Παραδοσιακά ποντιακά ξεροτήγανα.
Πέμπτη 5 Μαρτίου 2026
Ωτία, το Ποντιακό Γλυκό της χαράς
Γεύση και παράδοση: Λαχανόπιτα στα κάρβουνα, όπως παλιά.
Στη Φραγκίστα Ευρυτανίας, η κυρία Αλεξάνδρα, μια γυναίκα γεμάτη ζεστασιά και μνήμες από τα παλιά, μας μάγεψε με μια αυθεντική συνταγή: λαχανόπιτα στα κάρβουνα.
|
Το χωριό που κρύβει ξεχασμένες ιστορίες και έναν θησαυρό χαμένο στον χρόνο!
Ένα χωριό γεμάτο μυστικά: Από τα πηγάδια και τη χαμένη τέχνη της ραβδοσκοπίας, μέχρι το θρυλικό κάστρο και τις γεύσεις της παράδοσης!
Παραγωγή:Greek Village Life
"Συνελήφθη λακτίζων αρειμανίως το πέος του". Ο έρωτας στα μαθητικά μας χρόνια. (Για γέλια και για κλάματα)
Γράφει ο Χρήστος Α. Τούμπουρος
Είχα γράψει κάποτε, μαθητής ων, σ’ ένα τετράδιο πως «έρωτας είναι η πρόσαψις δύο επιδερμίδων». Δε θυμάμαι πού το είχα διαβάσει και μού έκανε τέτοια εντύπωση, ώστε να το αντιγράψω στο τετράδιο των αρχαίων ελληνικών. Αυτό ήταν μέγα λάθος. Το διάβασε ο καθηγητής μου και μού απάντησε μειδιώντας… « Ποια επιδερμίδα. Η δική σου είναι από καλώδιο και δεν επηρεάζεται στο συναίσθημα. Κακός, κάκιστος αγωγός». Παράλληλα μού άστραψε κάτι χαστούκια που μού «ήρθε ο ουρανός σφοντύλ’». Παραλίγο να ξεκολλήσ’ το κεφάλ’.
Έρωτας! Απαγορευμένη λέξη στην κοινωνία των Τζουμέρκων. Ειδικότερα οι μαθητές και περισσότερο οι μαθήτριες. Απαγορεύονταν. Κι αν τυχόν ζευγαρώνονταν, εκεί να δεις σκουσμός, κατάρες, αναθέματα και ουρλιάσματα. «Μωρή παλιοσουλτούκου. Δεν έχω μούτρα να βγω στην κοινωνία». Και επακολουθούσαν χίλια δυο ανείπωτα. Πέρα από το μπερντάκι είχε και αναγκαστικό εγκλεισμό κατ’ οίκον η διάρκεια του οποίου ποίκιλε ανάλογα με το «ύψος του αμαρτήματος» και «την ηθική της οικογένειας». Να πούμε ακόμη πως οι τιμωρίες αφορούσαν το γυναικείο φύλο. Σκληρές, πολύ σκληρές, αδιανόητες για τη σημερινή κοινωνία.
Το σκίρτημα, ο πόθος, το καρδιοτσίμπημα γινόταν συνεχώς, αλλά «το πίναμε με το ζουμί μας» ή επιδιδόμασταν σε ατέλειωτη χειράντληση, όπως μας είπε κάποιος καθηγητής μας, «γι’ αυτό πάθατε άμβλυνση εγκεφάλου, δηλαδή μαλάκυνση». Και με σχετική ή όχι άμβλυνση εγκεφάλου, όταν βλέπαμε θηλυκό νιώθαμε έντονα πως αποπνέει έρωτα, μοναδικό και ανεπανάληπτο και κυρίως ακατανίκητο. Και γράφαμε, και γράφαμε αβέρτα ερωτικές επιστολές, αφού νομίζαμε πως μας πλήγωσαν κατακρίκελα τα βέλη του ΄Ερωτα που όλες τελείωναν με τον όρκο: «Μέχρι τον τάφου σ’ αγαπώ» που σήμαινε πως και τη ζωή μας δίναμε γι’ αυτήν. Δεν ήταν να μας χαμογελάσει μια κοπελιά. Την κίνηση εμείς τη μεταφράζαμε, όπως θέλαμε, πως δήθεν ένιωθε για μένα έντονη αγάπη, επιθυμία για ερωτική συνεύρεση. Ατέλειωτη ονειροφαντασία. Και το ρίχναμε στο γράψιμο ερωτικών επιστολών και στην αυτοδιαχείριση.
