Παρασκευή 2 Οκτωβρίου 2020

«Βούλα, τα κάρνα να ξεματιάσουμε τα παιδιά…»


http://im.ziffdavisinternational.com/askmen_gr/photo/default/karvouna_qq5n.jpg

Γράφει ο Χρήστος A. Τούμπουρος

«Φτύστο μωρ’ νύφ’, να μην πάρ’ από μάτ’ το παιδί».

Αυτή την εντολή έδινε η πεθερά στη νύφη. Να φτύσει το παιδί της, μην το ματιάσει κάποιος «κακόβουλος» ή «κακορίζικος», «τι, το δ’κό μας το παιδί είναι καρποστάλ’ και κινδυνεύει από μάτ’». Παράλληλα, όμως, λειτουργούσε και το γκόλφ’. Όλα τα παιδιά, σε καθημερινή βάση, φόραγαν το γκολφάκι τους. Συνήθως ήταν ένα πανάκι καλοραμμένο, σε σχήμα τριγώνου ή ορθογωνίου, με μια «παραμάνα» καλοπιασμένο σε κάποιο εσώρουχο ή και δεμένο με κορδονάκι ή σπάγκο και κρεμασμένο στο λαιμό. Περιείχε, και τι δεν περιείχε. Θυμίαμα από το «εξαιρέτως», κάτι από εγκαίνια εκκλησίας, νομίσματα από πεθαμένους, χάντρες και κομπολόγια. Αυτά ήταν τα απλά, γιατί άμα είχαν εκδηλωθεί τα συμπτώματα του ματιάσματος, όπως συνέβαινε πάντοτε ελόγου μου, που ήμουν μόνιμα «ματιασμένος», μού έραβε η γιαγιά μου στο σώβρακο, άλλου είδους γκόλφι. Περιείχε μέσα ολόκληρη σκλήθρα από σκόρδο. Κι αυτά τα ρημάδια, όταν ειδικά έτρεχα, βαρούσαν, ντάγκα ντούγκα-ντάγκα ντούγκα, με απρόβλεπτες συνέπειες. Μια φορά έπεσα. Ματζιάστηκαν τα σκόρδα και καταβρόμισε όλη η αίθουσα στο σχολείο. 

Άλλη φορά που είχα πυρετό, ε τι πανηγύρ’ έγινε στο σπίτ’. Τι άκουσε η μάνα μου δεν μολογιέται. «Ποιο παιδί μωρ’ θα πας στο γιατρό. Αυτό είναι τρομπούκ’, δεν το βλέπ’ς; Να το ξεματιάσουμε. Το ‘φαγε εκείν’ η σακαφλιόρα, η παλιοσουλτούκου που ήρθε στο σπίτ’ προχτές. Α, πα, πα. Δεν νογάς τίποτε. Λάρωσε είπα. Βάλε τ’ν πυροστιά να βράσουμε το νερό». 

Και έβραζαν το νερό και έκανε και φακιρικά η γιαγιά και έριχναν μέσα ματζούνια και παλαμωνίδες και με ζεμάταγαν από πάνω ως κάτω, με ξεφωλτάκιαζαν. Κι όσο διαρκούσε η, ας την πούμε, τελετή έλεγε η γιαγιά και κάτι ακαταλαβίστικα, ξέρω εγώ τι έλεγε…, δεν τα μάθαινε όποιος κι όποιος. …Εγώ, φυσικά, ήμουν ανεπίδεκτος μαθήσεως. 

Τα ίδια γίνονταν σ’ όλα τα σπίτια. Κυρίαρχος η γιαγιά, που έδινε εντολές για την περιποίηση των παιδιών. Ούτε κουβέντα. Η γιαγιά, ειδική σε όλα. 

http://i.ytimg.com/vi/_ibbk-a00vs/hqdefault.jpg


Η θεια Αθηνούλα, μια ατόφια Τζουμερκιώτισσα ήσυχη και ήρεμη σ’ όλα της. Μην της πειράξεις, όμως, τα εγγόνια. Κατακάηκες… 

Ως γνωστόν ένα από τα μεσημεριανά αθλήματα ήταν και το κολύμπι. Κρυφά κρυφά φεύγαμε από την πλατεία και «βουρ στο ποτάμι για μπλατσιάρισμα…». Τι κι αν μας φώναζαν οι μεγάλοι, ακόμα και ξύλο φάγαμε, εμείς εκεί. Στο ποτάμι…

Τη συγκεκριμένη ημέρα ήρθαν και τα δυο τα εγγόνια της. Και ο Τάκης και ο Κώστας. Πέρασε η ώρα και γυρίσανε στα σπίτια. Όλοι την είχαν υποψιαστεί τη δουλειά και μας περίμεναν…. Η κυρά Βούλα περίμενε με τη σκούπα. Άρχισε η ανάκριση. Πού ήσασταν, πώς και γιατί. Στην αρχή προέβαλαν και τα δύο σθεναρή αντίσταση. Δεν έβγαζαν μιλιά. Σφίγγες. Ρε καλέ μου, βρε χρυσέ μου. Τι θα σ’ δώκω γλυκό νερατζάκ’, τι θα τα πω στον πατέρα σου. Τίποτε ετούτα. Ίτςκρίσ’. Απόκαμε η Βούλα και ανέλαβε το έργο η γιαγιά η Αθηνούλα. Το έργο εμπεριείχε ένα είδος, ας το πούμε επιστημονικής ανάκρισης. Έδιωξε τη Βούλα κι άρχισε. 

-Εκεί που ήσασταν, σας είδε κανείς; Γιατί εξαρτάται ποιος σας είδε. Μπορεί να πάθετε και μεγάλη ζημιά, να σας πρηστούν τα αχαμνά και να πάτε χαμένα…

Μόλις άκουσαν και τα δυο αυτά τα λόγια, τους έπιασε σύγκρυο. 

-Γιαγιά, γιαγιά, για μπάνιο στο ποτάμ’ ήμασταν. Πέρασαν και μας είδαν κι αυτές οι χωριανές …. Τα ξεσπύρισε όλα ο Τάκης. 

Η γιαγιά δεν έβγαλε καμιά τανάλια να τα ξεδοντιάσει, αλλά έβαλε τις φωνές.

-Βούλα τα κάρνα, άναψε φωτιά και φτιάξε κάρνα να ξεματιάσουμε τα παιδιά. Α, πα, πα. Μάτι, κακό. Θα τα ζώσ’ τα παιδιά. Τι καρτεράς. Εδώ είσαι ακόμα;

Σαν ήθελε, ας έκανε κι αλλιώς η κυρά Βούλα. Άναψε φωτιά και έφτιαξε τα κάρνα. Και έφτιαξε και πολλά. 

Ξάπλωσαν τα μικρά γυμνά στο πάτωμα. Πήρε τη μασιά η γιαγιά Αθηνούλα, τη γέμισε με αναμμένα κάρβουνα, έβαλε και λιβάνι κι άρχισε να λιβανίζει από πάνω από τα παιδιά. 

«Οξ’ από δω, το μάτ’ , πέρα απ’ τα παιδιά, στο Καντσκάρ’ να πάει, στο Καναβοτόπ’ να κρυφτεί». 

Έλεγε, έλεγε και περιέφερε τη μασιά γεμάτη από αναμμένα κάρβουνα πάνω από το σώμα του Τάκη και του Κώστα. Ώσπου, δεν ξέρω γιατί τα ρημάδια κουνήθηκαν, και έπεσαν πάνω στο σώμα του Τάκη. Βέλαξε από τον πόνο. Η γιαγιά η Αθηνούλα δεν το έβαλε κάτω. Επαναλαμβάνεται είπε το ξεμάτιασμα γιατί δεν ολοκληρώθηκε. Όταν άκουσαν τα λόγια της ο Τάκης και ο Κώστας πετάχτηκαν σαν σερσέγγια και «από ‘δω παν’ οι άλλ’». Περιττό να πω πως ο Τάκης ακόμα τρέχει. Να πω όμως και τούτο: Ήταν ο πρώτος που είχε τατουάζ στο σώμα του και αυτό φυσικά δια χειρός της γιαγιάς Αθηνούλας…





Χρήστος A.Τούμπουρος


Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 2020

Έτσι είναι σήμερα το μπακάλικο του Ζήκου από τον «Μπακαλόγατο»


Η πρεμιέρα της ταινίας δόθηκε στις 7 Οκτωβρίου 1963 και κατά τη διαδρομή της στις κινηματογραφικές αίθουσες έκοψε 201.008 εισιτήρια.

