Τρίτη 30 Ιουνίου 2026

Της ξενιτιάς τα ντέρτια.....

                           
 Γράφει ο Γιώργος Γιαννάκης

Θυμάμαι σαν να ήταν χτές οι ξενιτεμένοι συνήθως από την πρωτεύουσα που ερχόταν για το πανηγύρι του Αι Λιά το καλοκαίρι κοστούμι γραβάτα συνήθως κόκκινη, σκαρπίνι και ένα κλαπατσίκανο στην πλάτη 

Εμείς τα πιτσιρίκια ζηλεύαμε πότε θα τελειώσει το σχολείο να κάνουμε και εμείς τον καμπόσο και μην νομίζετε ότι ήταν και κάτι επιστήμονες, κουλουράδες ήταν φουρναραίοι και κάτι σερβιτόροι. Αλλά από φιγούρα άλλο τίποτε.  Πέρασε ο καιρός σχολάσαμε το σχολείο και γραμμή για την Αθήνα 

Τώρα αρχίζουν τα δύσκολα, μέναμε σε κάτι κακόφημες περιοχές, κάποια στιγμή χτυπάει το κουδούνι και πάω να ανοίξω. Μου λέει ένας βαρύμαγκας, ρε φιλαράκο πόσο πάει; 

- τι λες ρε χριστιανέ μου του λέω και μου απαντά, που είναι η κοπέλα; ρε τα έχασα, κατάλαβα είσαι βλαχαδερό μου λέει. Λοιπόν φεύγουμε απο εκεί οδός Πειραιώς κοντά στο ΙΚΑ, δεν προλαβαίνουμε να αφήσουμε κάτι έρμα σκουτιά που είχαμε και σιαίτε ο τόπος απο τα νοσοκομιακά. Φάγανε τον τροχονόμο εκεί στη διασταύρωση με την Μυλλιέρου στο κουβούκλιο στο βαρέλι που λέγαμε, έπεσε ένας μεθυσμένος πάνω του. Ούτε εδώ στεριώσαμε μετά βρήκαμε αλλού στέγη

Δουλειά ναι εκεί στην Δραγατσανίου στην πλατεία Κλαυθμώνος σε κουρείο ξεσκονίζοντας τρίχες για πέντε δεκάρες χαρτζιλίκι. Θυμάμαι ακόμη καλοκαίρι, στο μαγειριό ολίγα φασολάκια ή ολίγο μπριάμ. Κυριακές εκεί στην πλατέα Αβησσυνίας βλέπαμε αυτόν τον κοντό γίγαντα με τα κατορθωματά του και με τα φλογερά λόγια του να μας ανυψώνει το ηθικό τον Σαψών ναι. 

Κακά τα ψέματα, όσο πρέναγε ο καιρός τόσο νοσταλγούσαμε το χωριό αλλά πως να γυρίσεις πίσω, μας περίμενε το κοπάδι. Εγώ δεν το έκανα αυτό το επάγγελμα λυκοσκισμένα τα ανέβαζα να σας φάει κακός λύκος τα κατέβαζα

Ο καιρός περνούσε ο Μητράκης της Κώσταινας δεν μπόρεσε να ξεπεράσει την νοσταλγία του χωριού του. Άραζαν οι χωριανοί σε ένα καφενείο εκεί στην Πλάκα, αυτόν τον έβλεπα και τον λυπόμουνα ήταν σαν να του είχες σκοτώσει την μάνα, με μια μελαγχολία στο προσωπό με ένα κεφαλι σκυμένο. 

-Τι έπαθες ρε του λέω 

-Θέλω να ανέβω στην Ακρόπολη αλλά δεν με κάνει κανένας παρέα, θέλω να αγναντέψω πρός τα πάνω μπάς και δω την Φραγγοράσσα. Γύρισα απο εκεί με πιάσαν τα κλάματα γύρισα και του είπα, "μαζί θα πάμε ρε!!"

Ο Μητράκης ούτε Ακροπολη είδε, ούτε την κορυφή του Λάκμω.Να ένα μαύρο πρωί με καλεσαν για εξακρίβωση, τον πάτησε αυτοκίνητο

Βέβαια θυμάμε και κάτι καλό εκείνο τον καιρό. Στο χωριό γινόταν εκλογές δημοτικές, για πρόεδρος δηλαδή. Ήρθε και ο Μπάρπα Τόλιος δηλαδή να μαζέψει ψήφους, τον πήραμε και αυτόν να τον πάμε σινεμά. Παιζόταν τότε κάτι έργα με φουστανελάδες, μάλιστα σε εκείνο το έργο πρωταγωνιστούσε μια πολύ όμορφη κοπέλα Γιαννιώτισα και καθώς πάτησε μια κοτρώνα γλίστρησε και της φάνηκε λίγο το μπουτάκι. Ο Μπάρπας το αμολάει "ουι τσφάνκει ου κώλους" Λέει μια κυρία δίπλα, εσείς κύριε ποιό πανεπιστημείο βγάλατε 

-Τι λές κυρά μ λέει αυτήν εγώ την ξέρω απο τα Γιάννενα τρώμε στο ίδιο εστιατόριο αλλά του κώλου τσ δεν τον είχα δεί. Μας πήρανε χαμπάρι φύγαμε από το σινεμά.

 Αμάν και αυτή η τοπολαλλιά, στο γήπεδο μια φορά θυμάμαι έγινε μια μανούβρα. Επαιζε ο ΠΑΣ με μια ομάδα απο τον Πειραιά. Για να τους πειράξουμε φωνάζαμε "γύφτ γύφτ" και αυτοί απαντούσαν "παγουράδες αφήστε την μπάλα και πιάστε την γελάδα"

Αχ πάντα θυμόμουν τον Μητράκ και πόσο άδικα έφυγε σαν τον κοντοχωρινό μας τον Κρυστάλλη που και αυτός νοσταλγεί τοχωριό του και το βουνό του το Περιστερι [Θέλω μα δεν έχω φτερά δεν έχω κλαπατάρια παρακαλώσε σταυαραετέ για χαμηλώσου λίγο και δώς μου τις φτερούγες σου και πάρεμε μαζί σου πάρε με πάνω στα βουνά τι θα με φάει ο κάμπος]

 Η αλήθεια είναι ότι εμείς οι Έλληνες πάντοτε νοσταλγούσαμε τον τόπο μας όπως ο Οδυσσέας την Ιθακη του. Βλέπετε ακόμη και οι Ζακηνθυνοί πήγαιναν να μαζέψουν ελιές απέναντι στην Ηλεία και αγναντεύοντας απέναντι την πατρίδα τους το Τζάντε λέγανε με καημό "άχ καταραμένη ξενετιά και η λαϊκή μούσα το λέει με παράπονο

 "είναι βαριά η μοναξιά της ξενητιάς τα ντέρτια

που να γυρίζεις ξένε μου με βάσανα συκλέτια"

Τελικά πέρασε ο καιρός, οι γραβάτες και τα κλαπατσίγκανα δεν συγκινούν, τώρα μόστρα μερσεντές και κότερα έχουμε στο νησί. Κάνα δυό μέρες για το πανηγύρι ήρθαμε και φύγαμε. Άρε μπάρπα Τόλιο σε λίγο δεν θα υπάρχει ψηφοφόρος στο χωριό

Υστερόγραφο: Θέλω να εκθειάσω και να πω πολλά μπράβο στον Σύλλογο Αιτωλοακαρνάνων 



 Γιώργος Γιαννάκης

Απόδημος Κραψίτης

Δεν υπάρχουν σχόλια: