπίσει, που ούτε θα μπορούσαν να φανταστούν εκείνοι εκείνη τη βραδιά μάλλον, τα καταφέρνει μια χαρά. Και συνεχίζει να έχει όμορφα πράγματα μέσα του, εξακολουθεί να προσπαθεί και να ελπίζει και να πράττει για όλους- και για εκείνους που για λίγο να του στερήσουν το μάτι του, και σίγουρα του στέρησαν μερικούς μήνες, μαζί.
Οι άλλοι δύο τα καταφέρνουν μια χαρά και χτίζουν μόνοι το δρόμο τους. Δουλεύουν όλη μέρα, αποδίδουν με τα χίλια και πληρώνονται το μήνα όσα ένα ζευγάρι Ρώσων αφήνει για δύο μέρες διακοπών. Ο συλληφθείς περιμένει να ξεμπερδέψει με τις παθογένειες του στρατού, κοντεύει. Και εγώ; Ε, εγώ έγραψα αυτό το κείμενο.
Στο ίδιο καζάνι βράζουμε παιδιά, χρώμα που γλιτώνει εδώ κάτω δεν υπάρχει.

7η «Αθαμάνιος Διαδρομή - Δρόμοι του Βασιλιά Αθάμα», το Σάββατο 8 Αυγούστου 2015



O Δήμος Κεντρικών Τζουμέρκων του Νομού Άρτας, η Ένωση Συλλόγων και Αδελφοτήτων του πρώην Δήμου Αθαμανίας, σε συνεργασία με τον Εκπολιτιστικό Σύλλογο Αθαμανίου «ο ΑΘΑΜΑΣ» και τον Εκπολιτιστικό Σύλλογο Τετρακωμιτών Άρτας «η ΜΗΓΕΡΗ», διοργανώνουν τον 7ο αγώνα δρόμου «Αθαμάνιος Διαδρομή - Δρόμοι του Βασιλιά Αθάμα», ο οποίος φέτος θα διεξαχθεί με αφετηρία το Τετράκωμο και τερματισμό στο Αθαμάνιο. 

Το πρόγραμμα έχει ως εξής:
Αγώνες Δρόμου
. Σάββατο 8 Αυγούστου 2015 και ώρα 17: 30 - Περιπατητική Διαδρομή
. Σάββατο 8 Αυγούστου 2015 και ώρα 18:00 - Αγώνας Δρόμου
. Πέμπτη 13 Αυγούστου 2015 και ώρα 17: 30 - Παιδικοί Αγώνες Δρόμου στο Αθαμάνιο
Σημειώνεται ότι:
 . Η συμμετοχή είναι ελεύθερη για όλους και η εγγραφή δωρεάν.
. Δηλώσεις θα γίνονται την ημέρα του αγώνα στην πλατεία του Τετρακώμου 2 ώρες πριν την έναρξή του.
. Δεν θα καλυφθούν έξοδα μετακίνησης ή διαμονής.


Αναλυτικότερα, 
Αγώνας Δρόμου - Αθαμάνιος Διαδρομή
Ο αγώνας δρόμου διεξάγεται σε μια πανέμορφη διαδρομή μέσα στην άγρια φύση των Τζουμέρκων, προσφέροντας σε πολλά σημεία μια ανεπανάληπτη θέα. Το μεγαλύτερο μέρος της διαδρομής εκτείνεται σε δάσος από έλατα, καρυδιές και καστανιές και πραγματοποιείται υπό άριστες κλιματικές συνθήκες για την εποχή, διευκολύνοντας την προσπάθεια των αθλητών. Σημειώνεται ότι η διαδρομή είναι ασφαλτοστρωμένη, σε όλο το μήκος της.
Η εκκίνηση του αγώνα θα δοθεί το Σάββατο 8 Αυγούστου στις 18:00, στην πλατεία του Τετρακώμου (υψόμετρο 885 μ.). Οι δρομείς αφού καλύψουν τη διαδρομή των 12,2 χλμ. θα τερματίσουν στην πλατεία του Αθαμανίου (υψόμετρο 756 μ.) ενώ το μέγιστο υψόμετρο κατά τη διάρκεια του αγώνα είναι 1051 μ.

Υψομετρική απεικόνιση διαδρομής
 Για την ενίσχυση του αγώνα των αθλητών θα υπάρχουν σταθμοί ανεφοδιασμού ανά 4 χλμ. και στο τέλος της διαδρομής. Θα παρέχονται νερά και ισοτονικά ποτά. Τα ισοτονικά ποτά θα παρέχονται στο δεύτερο σταθμό ανεφοδιασμού.
Δικαίωμα συμμετοχής έχουν όσοι έχουν συμπληρώσει το 15ο έτος της ηλικίας τους και έχουν υποβληθεί σε πρόσφατες ιατρικές εξετάσεις. Οι αθλητές τρέχουν με δική τους ευθύνη.