Ο Μπακαλόγατος είναι μια από τις πιο αγαπημένες ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου και αυτή που ο Χατζηχρήστος θεωρούσε την καλύτερή του.
Πρόσφατα την είδαμε και στην έγχρωμη έκδοση της. Θα πάμε μια βόλτα μέχρι το Μεταξουργείο στο μπακάλικο που γυρίστηκε η ταινία που θα μας βάλει στο κλίμα της εποχής ή στο πνεύμα των στίχων «όλα τριγύρω αλλάζουνε κι όλα τα ίδια μένουν».
Σήμερα το μπακάλικο του Ζήκου ονομάζεται Ακροβάτης και είναι ένα μουσικό μεζεδοπωλείο και βρίσκεται στην περιοχή του Μεταξουργείου.


Το κτίριο όπου στήθηκε ο Ακροβάτης είναι του 1889.


 Έχει οκτάμετρες ξύλινες πόρτες, κάγκελα στα παράθυρα που στέλνουν κινούμενες σκιές στους πέτρινους τοίχους, ζωγραφιστά ταβάνια στη μια αίθουσα, πέτρινα σκαλοπάτια που οδηγούν στον κάτω χώρο.


Ο σοβάς στους τοίχους, χαρακτηριστικό της τότε εποχής, είχε αφαιρεθεί από τον ιδιοκτήτη.


Η πρώτη του χρήση ήταν σχολή χορού. Η μια αίθουσα, κάποια στιγμή της ιστορίας του έγινε ξυλουργείο, ενώ η άλλη, το γνωστό μπακάλικο της γειτονιάς «Οι χρυσές καρδιές».


Πέρασαν από εδώ ιερά τέρατα του παλιού ελληνικού κινηματογράφου για να πιούν ένα ουζάκι με δυο ελιές, λίγη μορταδέλα, μια φέτα ντομάτα.


Ο Ακροβάτης το 1937, όταν ήταν Χρυσές Καρδιές.


Δείτε το βίντεο



Κορφήνι .....το φαγητό που φτιάχνονταν από το πρωτόγαλο



Το πρωτόγαλα ειναι το θρεπτικό κίτρινο υγρό που παράγεται απο τα θηλαστικά ,
πρόβατα , κατσίκια κλπ ως τροφή για τα νεογέννητα και στις λίγες μέρες απο την γέννηση τους.
Επειδή στην αρχή τα νεογέννητα δεν το πίνουν όλο το γάλα οι τσοπαναραίοι άρμεγαν τα πρόβατα και έφτιαχναν το λεγόμενο κορφηνι που πραγματικά ήταν ενα εξαίσιο έδεσμα για όλη την οικογένεια.
Το πρωτόγαλα περιέχει όλα εκείνα τα απαραίτητα θρεπτικά συστατικά που βοηθούν στην οικοδόμηση ενός ισχυρού ανοσοποιητικού συστήματος για τον οργανισμό μας.
Θελω να ευχαριστήσω δημοσίως τον φίλο μου- συγχωριανό μου Νίκο Παλιούρα του Ευάγγελου που μου έφερε πρωτόγαλα και έφτιαξα αυτό το παραδοσιακό έδεσμα απολαμβάνοντας το και συνάμα θυμήθηκα τα χρόνια που το φτιάχνανε και οι γονείς μου.




ΓΙΩΡΓΟΣ Ι. ΜΑΣΣΑΛΗΣ

Κλείνουν τις χαραμάδες στις πόρτες με πετσέτες για να μην μπει ο κορονοϊός

 

Φοβισμένοι είναι οι κάτοικοι μιας πολυκατοικίας στο κέντρο της Αθήνας, όπου μια ολόκληρη οικογένεια έχει νοσήσει με κορονοϊό.

Κάποιοι θεώρησαν ότι ο κορονοϊός μπορεί να περάσει από τη χαραμάδα της εξώπορτας και έτσι έβαλαν πετσέτες για να αποτρέψουν την είσοδο του φονικού ιού, σύμφωνα με το ρεπορτάζ του Star.

Πατέρας, μητέρα και το έξι μηνών παιδάκι τους νοσούν και παραμένουν σε καραντίνα μέχρι τις 12 Οκτωβρίου.

Ο ένοικος μόλις έμαθε ότι όλη η οικογένειά του νοσεί ειδοποίησε τον διαχειριστή της πολυκατοικίας. Εκείνος με τη σειρά του θυροκόλλησε τόσο στην πόρτα της εισόδου, όσο και στον πίνακα ανακοινώσεων σημείωμα στο οποίο αναγράφει ότι «όλοι οι ένοικοι πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί, να χρησιμοποιούν όσο τον δυνατόν λιγότερο το ασανσέρ και απαραιτήτως με γάντια και μάσκα».

Ο πατέρας, μιλώντας στο Star ανέφερε ότι και οι τρεις εμφάνισαν συμπτώματα όπως πυρετό και βήχα. Πήγαν στο νοσοκομείο, όπου τους είπαν ότι έχουν κορονοϊό.  «Να το πιστέψουνε, είναι σοβαρό» λέει σε όσους πιστεύουν ότι ο κορονοϊός δεν υπάρχει. Μπορεί να το έχεις και να μην το ξέρεις.

www.newsbeast.gr

 https://xiromeropress.gr

Η Βάβω .........(Για την Παγκόσμια Ημέρα Ηλικιωμένων.)


 Γράφει ο Χρήστος Α. Τούμπουρος

Η 1η Οκτωβρίου ορίστηκε ως Παγκόσμια Ημέρα Ηλικιωμένων.
Το σημείωμά μου αυτό ας θεωρηθεί ένα ευχαριστώ...

«Λάρωσε καλό μ’, λάρωσε παιδάκι μ’. Τώρα έρχεται η μάνα σ’». Αυτά τα λόγια άκουγε κανείς σε κάθε σχεδόν σπίτι. Ήταν η γιαγιά που για να «λαρώσει» το μωρό, να σταματήσει το κλάμα, το έπαιρνε στην αγκαλιά της και κουνώντας το, του έλεγε ρυθμικά και μελωδικά αυτοσχέδιους στίχους. Τα «ταχταρίσματα» ή τα «ταρνανίσματα» που έμοιαζαν με νανουρίσματα. «Ταχτιρτί του λέγανε και μου το παντρεύανε». «Κοιμήσου αγγελούδι μου, γλυκά με το τραγούδι μου». Αλάρωτη η γιαγιά μέχρι να κοιμήσ’ το κούτσ’κο. Πολλές φορές το είχε αγκαλιά της, στο ένα χέρι και ταυτόχρονα μαγείρευε, έπλενε και γενικά συγύριζε το σπίτι.
Η γιαγιά, η Βάβω. Μοναδικός ο ρόλος της στο μεγάλωμα του παιδιού. Μιλάμε για τις πατριαρχικές - εκτεταμένες οικογένειες. Στο σπίτι αναγκαστικά έμεναν τρεις γενιές. Παππούδες, γονείς, παιδιά, εγγόνια. Έχουμε και λέμε: Οι γονείς στα χωράφια. Μάνα και πατέρας στα ζωντανά απ’ τα χαράματα ως το σούρουπο, «όντας η μέρα σώνεται και βασιλεύει ο ήλιος» ή πολλές φορές ως το βράδυ. Επομένως το σπίτι έμενε στα χέρια της γιαγιάς. Γιαγιά η μαγείρισσα, η νοικοκυρά, η παιδοκόμος κ.ο.κ. Η Βάβω, το ανεκτίμητο κεφάλαιο της ελληνικής κοινωνίας. Μοναδική η προσφορά της.
Για όλα αυτά η βάβου, (βάβω, μπάμπω, βαβά και γιαγιά) ήταν το πρόσωπο της οικογένειας με το οποίο το παιδί δενόταν περισσότερο. Και μιλάμε για δέσιμο ζωής, αφού από αυτήν άκουγε τα πρώτα τραγούδια, τα παραμύθια και τις ορμήνιες. Η αγκαλιά της γιαγιάς ήταν και η καταφυγή του παιδιού, όταν έκανε ζαβολιές και κινδύνευε να χειροτονηθεί επισήμως από τη μητέρα του. Ο παππούς δεν βρισκόταν και πολλές ώρες στο σπίτι. Κι αν βρισκόταν δεν είχε καν λόγο, γιατί τα πάντα διαφέντευε η γιαγιά.
Ευτύχησα να έχω μια γιαγιά, άγια γυναίκα και άγιο το χώμα που τη σκέπασε πριν από σαράντα ολόκληρα χρόνια. Δεν θα ξεχάσω πως, όταν πρωτοπήρε εκείνη τη συνταξούλα, την αγροτική, εκείνο το πεντακοσάρικο, νομίζω το 1964, πώς έκρυψε τα χάρτινα και πώς είχε κομποδιασμένα τα λιανώματα. Λύνονταν ο κόμπος μόνο όταν επρόκειτο να μας δώσει το χαρτζιλίκι. Διαφορετικά; Δεν μπορούσε κανείς και με τίποτε να της τα πάρει.
«Να ‘ναι καλά εκείνος ο Βαγγέλης ο ταχυδρόμος, άγιος άνθρωπος. Θεός να αναπάψ’ τα πεθαμένα τ’, που μου δίνει εκείνη τη συνταξούλα». Έλεγε και ξανάλεγε. Κι όταν κάποτε η μάνα μου επιχείρησε να της διευκρινίσει πως από αλλού προέρχονταν η σύνταξη, έγινε το έλα να δεις. «Ποιος Βαγγέλης μωρ’ μάνα και ποια σύνταξη να σου δώσει αυτός. Σύνταξη παίρνεις από τον Ο.Γ.Α., το κατάλαβες; Από τον Ο.Γ.Α.». Και πήρε την εξαιρετική απάντηση: «Μού φαίνεται κοπέλα πως σιούρ’ξες. Ποια Όλγα και κουραφέξαλα μου τσαμπουνάς; Έχ’ η Όλγα να δώσ’ αύνταξ’; Πάει, πήρες τα πλάια; Θέλ’ς διάβασμα μου φαίνεται».
Οργανικά αναλφάβητη καθώς ήταν μπέρδευε το Ο.Γ.Α. με την Όλγα τη γειτόνισσα, τη σύνταξη με τον Βαγγέλη τον ταχυδρόμο, τα λιανώματα (τα κέρματα) που ήταν κατά τη γνώμη της ανώτερης αξίας από τα χαρτονομίσματα (παλιοχάρτια τα έλεγε). Μπέρδευε και τι δεν μπέρδευε. Ένα είχε στο μυαλό της ξεκαθαρισμένο και το μετέτρεψε με τα λόγια της σε δίδαγμα ζωής για όλους μας. «Σας κρένω ορέ, ακούτε με. Μαθ’τε γράμματα να ανοίξετε τα φωτερά σας». Και συνέχιζε. «Μη μείνετε γκτσούπια όλη τη ζωή σας».

 Χρήστος Α. Τούμπουρος


Μήνυμα Δημάρχου Ζηρού για την Παγκόσμια Ημέρα Ηλικιωμένων

Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Ηλικιωμένων, (τρίτης ηλικίας) που εορτάζεται κάθε χρόνο την 1η Οκτωβρίου, αισθανόμαστε την ανάγκη να πούμε ένα μεγάλο ‘ευχαριστώ’ σε όλους αυτούς που μας μεγάλωσαν, μας συμβούλεψαν, μας άνοιξαν δρόμους, για μια καλύτερη ζωή.

Ειδικά στις ημέρες που διανύουμε αποτελεί αυτονόητο χρέος μας, να προστατεύσουμε, αλλά και να τιμήσουμε την ανιδιοτελή και ανεκτίμητη προσφορά των ηλικιωμένων στο κοινωνικό σύνολο. Οφείλουμε να αφουγκραζόμαστε και να σεβόμαστε απόλυτα τις ανάγκες τους φροντίζοντας διαρκώς ώστε να αισθάνονται ασφάλεια και σιγουριά. Οι ηλικιωμένοι είναι οι δικοί μας άνθρωποι, οι γονείς μας, οι παππούδες μας, πρόσωπα αγαπημένα από το συγγενικό ή το φιλικό μας περιβάλλον.

Η κοινωνική μέριμνα και η φροντίδα τους δεν είναι μόνο ευθύνη της Πολιτείας ή της τοπικής αυτοδιοίκησης, αλλά και του καθένα μας ξεχωριστά.

Ως δημοτική αρχή αξιοποιούμε και ενισχύουμε το πρόγραμμά «Βοήθεια στο Σπίτι», στηρίζουμε και αυξάνουμε τις δομές των ΚΑΠΗ, ενισχύουμε τους πιο αδύναμους μέσα από τις δράσεις του Κοινωνικού Παντοπωλείου και σε κάθε περίπτωση προσπαθούμε να είμαστε στο πλευρό τους με κάθε δυνατό τρόπο. Άλλωστε είμαστε και ένας Δήμος όπου  μεταξύ του πληθυσμού, ο αριθμός των ηλικιωμένων είναι αρκετά υψηλός. 

Με σεβασμό και αγάπη, ευχόμαστε σε όλους τους ηλικιωμένους να είναι πάντα γεροί και δημιουργικοί και να μας προσφέρουν τη γνώση και τη σοφία τους.

  

Καλαντζής Νικόλαος

Δήμαρχος Ζηρού