Μήτση
Κωνσταντάρα: Μια πανέμορφη ηθοποιός,
με λαμπρή και μεγάλη καριέρα στο θέατρο,
την οποία ακολούθησε εκείνη στο
σινεμά. Αποτελούσε
τη μικρότερη αδερφή της οικογένειας
Κωνσταντάρα και είχε αδερφό της, τον
Λάμπρο Κωνσταντάρα.
Η
αδερφή του Λάμπρου Κωνσταντάρα
Ήταν
αδερφή του ηθοποιού Λάμπρου Κωνσταντάρα.
Την ίδια σχεδόν περίοδο με τη γέννησή
της έμεινε ορφανή από πατέρα, γι’αυτό
αγαπήθηκε ιδιαίτερα από όλη την
οικογένεια. Τα δυο μεγαλύτερα αδέρφια
της, και ιδιαίτερα ο Λάμπρος, την
αντιμετώπιζαν πάντα σαν μικρό παιδί.
Ακόμα και σε μεγάλη ηλικία οι πολύ
κοντινοί της άνθρωποι την αποκαλούσαν
χαϊδευτικά Μίτσα.
Οι
σπουδές και ο κινηματογράφος
Σπούδασε
στην δραματική σχολή του Εθνικού Θεάτρου
από όπου αποφοίτησε με άριστα και το
1945 πρωτοεμφανίστηκε στην Πρώτη Κρατική
Σκηνή με το έργο Αρλεζιάννα. Εκείνη την
εποχή υπήρχε ένα είδος θεάτρου, τα
ονομαστά Μπουλούκια, τα οποία η ίδια
υπηρέτησε με μεγάλη επιτυχία, κάτι όμως
που την έκανε το μαύρο πρόβατο της
οικογένειας για το δρόμο που ακολούθησε.
Το
1948, συμμετείχε στο θίασο
Δημητρίου-Σκορδούλη-Κάσση, που κάνει
περιοδεία στην Κωνσταντινούπολη για
περίπου ένα χρόνο. Για κάποιο διάστημα
εγκατέλειψε το θέατρο για οικογενειακούς
λόγους. Εκείνη την περίοδο έμενε στο
σπίτι του αδερφού της.
Το
1961 επανέρχεται στο θέατρο αρχικά μόνη
της στο θίασο της Μαίρης Αλκαίου και
του Βασίλη Διαμαντοπούλου, στο έργο
“Ένα Δέντρο μεγαλώνει στο Μπρούκλιν”
και ακολουθεί το έργο “Πέντε στρέμματα
Παράδεισος”κ.α.
Θέατρο
και σινεμά
Από
το 1964 και μετά, άρχισε να παίζει με τον
αδερφό της Λάμπρο, σε θέατρο και σινεμά,
σε παραστάσεις όπως “Μια Κυρία Ατυχήσασσα”
(που στο σινεμά μεταφέρθηκε με τον τίτλο
“Ο στρίγγλος που έγινε αρνάκι”), “Τι
30, τι 40, τι 50”, “Υπάρχει και φιλότιμο”
κ.α. Τα πιο πολλά από αυτά τα έργα πήγαν
και στον κινηματογράφο με άλλο τίτλο.
Η Μήτση κοντά στον Λάμπρο ξέφυγε από
την ανωνυμία και μαζί γυρίσανε περίπου
30 ταινίες.
Τη
δεκαετία του ’70 συνεργάστηκε με το
Εθνικό Θέατρο στα έργα “Αλκιβιάδης”
του Ν. Τουτουντζάκη, “Δικαίωση” του
Νίκου Ζακοπούλουκαι πολλά άλλα έργα.
Έκανε όμως και αυτόνομη καριέρα και
στην τηλεόραση τη δεκαετία του ’70 σε
σειρές όπως: “Λούνα Παρκ”, “Εκείνες
Και Εγώ”,”Μεθοριακός Σταθμός”, Παλιατζής
κ.α.
Ποιος
μπορεί να ξεχάσει τις σπαρταριστές
ατάκες της Μήτση Κωνσταντάρα, «Κάποτε
ήμουνα πουλί και μ’ αγαπούσανε πολύ»
και τη φράση «άτιμη κοινωνία, που άλλους
τους ανεβάζεις και άλλους τους ρίχνεις
στα ξένα χέρια»! Στον ελληνικό κινηματογράφο
έπαιζε την κακομοίρα γεροντοκόρη και
την υπηρέτρια. Συνήθως αποτελούσε μια
γυναίκα χωρίς δική της βούληση, η οποία
ήταν έρμαιο του αδερφού της. Ο αδερφός
της πάλευε συνήθως για να την παντρέψει,
ενώ προσπαθούσε επίσης με κάθε τρόπο
να κρύψει τα χρονάκια της.
Η
Μήτση Κωνσταντάρα αποτελούσε μια γυναίκα
με τόλμη και τσαγανό. Αυτό το απέδειξε
και με το επάγγελμα που διάλεξε να
πραγματοποιήσει, καθότι πήγε κόντρα
στους δικούς της για να ακολουθήσει το
όνειρό της. Όνειρο της ίδιας ήταν να
σπουδάσει υποκριτική. Σπούδασε λοιπόν
στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου
και αποφοίτησε με άριστα.
Η
καριέρα της ως πρωτοεμφανιζόμενη στο
θέατρο ξεκίνησε το 1945. Πρόλαβε να παίξει
σε αρκετές και σημαντικές παραστάσεις
στη θεατρική σκηνή των Αθηνών. Ο Λάμπρος
Κωνσταντάρας ήταν ο προστατευόμενος
αδερφός της, αλλά και το δικό της δίδυμο
στο θέατρο. Η Μήτση Κωνσταντάρα
επηρεάζονταν από το Λάμπρο. Επηρεάζονταν
τόσο πολύ, που όταν πέθανε, το 1985, η Μήτση
έπεσε σε βαριά μελαγχολία.
Ο
Θάνατος του Λάμπρου
Ο
θάνατος του αδερφού της ήταν το μεγαλύτερο
πλήγμα της ζωής της. Δύο χρόνια πριν το
θάνατό του, ο Λάμπρος Κωνσταντάρας,
υπέστη εγκεφαλικό και δεν ήταν ποτέ ο
ίδιος. Η Μήτση Κωνσταντάρα τον έβλεπε
μέχρι το θάνατό του και μαράζωνε κάθε
μέρα που περνούσε. Μάλιστα, έξι μήνες
μετά το θάνατό του και η ίδια «έφυγε»
από τη ζωή, καθώς έπεσε σε βαθιά μελαγχολία.
Μια
ιστορία θα σας πω που μου τύχε μια
μέρα..... Μία
γιαγιά συνάντησα και μου πιάσε τη
χέρα..... Παιδάκι
μου..σε σταματώ όχι να ζητιανέψω.... Μα
λίγ' αγάπη πεθυμώ και βγήκα να
γυρέψω.....
Πέντε παιδιά μεγάλωσα μου
λέει δακρυσμένη....
Τα σπούδασα..τα
πάντρεψα κι ας ήμουν στερημένη.....
Τα
πρώτα 'γγόνια ήρθανε Θεε μου..τι
ευτυχία......
Μα η χαρά δε κράτησε κι
ήρθε η δυστυχία........
Μου είπανε ότι
μαζί δε πρέπει πια να ζούμε.....
Θα
μπεις σε ένα ίδρυμα και εκεί θα σε
θωρρούμε.....
Δεν έφερα αντίρηση και
ας πόναγε η καρδιά μου....
Χίλια κομμάθια
γίνηκαν όλα τα όνειρα μου.......
Εσείς
να ήσαστε καλά παιδάκια μου τους
λέω.....
Και σκύβω για να μη θωρρούν
ότι για 'κείνο κλαίω.....
Χρόνοι πολλοί
περάσανε παιδί μου συνεχίζει......
Απού
δεν ήρθαν να με δουν και η καρδιά
ραγίζει.......
Γι' αυτό κι εγώ σταμάτησα
σε ξένο να μιλήσω.......
Να πω παραπονέματα
προτού να ξεψυχήσω.......
Άφωνος εγώ
την άκουγα για όλα αυτά να λέει.....
Και
δε σταμάτησε στιγμή η άμοιρη να
κλαίει......
Σώπασε ΜΑΝΑ και εγώ είμαι
ε δα για σένα.....
Μου γέλασε και έκλεισε
τα μάθια ευτυχισμένα.......
ΛΕΩ
ΛΟΙΠΟΝ.
Όποιος ξεχνά τα γονικά άθρωπος
δε λογάτε......
κι ότι κι αν κάνει θα το
βρει μπροστά του....ΝΑ ΘΥΜΑΤΑΙ
Μπορεί
ο καιρός να μην ήταν σύμμαχος των
σημερινών εορταστικών εκδηλώσεων και
η μαθητική παρέλαση στη Φιλιππιάδα να
μη κατέστη εφικτό να πραγματοποιηθεί,
ωστόσο η εθνική επέτειος γιορτάστηκε
με την ίδια μεγαλοπρέπεια και υπερηφάνεια,
σε όλο τον Δήμο Ζηρού.
Στη
Φιλιππιάδα το εορταστικό πρόγραμμα
άρχισε με την καθιερωμένη δοξολογία
στον Ιερό Ναό Αγίου Βησσαρίωνα. Ακολούθησε
η επιμνημόσυνη δέηση και η απόδοση φόρου
τιμής στους πεσόντες του έπους του ’40
με την κατάθεση –υπό βροχή- στεφάνων
στο μνημείο Μπιζανομάχων.
Στο
Θεσπρωτικό τελέστηκε δοξολογία στον
Ιερό Ναό Γενεσίου της Θεοτόκου και
ακολούθησαν η επιμνημόσυνη δέηση, η
κατάθεση στεφάνων στο μνημείο Πεσόντων,
ενώ πραγματοποιήθηκε η μαθητική παρέλαση
στην Κεντρική Πλατεία υπό τον ρυθμό που
έδωσαν τα μέλη του φιλαρμονικού συλλόγου
«Απόλλων».
Καταθέσεις
στεφάνων στα Μνημεία Ηρώων, έγιναν και
σε όλες τις κοινότητες του Δήμου.
Σε
μήνυμά του για την εθνική επέτειο ο
Δήμαρχος Ζηρού κ. Νικόλαος Καλαντζής,
σημείωσε: «Σε μία εποχή που ο πόλεμος
βρίσκεται δίπλα μας ο εορτασμός της
εθνικής επετείου της 28ης
Οκτωβρίου 1940, έχει διπλή σημασία.
Εκτός
από ημέρα μνήμης και τιμής η σημερινή
επέτειος υπογραμμίζει τον γενναίο αγώνα
του ελληνικού λαού ενάντια στην εισβολή
κατοχικών δυνάμεων στη χώρα μας, αλλά
κυρίως κατά του φασισμού και του ναζισμού,
φαινόμενα που βύθισαν την Ευρώπη, αλλά
και ολόκληρο τον κόσμο, στη δυστυχία
και στα δεινά του πολέμου.
Η
επέτειος του «ΟΧΙ» μας υπενθυμίζει το
μεγαλείο της ελληνικής ψυχής και την
ξεκάθαρη πρόταξη των Ελλήνων υπέρ της
υπεράσπισης των ιδανικών της Ελευθερίας,
της Δημοκρατίας, της Αξιοπρέπειας, της
Εθνικής Ανεξαρτησίας, τα οποία καλούμαστε
να διαφυλάττουμε διαχρονικά ως κόρη
οφθαλμού.
Σήμερα
η κληρονομιά της ομοψυχίας, της ενότητας
και της αποφασιστικότητας των Ελλήνων
κατά την Εθνική Αντίσταση είναι ιδιαίτερα
πολύτιμη. Μας καλεί, κόντρα στους
αναθεωρητές της Ιστορίας, ν’ αγωνιστούμε
ενάντια στον ολοκληρωτισμό, τη βία με
οποιαδήποτε μορφή κι αν εκφράζεται, και
τις διακρίσεις.
Κρατώντας
το μαχητικό πνεύμα του 1940 και τα διδάγματά
του, τιμούμε τους αγώνες και τις θυσίες
και ακολουθώντας το παράδειγμά τους
αγωνιζόμαστε για ένα καλύτερο αύριο!
Χρόνια
πολλά σε όλες και όλους»!.
Στο
Μνημείο Μπιζανομάχων στη Φιλιππιάδα,
στεφάνια κατέθεσαν:
Για
τον Δήμο Ζηρού ο αντιδήμαρχος κ. Βασίλειος
Παπαβασιλείου.
Για
την Περιφερειακή Ενότητα Πρέβεζας ο
περιφερειακός Σύμβουλος κ. Μιχάλης
Σπυρέλης.
Για
την Κοινότητα Φιλιππιάδας ο πρόεδρος
κ. Δημήτριος Κωστάκος.
Στεφάνια
κατέθεσαν επίσης εκπρόσωποι της
Αστυνομίας, της Πυροσβεστικής, των
Σχολείων της Φιλιππιάδας, το ΚΔΑΠ
Φιλιππιάδας «Το Περιβόλι», η Αδελφότητα
Ανωγειατών «Ο Παπαγιώτης» και η Ενωμένη
Εθνική Αντίσταση.
Έπεσε
μαχόμενος υπέρ πατρίδος, στις 5:30 το
ξημέρωμα της 28ης Οκτωβρίου 1940. Οπλίτης
Μπουκουβάλας Γεώργιος του Δημητρίου.
Εκείνο το ξημέρωμα, τον βρήκε μέσα στο
χαράκωμα, στο ξωκλήσι του Άη Γιώργη στο
Αηδονοχώρι της Κόνιτσας. Υπηρετούσε
στο επιστρατευμένο 51ο Σύνταγμα Πεζικού.
Μέσα από
μαρτυρίες, ανταποκριτής του ΑΠΕ-ΜΠΕ,
μαζί με τον Δημήτρη Μαλάμη από το
Αηδονοχώρι, ακολούθησαν τα τελευταία
βήματα του ηρωικού οπλίτη, που καταγράφεται
ως ένας από τους τρεις πρώτους νεκρούς
του μετώπου.
Στο
Μπουραζάνι ξεκινά ένας δύσκολος
χωματόδρομος που φθάνει στο ξωκλήσι
του Άη -Γιώργη, όπου βρίσκονταν τα
χαρακώματα. Σήμερα, η πυκνή βλάστηση
έχει καλύψει τα λίγα απομεινάρια από
τα ορύγματα. Ωστόσο, ένα προσκυνητάρι
με ένα αναμμένο καντήλι, στο σημείο όπου
τραυματίστηκε θανάσιμα ο Γεώργιος
Μπουκουβάλας αποδίδει ευγνωμοσύνη και
τιμή στους άγνωστους ήρωες του Έπους
του 1940.
Δείτε το βίντεο:
28η
Οκτωβρίου 1940: Από την Καρίτσα στην πρώτη
γραμμή
Ο συγχωριανός
του, Σάββας Σιάτρας, μεταφέρει τα
τελευταία του λόγια στο χωριό.
«Όπως
μου έλεγε και μολογούσε η μητέρα μου,
στις 27 Οκτώβρη, γυρίζοντας από το αμπέλι
με τα σταφύλια φορτωμένα στο γαϊδούρι,
συνάντησε τον Γιώργο, ήταν βιαστικός
και του είπε.
“-
Τι γίνεται Γιώργο;
– Τι
να γίνει Πανάγιω, με το πρώτο μπαμ”.
» Πήγαινε
ολοταχώς για τη μονάδα του. Επί της
παραμεθορίου στην Κόνιτσα, στο Αηδονοχώρι.
Ο Γιώργος Μπουκουβάλας ήταν ήδη από το
καλοκαίρι του 1940 επιστρατευμένος και
είχε πάρει άδεια για να γιορτάσει του
Αγίου Δημητρίου τον πατέρα του, αλλά
και τον έναν χρόνο γάμου του με τη σύζυγό
του».
Τα λόγια
του οπλίτη, αποδείχτηκαν προφητικά.
Στη γραμμή
προκαλύψεως στο Αηδονοχώρι την 28η
Οκτωβρίου 1940
Φτάνοντας
στην Κόνιτσα, η θέση του, είναι στα
ορύγματα στο ξωκλήσι του Άη Γιώργη
στο Αηδονοχώρι. Εκεί έπεσαν οι πρώτες
οβίδες των Ιταλών. Ο Γιώργος Μπουκουβάλας
τραυματίστηκε θανάσιμα στο χαράκωμα.
Η μαρτύρια
του υπερήλικα Δημήτρη Μπόνιου, συνταξιούχου
στρατιωτικού, για εκείνο το πρωινό στο
Αηδονοχώρι είναι αποκαλυπτική.
«Το ξημέρωμα
εκείνο μας βρήκε κάτω από τις Λακιές,
το ύψωμα όπου είχε στηθεί γραμμή άμυνας
στου στρατού. Κάποιοι από το χωριό, μαζί
και η οικογένεια μου, βρεθήκαμε εκεί
για προστασία. Βομβάρδιζαν τα ιταλικά
κανόνια από το αλβανικό έδαφος. Περνούσαν
οι οβίδες πάνω από τα κεφάλια. Φώναζαν
όλοι να γίνει συσκότιση στο χωριό για
να μη βλέπουν. Σβήστε τους φανούς. Το
χωριό οργανώθηκε Η μάνα μου είχε τα ζώα
στο δάσος. Πήγαμε σπίτι και πήραμε ό,τι
μπορούσαμε για να φύγουμε Δύσκολη
πορεία. Στην ανηφόρα του Αη- Λιά πέταξε
τον μπόγο που ήταν φορτωμένη. Τον έκρυψε
μέσα στο δάσος σε ένα δένδρο. Με 4 παιδιά
στα χέρια δεν μπορούσε να περπατήσει.
Συνεχίσαμε μέσα από μονοπάτια και την
3η μέρα φτάσαμε στα Ζαγοροχώρια.
Στη Δοβρά,
συναντήσαμε το τάγμα που ήταν στο χωριό.
Είχε δοθεί εντολή οι δυνάμεις να
συμπτυχτούν στα μετόπισθεν στην αμυντική
γραμμή Κατσιμήτρου».
28η Οκτωβρίου
1940: Ο οπλίτης Γεώργιος Μπουκουβάλας
έμεινε στο χαράκωμα νεκρός
Στο
Αηδονοχώρι Κόνιτσας μπήκε νωρίς το πρωί
ο Ιταλός κατακτητής. Σύμφωνα με προφορική
μαρτυρία του Απόστολου Νάτση στον
Γεώργιο Δονόπουλο, ο οποίος μίλησε στο
ΑΠΕ-ΜΠΕ, ο στρατιώτης χτυπήθηκε ΒΔ του
Ιερού Ναού Αγίου Γεωργίου στην θέση
Μέγα Λόγγος, σε δύσβατο πλέον σήμερα
σημείο.
«Ο 10χρονος
τότε Απόστολος Νάτσης, κατέβαινε από
το βουνό όπου βρίσκονταν μαζί με άλλους
συγχωριανούς για να πάρει λίγο αλεύρι
και σκεπάσματα από το σπίτι. Ένας Ιταλός
στρατιώτης, μπαίνοντας στο χωριό τον
συνάντησε και του είπε. “ Εκεί, στην
μικρή εκκλησία έχετε έναν νεκρό δικό
σας”. Το αγόρι γύρισε πίσω και τον βρήκε.
Μαζί με την μητέρα του τον έθαψαν στο
χαράκωμα. Στο σημείο βρίσκεται ένα μικρό
προσκυνητάρι. Όλοι ανάβουν ακόμη και
σήμερα εκεί, ένα κεράκι στη μνήμη του
».
Η επιστροφή
στην Καρίτσα για τον άγνωστο Έλληνα
στρατιώτη που σκοτώθηκε την 28η Οκτωβρίου
1940
Ο οπλίτης
Μπουκουβάλας, έμεινε για 7 χρόνια θαμμένος
στο Αηδονοχώρι. Για τους κατοίκους του
χωριού όπως μας λένε ήταν «το δικό τους
παλικάρι». Το 1947 η οικογένεια μετέφερε
τα οστά του στην Καρίτσα.
«Οι
καμπάνες, κτυπούσαν πένθιμα όλη την
ημέρα. Δεν μπορώ να ξεχάσω τον θρήνο και
το μοιρολόι εκείνη την ημέρα», θυμάται
η κόρη της αδελφής του, Διονυσία Τσιούρη,
που ήταν τότε κοριτσάκι.
Ο πατέρας
του ήρωα, Δημήτριος Μπουκουβάλας,
τιμώντας τη μνήμη του, πρόσθεσε μια
καμάρα στο καμπαναριό της εκκλησίας
στην Καρίτσα.
Η ανιψιά
του Διονυσία Τσιούρη αναθέτει στον
γλύπτη Θόδωρο Παπαγιάννη να φιλοτεχνήσει
το ορειχάλκινο άγαλμα του πεσόντα στο
μέτωπο. Το 1998 τοποθετείται στην πλατεία
της Καρίτσας και γίνονται τα αποκαλυπτήρια
με όλες τις τιμές.