Όσον, αφορά την απονομή επάθλων και αναμνηστικών:
 . Κύπελλα θα δοθούν στους 3 πρώτους - ες της γενικής κατηγορίας.
. Μετάλλια θα δοθούν χρυσό-αργυρό- χάλκινο στους 3 πρώτους-πρώτες κάθε κατηγορίας.
. Για όλους όσους τερματίσουν προβλέπονται αναμνηστικά μετάλλια και διπλώματα.
Προσοχή! Για να γίνει απονομή σε κάποια ηλικιακή κατηγορία θα πρέπει να υπάρχουν τουλάχιστον 5 τερματίσαντες. Σε αντίθετη περίπτωση θα γίνεται συγχώνευση με την επόμενη ηλικιακή κατηγορία.

Μετά το πέρας του αγώνα, θα ακολουθήσει στην κεντρική πλατεία του Αθαμανίου φαγητό με τοπικά παραδοσιακά εδέσματα. Κάθε αθλητής με το νούμερο συμμετοχής του, μπαίνει ταυτόχρονα σε κλήρωση για δώρα, προσφορά της διοργάνωσης.

Η μετακίνηση των αθλητών και των περιπατητών από το Αθαμάνιο προς το Τετράκωμο, μετά τη λήξη του αγώνα, θα πραγματοποιηθεί με λεωφορείο, που προσφέρεται από τη διοργάνωση. Επίσης, στις 16:30μμ θα υπάρχει λεωφορείο από το Αθαμάνιο, για τη μεταφορά των αθλητών και των περιπατητών στο Τετράκωμο για τις εγγραφές και για την επιστροφή τους.


Περιπατητική Διαδρομή
Τη διαδρομή ή μέρος της διαδρομής μπορούν όσοι θέλουν να την καλύψουν περπατώντας ξεκινώντας 30 λεπτά νωρίτερα από την κανονική εκκίνηση του αγώνα. Όλοι οι περιπατητές θα δηλωθούν ξεχωριστά πριν την εκκίνηση, θα έχουν νούμερο συμμετοχής, δεν θα συμπεριληφθούν στην κατάταξη, ωστόσο θα πάρουν μετά τον τερματισμό τους μετάλλιο και αναμνηστικό δίπλωμα συμμετοχής.

Αγώνας για παιδιά
Στην Τοπική Κοινότητα Αθαμανίου, την Πέμπτη 13 Αυγούστου 2015 και ώρα 5:30 μμ θα διεξαχθεί στην κεντρική οδό του χωριού αγώνας δρόμου για μαθητές και μαθήτριες δημοτικού και γυμνασίου.
Οι αποστάσεις θα είναι: 400 μ. για μαθητές και μαθήτριες Α, Β και Γ΄ Δημοτικού, 800 μ. για μαθητές και μαθήτριες Δ΄, Ε΄ και ΣΤ΄ Δημοτικού και 1200 μ. για μαθητές και μαθήτριες Α΄, Β΄ και Γ΄ Γυμνασίου.
Θα απονεμηθούν κύπελλα στους πρώτους-πρώτες κάθε κατηγορίας και μετάλλια στους τρείς πρώτους-πρώτες κάθε κατηγορίας. Επίσης θα δοθούν μετάλλια και αναμνηστικά διπλώματα σε όλους τους συμμετέχοντες.
Οι δηλώσεις συμμετοχής θα γίνονται στον αύλειο χώρο του Ναού Αγίου Νικολάου (επί της κεντρικής οδού) της Τ.Κ Αθαμανίου από τις 4:00 μ.μ. έως τις 5:00 μ.μ.
Προσοχή! Όλοι οι μαθητές και οι μαθήτριες συμμετέχουν με ευθύνη των γονέων-κηδεμόνων τους και ύστερα από την υπογραφή σχετικής υπεύθυνης δήλωσης που θα συμπληρώνεται και θα υπογράφεται από τους γονείς-κηδεμόνες πριν από την έναρξη του αγώνα.

Πληροφορίες 
Για περισσότερες πληροφορίες:
 Κιν: 6972260997, κος Κώστας Κοτσιάνης (Γυμναστής) 
Κιν: 6972507535, κος Ηλίας Γεωργιάδης (Γυμναστής) 
 e-mail: athamas2012@gmail.com

Διαμονή
Αθαμάνιο 
«Αθάμας» Τριάντου Ειρήνη: 697334945, 6973854283, 2685024122, 2685024588
«Αρχοντικό Σαράι» Βερλέκη Ρούλα: 6938306871, 2685024001
«Ελατοφίλητο» Φώτης Κίμων: 2685022979, 2685024555
«Η Αθαμανία» Κανής Δημήτριος: 6972407275, 2685022164
 Βουργαρέλι 
«Αρχοντικό Βίλα Σοφία» Κατσιαούνος Αριστοτέλης: 6977192199, 2685022713
«Γαλήνη» Λύτρας Χρήστος: 2685022135, 2685022380, 2685024580
«Όνειρο» Γιάννος Παντελής: 6976061352, 2685022259
«Πάνθωρον» Καραβασίλη Σταυρούλα: 6972425591, 2685022250-1
Κυψέλη 
Καραλής Α: 6976347080, 2685071390 «Ξενώνας Κυψέλη»: 6972445322, 2685071100