Πολλές φορές, αν καταλαβαίναμε πως κάποιος ήταν αρκούντως τσιμπημένος -οργίαζε η φαντασία- δεν τον αφήναμε σε ησυχία. Ολόκληρες ερωτικές επιστολές, με αποστολέα δήθεν την «καψούρα» του, έφταναν ταχυδρομικώς ή δια αγγελιοφόρου στα χέρια του και μάλιστα του δίναμε και ραντεβού στο ποτάμι. Και πήγαινε ο κακόμοιρος άγρια μεσάνυχτα και περίμενε. Και όσοι ξέρουν από ποτάμι το χειμώνα καταλαβαίνουν πως πούντιαζε και «έπεφτε δερμάτ’ στο κρεβάτ’ απ’ την πούντα».
Για τυχόν ερωτική πράξη δραστηριοποιούνταν και ο Σύλλογος Καθηγητών και έπεφταν κάτι αποβολάρες «Παναγία βόηθα»…
«[…] , κατά το προεκτεθέν ιστορικόν της υποθέσεως, προκύπτουν πλείστα όσα ελαφρυντικά υπέρ του μαθητού στοιχεία, το μεγαλύτερον των οποίων είναι, ότι ούτος δεν εβίασεν την νεάνιδα, ούτε καν συναντήθη μετ’ αυτής εντός της οικίας της ή εν υπαίθρω, προς διακόρευσίν της, αλλ’ εδέχθη κοιμώμενος εν τω δωματίω του την 3ην μετά μεταμεσονύκτιον ώραν την επίσκεψιν της φίλης του νεάνιδος, πράγμα το οποίον αποτελεί σκανδαλώδη προκλητικότητα, προ της οποίας δεν θα ηδύνατο να αντιδράση, ούτε ώριμος ανήρ, όχι εις έφηβος 18ετής, ευρισκόμενος, ως γνωστόν, εις ψυχικήν και σωματικήν επανάστασιν. (…)
Εις ψυχικήν και σωματικήν επανάστασιν συνελήφθη μαθητής και απεβλήθη επί οκταήμερον! Η αιτιολογία της αποβολής του δικαιολογεί τον επαναστατικόν χαρακτήρα. «Αποβάλλεται διότι συνελήφθη λακτίζων αρειμανίως το πέος του».
Χρήστος Α. Τούμπουρος
Τετάρτη 4 Μαρτίου 2026
Μια γυναίκα, η Ακακία Κορδόση. Γράφει η Κατερίνα Σχισμένου
Η Ακακία Κορδόση (1940, Μεσολόγγι – 26 Μαρτίου 2015, Μεσολόγγι) δεν υπήρξε
απλώς μια σημαντική λογοτεχνική παρουσία. Υπήρξε μια πνευματική δύναμη με ρίζες
βαθιές στον τόπο της και βλέμμα στραμμένο στην Ευρώπη. Πεζογράφος,
μεταφράστρια, δοκιμιογράφος, με σπουδές Κλασικής Γαλλικής Φιλολογίας στην
Ελλάδα και Μοντέρνας Φιλολογίας στη Γαλλία, έφερε στη γραφή της εκείνη τη
σπάνια σύνθεση πειθαρχίας και ευαισθησίας που μιλά μέσα από τη δύναμη της
σιωπής και γίνεται κραυγή φτάνοντας έως τις μέρες μας.
Οι εγκύκλιες σπουδές της στην Παλαμαϊκή Σχολή και η μετέπειτα ακαδημαϊκή της
διαδρομή, από την Ελλάδα έως τη Ντιζόν, δεν ήταν απλώς τίτλοι. Ήταν θεμέλια για
την ίδια και ψηφίδες για τα έργα της. Εργάστηκε ως καθηγήτρια Γαλλικών στη
δημόσια εκπαίδευση και στην Υπηρεσία Τύπου της Γαλλικής Πρεσβείας — μια πορεία
που καταδεικνύει όχι μόνο τη γλωσσική επάρκεια αλλά και την ουσιαστική
διαπολιτισμική γέφυρα. Και αυτή η γέφυρα διακρίνεται καθαρά στο έργο της:
ελληνική ψυχή, ευρωπαϊκή παιδεία.
Η πρώτη της εμφάνιση στα γράμματα το 1967, με διήγημα στη «Νέα Εστία», δεν
ήταν πυροτέχνημα. Ήταν η αρχή. Ακολούθησαν συνεργασίες με το «Έθνος» και τα
«Ιστορικά της Ελευθεροτυπίας», αλλά η ουσία βρισκόταν αλλού: στη σταθερή,
εσωτερική της πορεία ως δημιουργού που δεν έγραφε για να ακουστεί δυνατά, αλλά
για να ακουστεί βαθιά.
Η γραφή της Ακακίας Κορδόση εντάσσεται σε εκείνο που ονομάζουμε λυρική
γυναικεία πεζογραφία — με την ουσιαστική έννοια του όρου. Όχι ως ταμπέλα, αλλά
ως στάση. Οι ηρωίδες της δεν κραυγάζουν, βιώνουν, προχωρούν. Οι χαρακτήρες της
δεν επιδεικνύουν το δράμα τους, το κουβαλούν σιωπηλά, το επεξεργάζονται. Και
εκεί, μέσα σε αυτό το «κουβάλημα», αναδύεται η δύναμη.
Το έργο της είναι εκτενές και πολυδιάστατο. Στα διηγήματα —από τις Γκρίζες
μέρες (1973) έως το Δεν πειράζει που δεν μ’ άκουσες (2011)—
διακρίνεται μια σταθερή ενασχόληση με τη μνήμη, τη φθορά, την απουσία, την
εσωτερική σύγκρουση. Στο Σαν μουσική τη νύχτα (1997) και στους Γερανούς
(1993), η γλώσσα αποκτά σχεδόν μουσική υφή. Δεν είναι τυχαίο: η Ακακία Κορδόση
ήξερε να ακούει τις παύσεις.
Στα μυθιστορήματά της —Ο εμπρησμός (1992), Το διπλό ταξίδι
(1994), Τα νοερά καλοκαίρια (1995), Ο μυστικός κόσμος του καθηγητή
Αναγνώστου (2001), Απ’ το ροζ ως το κόκκινο (2010)— διαφαίνεται
μια συγγραφέας που τολμά να εξερευνήσει την ανθρώπινη συνείδηση χωρίς να την
απλοποιεί. Δεν την ενδιαφέρει το εύκολο σχήμα. Την ενδιαφέρει η ρωγμή.
Ξεχωριστή θέση στο έργο της κατέχει το διήγημα Δεκατρείς φωνές της
σιωπής, που τιμήθηκε το 1991 με το Μέγα Βραβείο Γραμμάτων της Γαλλικής
Ακαδημίας και κυκλοφόρησε στα ελληνικά το 1992. Ο τίτλος από μόνος του είναι
δηλωτικός: φωνές και σιωπή σε διαρκή διάλογο. Εκεί συμπυκνώνεται η αισθητική
της. Η σιωπή, για την Ακακία Κορδόση, δεν είναι κενό. Είναι φορτισμένος χώρος.
Είναι το σημείο όπου η ψυχή μιλά χωρίς να θορυβεί. Προσωπικά «Το ραδιόφωνο» από
τις δεκατρείς σιωπές μιλά στις ψυχές των γυναικών κάθε εποχής…
Αυτή η ενασχόληση με τη σιωπή —ως υπαρξιακή και λογοτεχνική συνθήκη—
διατρέχει ολόκληρη την πεζογραφία της. Οι γυναικείες μορφές της δεν είναι
σύμβολα, είναι πρόσωπα. Κι όμως, μέσα από τη μοναδικότητά τους, γίνονται οι
ηρωίδες της καθημερινότητας. Η μητρότητα, η απώλεια, ο έρωτας, η απογοήτευση, η
εσωτερική αξιοπρέπεια — όλα αποδίδονται με γλώσσα λυρική αλλά πειθαρχημένη.
Χωρίς μελοδραματισμούς. Χωρίς περιττές εξάρσεις. Με εκείνη τη λεπτή ένταση που
σε ακολουθεί και μετά το τέλος της ανάγνωσης, και μετά τη σιωπή.
Η συμβολή της δεν περιορίζεται στην καθαυτό λογοτεχνία. Το θεατρικό της έργο
Ένας άνθρωπος που λεγόταν Μπάυρον (1974) αποκαλύπτει την ευρύτερη
πνευματική της καλλιέργεια, ενώ τα δοκίμια και οι μελέτες της —Αναλογίες
(1974), Γνωρίστε το Μεσολόγγι (1976), Το Μεσολόγγι της ομορφιάς
και του πνεύματος (2003), Από την Πίζα στο Μεσολόγγι (2011)—
μαρτυρούν βαθιά ιστορική και πολιτισμική συνείδηση.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η γλωσσική της μελέτη Μιλήστε μεσολογγίτικα
(1981), που τιμήθηκε με βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών. Δεν πρόκειται για μια
απλή καταγραφή ιδιωματισμών, είναι πράξη πολιτισμικής αυτογνωσίας είναι η βαθιά
αγάπη για τον τόπο της. Η Ακακία Κορδόση
δεν έβλεπε τη γλώσσα ως εργαλείο. Τη θεωρούσε ζωντανό οργανισμό, φορέα μνήμης
και ταυτότητας.
Ως μεταφράστρια, έφερε στο ελληνικό κοινό έργα του Μπαλζάκ και σύγχρονων
Γάλλων συγγραφέων όπως του Φρανς Ρος και της Κατρίν Αλεγκρέ. Μετέφρασε επίσης
την Ιστορία της πολιορκίας του Μεσολογγίου του Ογκίστ Φαμπρ. Οι
μεταφράσεις της δεν ήταν τεχνική άσκηση, ήταν διάλογος πολιτισμών. Και αυτό
απαιτεί ευαισθησία, όχι απλώς γνώση.
Η παρουσία της στο Μεσολόγγι υπήρξε καταλυτική. Συμμετείχε στην έκδοση
νεανικών λογοτεχνικών περιοδικών, ίδρυσε την Κινηματογραφική Λέσχη Μεσολογγίου,
υπήρξε μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Πνευματικού Κέντρου και, μαζί με
τον αδελφό της Νίκο Κορδόση, ίδρυσαν τον πολιτιστικό οργανισμό «Διέξοδος». Δεν
αποσύρθηκε στον πύργο της γραφής της. Ήταν παρούσα. Ενεργή. Ανήσυχη.
Η αναγνώριση ήρθε θεσμικά αλλά και ουσιαστικά. Το 2003 εξελέγη επίτιμη
διδάκτωρ Νεοελληνικής Λογοτεχνίας από τη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου
Αθηνών. Το 2004 τιμήθηκε με το Χρυσό Μετάλλιο του Κέντρου Ευρωπαϊκών Μελετών
για το σύνολο του έργου της. Στις 26 Μαρτίου 2015, η Ακακία Κορδόση έφυγε από
τη ζωή στο σπίτι της στο Μεσολόγγι, σε ηλικία 75 ετών. Έφυγε ήσυχα, όπως
έγραφε. Όμως το έργο της παραμένει. Και παραμένει ζωντανό.
Στην Ημέρα της Γυναίκας, η μορφή της δεν προσφέρεται για εύκολες εξιδανικεύσεις.
Δεν χρειάζονται περιγραφές και εικόνες σε μια εποχή που η εικόνα χάνεται στην
κενότητα των λόγων και φωνασκιών. Χρειάζεται ανάγνωση, χρειάζεται σιωπή.
Χρειάζεται επιστροφή στα κείμενά της, εκεί όπου η γυναικεία εμπειρία δεν
παρουσιάζεται ως σύνθημα αλλά ως σύνθετη, απαιτητική αλήθεια, η αλήθεια της σιωπής!
Με ρίζες από το Μεσολόγγι και φτερά στη γαλλική παιδεία. Με γραφή λυρική αλλά
αυστηρή. Με σιωπές που μιλούν. Σε μια εποχή που συχνά μπερδεύει την ένταση με
το βάθος, εκείνη απέδειξε πως η αληθινή δύναμη μπορεί να είναι χαμηλόφωνη. Και
ακριβώς γι’ αυτό, αδιαπραγμάτευτη. Μια γυναίκα- η Ακακία Κορδόση!
Κατερίνα Σχισμένου
Οδοιπορικό στην Παιδόπολη του Ζηρού: Τα παιδιά που σκότωσαν (;) τη θλίψη του εμφυλίου.
- Η αίθουσα ψυχαγωγίας

- Αίθουσα ψυχαγωγίας, πάνω από το τζάκι η πρώτη πινακίδα του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού

- Το θέατρο της Παιδόπολης

- Το θέατρο της Παιδόπολης

Το γήπεδο ποδοσφαίρου. «Η μπάλα ήταν η μεγαλύτερη χαρά μας», λέει ο Κ.Τραγανός, απαριθμώντας επαγγελματίες ποδοσφαιριστές που μεγάλωσαν στην Παιδόπολη- Ψηφιδωτό του Αγίου Αλεξάνδρου, έργο παιδιών της Παιδόπολης

- Το εκκλησάκι του Αγίου Αλεξάνδρου με το απρόσμενο αίθριο εσωτερικό. «Την Κυριακή είχε εκκλησιασμό, άλλος μπελάς κι αυτός... .
Εμείς μόνο μπάλα θέλαμε να παίζουμε - *Ευχαριστούμε το ΚΠΕ Φιλιππιάδας, και τον υπεύθυνο καθηγητή Δημήτρη Μπάσιο για το φωτογραφικό υλικό που μας παραχώρησε και τη συνδρομή του στο ρεπορτάζ.
Η συγκλονιστική ιστορία του Μενούση που έσφαξε τη γυναίκα του και έγινε τραγούδι
Μία τραγική ιστορία, είναι η ιστορία του «Μενούση», ένα υπαρκτό πρόσωπο που ζούσε στην Ήπειρο την εποχή της απελευθέρωσης από τους Τούρκους.
Ο «Μενούσης» έγινε γνωστός επειδή διέπραξε ένα έγκλημα πάθους. Σκότωσε τη γυναίκα του, γιατί πληροφορήθηκε ότι μίλησε σε άγνωστους άντρες δημοσίως, πράξη αυστηρά απαγορευμένη για την τότε συντηρητική εποχή.
Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας τρεις φίλοι, δύο Έλληνες, ο Μενούσης και ο Μπερμπίλης, και ένας Τούρκος, ο Ρεσούλ-Αγάς, βρίσκονται σε ένα ταβερνάκι και γλεντούν. Πάνω στη κουβέντα αρχίζουν και μιλούν για τις όμορφες γυναίκες.
Μενούσης
Την εποχή εκείνη η γυναίκα για να θεωρείται τίμια σύμφωνα με τον κώδικα ηθικής εκείνης της εποχής δεν έπρεπε να κυκλοφορεί στον δρόμο άσκοπα μόνη της και ασυνόδευτη. Επίσης, ένας άνδρας επιτρεπόταν να μιλήσει σε μια γυναίκα, το αντίστροφο όμως απαγορευόταν.
«Όμορφη γυναίκα έχεις» λέει ο Μεχμέτ αγάς στον ομοτράπεζο Μενούση. Ο Μενούσης λοιπόν θιγμένος ρωτά να μάθει που την είδε ο Ρεσούλ- Αγάς. Αυτός του απαντά πως την βρήκε στο πηγάδι να παίρνει νερό και όχι μόνο αυτό αλλά της μίλησε κι εκείνη του απάντησε, δηλαδή του έδωσε σημασία. Ο Μενούσης, μη θέλοντας να πιστέψει όσα του λέει ο φίλος του, του ζητά να περιγράψει τι φορούσε η γυναίκα του. «Ασημένιο μεσοφόρι με χρυσό φλουρί» του απαντά.
Πάνω στο μεθύσι και στη ζήλια του, ο Μενούσης πηγαίνει στο σπίτι και σκοτώνει την όμορφη γυναίκα του. Ξεμέθυστος την άλλη μέρα την κλαίει και την καλεί: «Σήκω χήνα, σήκω λυγαριά, να σε ιδούν τα παλικάρια να μαραίνονται, να σε ιδώ κι εγώ ο καημένος να σε χαίρομαι».
Αυτή την συγκλονιστική ιστορία αφηγείται το πασίγνωστο δημοτικό τραγούδι του «Μενούση» που τραγουδιέται και χορεύεται σε όλη την Ελλάδα, από την Ήπειρο ως τη Θράκη, από το Βόρειο Αιγαίο ως το Ιόνιο και από την Πελοπόννησο ως τη Θεσσαλία.