Ποιος ήταν
ο Γιώργος Μπουκουβάλας, ο Έλληνας οπλίτης
που σκοτώθηκε την 28η Οκτωβρίου 1940
Ο Γιώργος
Μπουκουβάλας, ήταν δικηγόρος και
γεννήθηκε το 1906 στην Kαρίτσα Ιωαννίνων.
Φοίτησε στο σχολείο του χωριού του. Παρά
τις δυσκολίες και την φτώχεια της
οικογένειας του, κατάφερε και σπούδασε
στην Νομική Αθηνών.
Για να τα
βγάλει πέρα με τις σπουδές, το πρωί
δούλευε σε τεχνικό γραφείο και το
απόγευμα σε καφενείο. Άσκησε το επάγγελμά
του στο Ειρηνοδικείο Ζίτσας. Τον Αύγουστο
του 1940, επιστρατεύτηκε λόγω των γεγονότων
της περιόδου.
Ο θάνατός
του την 28η Οκτωβρίου 1940 μνημονεύεται
μέχρι σήμερα.
Μπαίνουμε
σιγά σιγά σε… χειμωνιάτικο κλίμα, αφού
αυτή την Κυριακή θα αλλάξει και η ώρα
από θερινή σε χειμερινή.
ΑύριοΚυριακήλοιπόν, 29 Οκτωβρίου,την
τελευταία δηλαδή Κυριακή του μήνα, θα
περάσουμε από τη θερινή στη χειμερινή
ώρα.
Τα
ξημερώματα, στις 04:00θα
γυρίσουμε όλοι τα ρολόγια μία ώρα πίσω,
δηλαδή στις 03:00,κερδίζοντας
ουσιαστικά και… μία ώρα ύπνου!
Σήμερα είναι μέρα μνήμης. Αφιερωμένη στους ήρωες που θυσιάστηκαν υπερασπιζόμενοι κάθε σπιθαμή της πατρίδας μας.
Σήμερα είναι μέρα τιμής σε όσους αντιστάθηκαν στον φασισμό και τα εγκλήματα του και αγωνίστηκαν για την ελευθερία και για τη δημοκρατία, στη γη που τη γέννησε.
Οι αξίες του αγώνα τους παραμένουν επίκαιρες όσο ποτέ και μας καλούν να χτίσουμε ένα μέλλον όπου ο σεβασμός προς την ανθρώπινη ζωή και αξιοπρέπεια θα είναι αδιαπραγμάτευτος.
(«Πορεία για μέρη όπου δεν είχε καθημερινές και σκόλες»)
Γράφει ο Χρίστος Α. Τούμπουρος
«Μην ανοίξεις την πόρτα. Ας χτυπάει το καλοκαίρι.
Το φεγγάρι είναι το κράνος του γερμανού φαντάρου.
Αμπαρώσου καλά- βάλε χοντρό στρατσόχαρτο στα τζάμια.
Μονάχα οι νεκροί έχουν το ελεύθερο να κυκλοφορούν
στους δρόμους –άκου το βήμα τους…
μη βρίσκοντας ύπνο και τάφο σε τούτο τον καιρό, μη βρίσκοντας
λίγο τόπο δικό τους μια μπουκιά ψωμί μια μικρή θύμηση»
Γιάννης Ρίτσος
28η Οκτώβρη 1940. Ο ελληνικός λαός όρθωσε το ανάστημά του ενάντια στην ιμπεριαλιστική εισβολή του ιταλικού φασισμού.
Στις 3 το πρωί ο Ιταλός Πρέσβης Ε. Γκράτσι επιδίδει στον Έλληνα δικτάτορα Ι. Μεταξά τηλεγραφική διακοίνωση, με την οποία η φασιστική κυβέρνηση της Ιταλίας, που βρισκόταν σε εμπόλεμη κατάσταση με την Βρετανία, απαιτούσε -ως «έμπρακτη» απόδειξη της ουδετερότητας της Ελλάδας- να της επιτραπεί να καταλάβει στρατιωτικά θέσεις στρατηγικής σημασίας επί ελληνικού εδάφους. Η επίδοση του τελεσιγράφου ήταν ουσιαστικά μια τυπική υπόθεση, δεδομένου ότι οι απαιτήσεις της ιταλικής πλευράς ήταν εξωφρενικές, αόριστα διατυπωμένες, ενώ έδιναν περιθώριο μόλις 3 ωρών για την αποδοχή ή την απόρριψή τους. Η επίθεση ήταν προαποφασισμένη. Αυτό εξηγεί και την αντίδραση του Μεταξά, ο οποίος δεν έκανε τίποτε άλλο από το να αναγνωρίσει την κατάσταση: «Alors, c’est la guerre» [σ.σ. ώστε έχουμε πόλεμο]» ήταν η απάντηση που έδωσε στον Ιταλό Πρέσβη. Κι έτσι άρχισε ο ελληνοϊταλικός πόλεμος.
(Μήτε υπολόγιζαν κούραση και χιόνια)
Ο Ελληνοϊταλικός πόλεμος διακρίνεται σε τρεις βασικές περιόδους. Κατά την πρώτη (28 Οκτωβρίου – 13 Νοεμβρίου 1940) οι ελληνικές δυνάμεις αντιμετωπίζουν την επίθεση του ιταλού εισβολέα«αμυνόμενοι του πατρίου εδάφους». Κατά τη δεύτερη (14 Νοεμβρίου – 28 Δεκεμβρίου) ο ελληνικός στρατός εξαπολύει μεγάλη επίθεση κατά των Ιταλών με αποτέλεσμα να διεισδύσει βαθιά στο έδαφος της Β. Ηπείρου και να καταλάβει μια σειρά από σημαντικές πόλεις. Στο βόρειο τομέα ο ελληνικός στρατός καταλαμβάνει την Κορυτσά (21 Νοεμβρίου). Τη Μοσχόπουλη (29 Νοεμβρίου), το Πόγραδετς (30 Νοεμβρίου). Στον κεντρικό τομέα ο ελληνικός στρατός εξουδετερώνει μία μεραρχία αλπινιστών και στις 9 Δεκεμβρίου καταλαμβάνει το Αργυρόκαστρο. Στον παραλιακό τομέα, όπου οι Ιταλοί είχαν στην αρχή κατορθώσει να διεισδύσουν σε μεγάλο μέρος στο ελληνικό έδαφος, υποχρεώνονται να εκκενώσουν την κοιλάδα του Καλαμά και στις 6 Δεκεμβρίου ο ελληνικός στρατός εισέρχεται στους Αγίους Σαράντα. Στο τέλος του χρόνου οι Ιταλοί βρίσκονται απωθημένοι 60 χιλιόμετρα πέρα από τα αλβανικά σύνορα. Κατά την τρίτη περίοδο (29 Δεκεμβρίου – 5 Απριλίου) οι Έλληνες συνεχίζουν την προέλασή τους βαθιά στο αλβανικό έδαφος και συντρίβουν τη σφοδρή «εαρινή επίθεση»των Ιταλών, την οποία παρακολουθούσε ο ίδιος ο Μουσολίνι. Σε διάστημα έξι μηνών οι Ιταλοί υφίστανται βαριές ήττες. Δεκαέξι ελληνικές μεραρχίες ακινητοποιούν στην Αλβανία είκοσι επτά ιταλικές, με εξοπλισμό πολύ ανώτερο από τον ελληνικό.
(«Τη χαρά μου πατήσανε και στην πέτρα μέσα την κλείσανε»)
Εκεί στα ηπειρώτικα βουνά, στα βουνά της Πίνδου οι Έλληνες αγωνιστές «έγραψαν» αμέτρητες σελίδες δόξας και ηρωικού μεγαλείου.
"[...] Νύχτα πάνω στη νύχτα βαδίζαμε ασταμάτητα, ένας πίσω απ’ τον άλλο, ίδια τυφλοί.
Με κόπο ξεκολλώντας το ποδάρι από τη λάσπη, όπου, φορές, εκαταβούλιαζε ίσαμε το γόνατο. Επειδή το πιο συχνά ψιχάλιζε στους δρόμους έξω, καθώς μες στην ψυχή μας.
Και τις λίγες φορές όπου κάναμε στάση να ξεκουραστούμε, μήτε που αλλάζαμε κουβέντα, μονάχα σοβαροί και αμίλητοι, φέγγοντας μ’ ένα μικρό δαδί, μία μία εμοιραζόμασταν τη σταφίδα"."Η πορεία προς το Μέτωπο", "Άξιον εστί" του Οδ.Ελύτη
Κι ακολούθησαν οι εισβολείς και κατέσκαψαν τα χωριά, και έκαψαν και σκότωσαν… Επιχείρησαν, μα δεν μπόρεσαν να ατιμάσουν την εθνική μας συνείδηση …
Γιατί αυτή η συνείδηση στοιχειωμένη και θεμελιωμένη σ’ όλη την ιστορική πορεία του Έλληνα αποτυπώθηκε στον αγώνα του, στην ηρωική ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ κατά των κατακτητών και εντυπώθηκε, στην συνείδηση της ανθρωπότητας, στα μαρτυρικά χωριά της Ηπείρου.
(«Μήτε υπολόγιζαν κούραση, βουνά και χιόνια»)
Τα μαρτυρικά χωριά της Ηπείρου
«Εδώ σωπαίνουν τα πουλιά //σωπαίνουν κι οι καμπάνες
σωπαίνει κι ο πικρός Ρωμιός// μαζί με τους νεκρούς του
Και άπα στην πέτρα τής σιωπής// τα νύχια του ακονίζει
μονάχος κι αβοήθητος// της λευτεριάς ταμένος»
Στα μαρτυρικά χωριά της Ηπείρου !
Τόπος ιερός, εδώ όπου σταυρώθηκε η Ελλάδα.
Εδώ, όπου σκάφτηκαν τάφοι και στους τάφους δε χωρούσαν οι λεβέντες, καθώς δεν χωρά στα σπλάχνα τόσος πόνος.
Εδώ, όπου κραυγές σταυρωμένες σε μια αιωνιότητα διατυμπανούν μ’ ένα αδιόρατο, αλλά νικηφόρο χαμόγελο στα χείλη, αυτή την ακατάνυκτη αξιοπρέπεια:
Για να διατηρηθεί το σιγαλό, βιολετί, καρδιοχτύπι του ηλιοβασιλέματος και να κρατήσει τη ζωή ακέραιη, άσπιλη και αμόλυντη.
Νικηφόρα και περήφανη.
Κι ολάκερη η Ήπειρος ένας Επιτάφιος μ' όλα του τα κεριά σβησμένα.
Τα μαρτυρικά χωριά της Ηπείρου
Μια παρακαταθήκη ελευθερίας, αξιοπρέπειας και διδαχής:
Καμιά ταπείνωση δεν είναι εκεί, όπου η ζωή ζητάει να ζήσει.
Και οι νεκροί ακόμα και σήμερα
Γυρεύουν το ψωμί που δε φάγανε
Γυρεύουν τον ήλιο που τους κλέψανε
Γυρεύουν τη ζωή που τους κόψανε
Εδώ στην Ήπειρο
Στη Γερμανοφωτοκαμένη Ήπειρο.
Γη φτενή, χώμα λίγο. Περισσεύουν τα τσόκαλα. Και οι κοφτερίδες σκίζουν τα αγριοπόδαρα.
Εδώ στην Ήπειρο
" 'Εκαψαν τον τόπο
σκότωσαν τον κόσμο
ορφάνεψαν τις οικογένειες
αλλά δεν λύγισαν τις καρδιές..."Κώστας Μπαλάφας
Αυτή είναι η Ήπειρος
Φτενά χωράφια κρατημένα σε πεζούλια
κι άπιαστες γίδες που κρεμιούνται σε γκρεμνούς,
ετούτ’ είν’ η πατρίδα μας• μα η πούλια
δε λάμπει πιο καθάρια σ’ άλλους ουρανούς.Γ. Κοτζιούλας
Εδώ, όπου το αίμα έτρεξε πάνω στο χιόνι.
Κόκκινα ποτάμια κατέβηκαν απ’ τα βουνά.
Κι ο θάνατος περπατούσε μες στη λάσπη.
Απάνω στην πεσμένη πόρτα του καλοκαιριού
κουβάλαγαν τους πεθαμένους
κι άφησαν
Ερημωμένα χωριά, ξεροπόταμα σε μια ανελέητη κατεβασιά βομβών και καταστροφών.
Βομβαρδισμένα χωριά, σπίτια, εκκλησιές κι ανθρώπινη ψυχή.
Ένας άσπρος άνεμος σφυρίζει ακόμα
Κι αντίς για στάχυα θερίζει ανθρώπινες ζωές
Κι αντίς καμπάνες απ' τον όρθρο ως το σπερνό, ντουφεκιές ακούγονται.
(«μα τραχύ το μάγουλο έθεσα στο τραχύτερο της πέτρας»)
Για τους μεγάλους, για τους ελεύθερους, για τους γενναίους, τους δυνατούς,
Αρμόζουν τα λόγια τα μεγάλα, τα ελεύθερα, τα γενναία, τα δυνατά.
ΟΜΩΣ
«κάποτε στους πολέμους πρέπει να πάψουν να υπάρχουν μόνο θύματα. Κάποτε θα πρέπει και τα θύματα να δικαιώνονται και οι θύτες να πληρώνουν για τις πράξεις τους».
Κι αυτό ισχύει ΑΠΟΛΥΤΑ για τους σημερινούς ΔΗΘΕΝ «σπλαχνικούς εταίρους μας» και τους τότε βάρβαρους κι αιμοσταγείς κατακτητές μας.
Ό,τι γράφτηκε με αίμα ...
δε σβήνει με βρώμικο μελάνι !
Γιατί, ας το πάρουν όλοι χαμπάρι:
Πάντα νικάει το δίκιο!
Μια μέρα θα νικήσει ο άνθρωπος.
Μια μέρα η λευτεριά θα νικήσει τον πόλεμο.
Μια μέρα θα νικήσουμε για πάντα.
Και όλοι οι Έλληνες ανάβουμε, ταπεινά, το κεράκι μας κι αποτίουμε φόρο τιμής: Κομμένο Άρτας, Κρυοπηγή Πρεβέζης, Παραμυθιά Θεσπρωτίας, Λιγκιάδες Ιωαννίνων, Κεράσοβο, Κεφαλόβρυσο, Μουσιωτίτσα, Γρεβενίτη, είναι μόνο μερικά από τα 185 ηπειρώτικα χωριά, που γνώρισαν την εκδικητική μανία των κατακτητών. 12.500 κατεστραμμένες οικίες, ανυπολόγιστες ζημιές στην οικονομία, 2.000 εκτελεσθέντες και χιλιάδες άλλοι εκτοπισμένοι σε στρατόπεδα συγκέντρωσης.
Παράλληλα κάνουμε ένα αληθινό συλλείτουργο ψυχών - οδηγών εθνικής επιβίωσης, ιεραποστόλων οικουμενικών αξιών και πανανθρώπινων μηνυμάτων και διδαγμάτων ανθρωπισμού και ελπίδας.
Ελπίδα για μια ζωή ειρηνική, αξιοπρεπή, χωρίς να πλανάται πουθενά ο φασισμός, σε όποια παλιά ή και νεότευκτη μορφή μπορεί να εξυφαίνεται.
Για να βασιλεύσει κάποτε το δίκαιο.
Κι αυτοί οι ήρωες το δίκαιο της πατρίδας τους υπηρέτησαν. Αυτό που αιώνες θεμελιώθηκε στο είναι μας και ρέει στο αίμα μας.
Το δίκαιο που φωνή δεν έχει, αλλά ακούγεται στους γκρεμούς και στα φαράγγια των Ηπειρώτικων βουνών, στα λημέρια της κλεφτουριάς και στα απόσκια της ηπειρώτικης αντρειοσύνης. Εκεί όπου λιπάστηκε με τα σώματα αγωνιστών και ποτίστηκε με τα δάκρυα μαυροφορεμένων γυναικών.
Αυτό το δίκαιο υπηρέτησαν.
Τι κι αν του έδωσαν πολλά ονόματα. Ένα είναι το δίκαιο. Αυτό που υπηρετεί τον άνθρωπο και όχι τα ανθρωπόμορφα φασιστοειδή.
Μολονότι έχουν μεσολαβήσει εβδομήντα και πλέον χρόνια από τη λήξη του πολέμου, οι προσδοκίες και τα οράματα, που ενέπνεαν τότε τον ελληνικό, λαό, δεν προβάλλουν πάντα απόμακρα. Η αναγωγή αυτών των προσδοκιών και των οραμάτων σε σταθερές αρχές και αξιόπιστες προτάσεις, καταξιωμένες μέσα από πικρές εμπειρίες και σκληρούς αγώνες, ήταν εύλογο να τους προσδώσει μεγαλύτερη διάρκεια.
Περισσότερο ο όρκος των Ηπειρωτών…
Κι ορκίστηκαν οι Ηπειρώτες
Άλλα δέντρα θα φυλλορροήσουν κι άλλα θα επιζήσουν.
Θα ξαναστράψει το μυαλό της ζωής
Θα καπνίσουν τα τζάκια στα χωριά
Τη ζωή που μας έδωσαν να ζήσουμε, θα τη ζήσουμε.
Χαμένοι μέσα στις μαύρες δάφνες σκοτωμού και του ξεριζωμού.
Κι ούτε λυπόμαστε τον συναγωνιστή που μοιράστηκε τη στέρησή μας που βύθισε τον ήλιο σαν κοράκι με μια ελπίδα.
Βρήκαμε τη στάχτη. Μένει να ξαναβρούμε τη ζωή μας. Και τη βρήκαν.
Όμορφα, ήσυχα, δημιουργικά. Ξεριζώνοντας από μέσα τους τον ρατσισμό που προάγει άμεσα τον φασισμό.
Γιατί ο ρατσισμός εμφυτεύεται και βλασταίνει μέσα μας. Τον ρατσισμό ποτίζει η ρητορική του μίσους και του αποκλεισμού και λιπαίνει η αντίληψη πως κινδυνεύει με αλλοίωση η ακεραιότητα και η καθαρότητα του ιθαγενούς πολιτισμού.
Όσο έχουμε απεμπολήσει αξίες και ιδανικά που υπηρετούν τον άνθρωπο και τις έχουμε αντικαταστήσει από τη ματαιοδοξία και τη μωροφιλοδοξία του «μοναδικού» και ως εκ τούτου «ανώτερου», τόσο θα καταγκρεμίζουμε τις γέφυρες που ενώνουν την αδελφοσύνη με την αξιοπρέπεια, τη διαφορετικότητα με την ισότητα.
Γιατί πώς να το κάνουμε; Δεν είμαστε όλοι ίδιοι και ούτε μπορούμε να είμαστε. Ίσοι οφείλουμε να είμαστε, δεν μπορούμε παρά να μην είμαστε, αν θέλουμε να καταξιώνουμε και να υπηρετούμε τη δομή του πολιτισμού και την υφή του ανθρωπισμού και της δημοκρατίας. Ίσοι ως προς τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις ατομικές ελευθερίες. Το επιβάλλει το δίκιο του ανθρωπισμού και της ειρήνης. Το «βροντοφωνάζουν» τα μαρτυρικά χωριά της Ηπείρου.
«Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος,
Δεν θα πάψεις ούτε στιγμή ν’ αγωνίζεσαι για την ειρήνη και για το δίκαιο». (Τάσος Λειβαδίτης)
Η μάχη κατά του φασισμού και του ρατσισμού πρέπει να κυριαρχήσει στη ζωή μας. Το θέμα αφορά όλους μας.
«Πιο πέρα είναι ένα σπίτι που καίγεται κι ύστερα ένα άλλο, και
ύστερα το δικό σου». (Γιάννης Ρίτσος)
Κάθε αδιαφορία συνιστά ανακολουθία στην καταξίωση της ανθρώπινης προσωπικότητας σε μοναδική και ανεπανάληπτη αξία. Κάθε ανθρώπου. Όλων των ανθρώπων. Διαφορετικά θα επαληθευτεί ο ποιητής.
«Είναι η βαρβαρότητα. Τη βλέπω να ‘ρχεται μεταμφιεσμένη, κάτω από άνομες συμμαχίες και προσυμφωνημένες υποδουλώσεις. Δεν θα πρόκειται για τους φούρνους του Χίτλερ ίσως, αλλά για μεθοδευμένη και οιονεί επιστημονική καθυπόταξη του ανθρώπου. Για τον πλήρη εξευτελισμό του.
Για την ατίμωσή του».(Οδυσσέας Ελύτης)
Όσο κρατάμε στον κόρφο μας το θεριό του φασισμού, τόσο απομακρυνόμαστε από τα ιδανικά του Έλληνα και άλλο τόσο σκυλεύουμε πάνω στη διαχρονική αξία της θυσίας του στα κακοτράχαλα ηπειρώτικα βουνά που στέκουν σηματωροί της ελευθερίας και της πανανθρώπινης αξιοπρέπειας και της οικουμενικής διδαχής:
«Τον κόσμο αγκάλιασα και να / τον κόσμο εντός μου βάζω...».
Δείτε ένα βίντεο του Χρίστου Α. Τούμπουρου για το έπος του '40. (Οι περισσότερες
φωτογραφίες δημοσιεύονται για πρώτη φορά)