Δευτέρα, 9 Μαρτίου 2015

Πλατανούσσα (Ραψίστα) Τζουμέρκων Ιωαννίνων. Απολαύστε τα video




 Απολαύστε τα video





















Η Πλατανούσ(σ)α βρίσκεται στο Νομό Ιωαννίνων και στον επαρχιακό άξονα που συνδέει τα Ιωάννινα με την Άρτα. Απέχει 45 χιλιόμετρα από τα Ιωάννινα και 35 χιλιόμετρα από την Άρτα. Απλώνεται στους πρόποδες και στα υψώματα του Ξηροβουνίου και βρέχεται από τον Άραχθο ποταμό πλησίον της ιστορικής γέφυρας της Πλάκας. Είναι Τοπική Κοινότητα του Δήμου Βορείων Τζουμέρκων.
Με το όνομα Ραψίστα τη συναντάμε από τους Βυζαντινούς χρόνους. Μετά την απελευθέρωση της περιοχής από τους Τούρκους, λίγο πριν την απελευθέρωση των Ιωαννίνων το 1913, αναγνωρίσθηκε ως Κοινότητα και υπήχθη στην Επαρχία Νικοπόλεως και Πάργας του Νομού Πρέβεζας, από τον οποίο μετακινήθηκε στο Νομό Ιωαννίνων. Το 1927 μετονομάσθηκε σε Πλατανούσσα με το Διάταγμα της 1-4-1927 (ΦΕΚ Α76/1927).
Το όνομα Πλατανούσσα το έλαβε από τα πολλά πλατάνια που φυτρώνουν και αναπτύσσονται μόνα τους στον τόπο της. Έχει πολλές πηγές και βρύσες και είναι πλούσια σε πανίδα και χλωρίδα.













Οικισμοί
Η Πλατανούσσα αποτελείται από τέσσερις (4) οικισμούς:

  • από το Κέντρο (Χωριό), το κεντρικό τμήμα του χωριού, το οποίο εκτείνεται από την περιοχή Στέρα μέχρι τις περιοχές Λακκώματα και Λογγά κοντά στον Άραχθο
  • την Δάφνη, που συναντά κανείς πρώτη όταν έρχεται από τα Ιωάννινα
  • τον Μαχαλά, που συναντά κανείς πρώτο όταν έρχεται από την Άρτα και
  • το Βουνί, που βρίσκεται στο υψηλότερο μέρος του χωριού, όπου δεσπόζει το μεταβυζαντινό εκκλησάκι της Ζωοδόχου πηγής με το όνομα Θεοτόκος.
Στο κέντρο του χωριού και στο επάνω μέρος αυτού βρίσκεται η κεντρική πλατεία, που είναι στρωμένη με πέτρα της περιοχής και εκτείνεται κάτω από μεγάλους βράχους. Εκεί υπάρχουν πλατάνια και πέτρινη βρύση. Δεξιά, όπως βλέπει κανείς την πλατεία από το δρόμο, βρίσκεται η πέτρινη εκκλησία της Παναγίας, η οποία κτίσθηκε μετά την καταστροφή της παλαιάς εκκλησίας της Παναγίας από κατολίσθηση της περιοχής ΝΔ της πλατείας το 1960.


Αριστερά της πλατείας βρίσκεται το μεταβυζαντινό εκκλησάκι της Αγίας Παρασκευής, διατηρητέο μνημείο προστατευόμενο από την Αρχαιολογική Υπηρεσία, όπως και το εκκλησάκι της Ζωοδόχου Πηγής στο Βουνί. Ο ναός της Αγίας Παρασκευής είναι κατάγραφος με τοιχογραφίες, οι οποίες χρονολογούνται από το έτος 1734, όπως μαρτυρεί η γραπτή κτητορική επιγραφή υπεράνω της εισόδου. Στο επάνω μέρος της πλατείας βρίσκονται οι ανδριάντες δύο επιφανών ανδρών της Πλατανούσας, του ποιητή Γεωργίου Κοτζιούλα και του Μουσουργού Δημητρίου Δραγατάκη, έργα του Γλύπτη Θεόδωρου Παπαγιάννη, τα οποία έγιναν με ενέργειες του Συλλόγου Πλατανούσσας Ιωαννίνων. Δίπλα από τους βράχους βρίσκεται το πέτρινο καμπαναριό του χωριού, δείγμα αρχιτεκτονικής της περιοχής.

Στην Πλατανούσσα σήμερα λειτουργεί Δημοτικό Σχολείο, το οποίο στεγάζεται στο πέτρινο Δημοτικό Σχολείο του οικισμού Δάφνης, διατηρητέο μνημείο. Παλαιότερα λειτουργούσαν τέσσερα Δημοτικά Σχολεία ένα σε κάθε οικισμό. Λειτουργεί νερόμυλος για τις ανάγκες του χωριού.
Οι κάτοικοι σύμφωνα με την απογραφή του 2011 είναι 478. Ασχολούνται με την γεωργία, κτηνοτροφία, μελισσοκομία, παραγωγή κρασιού και τσίπουρου, με οικοδομικές εργασίες και διάφορες άλλες τέχνες. Πολλοί από τους κατοίκους του χωριού διαμένουν σε μεγάλες πόλεις της Ελλάδος και του Εξωτερικού.
Ιστορία Σήμερα ονομάζεται Πλατανούσα, παλαιότερα το έλεγαν Ραψίστα, αλλά και Κακοραψίστα, γιατί έτσι το ξεχώριζαν από το χωριό Ραψίστα (Πεδινή Ιωαννίνων) και επειδή, όπως λέει η παράδοση, τον καιρό της Τουρκοκρατίας οι κάτοικοί του άνοιξαν, για κάποια χρόνια, αιματηρό πόλεμο με τους φρουρούς του "καρακόλιον". Από τότε είναι γνωστή η τοπωνυμία Τουρκομνήματα.
Στη θέση της σημερινής κοίτης του Αράχθου από την "Κλείφκη" μέχρι την Δαφνωτή εκτείνονταν μια αλμυρή λίμνη, το όνομά της κατά μια παράδοση "Αθηνά". Στις όχθες της λίμνης ήταν χτισμένη η θερινή Αθαμανία. Στη θέση "Κοτρόνια" τον ίδιο καιρό βρισκόταν η πόλη "Αθήναιον". Μετά τη γεωλογική αναταραχή ο τόπος για ικανό χρονικό διάστημα ερημώθηκε. Γύρω στο 1250 εκεί χτίστηκε ο πρώτος οικισμός του χωριού, που ήταν και ο πρώτος της περιοχής του Ανατολικού Ξηροβουνίου. Ιδρυτές του οικισμού ήταν άνθρωποι που είχαν διωχθεί από τον τόπο τους σαν ανεπιθύμητοι.
Πολύ πιο αργά τους πλαισίωσαν ενδεείς κάτοικοι των γειτονικών περιοχών, που είχαν αποκτήσει με τους πρώτους φιλικούς ή συγγενικούς δεσμούς. Τέλος με την πτώση του Σουλίου εγκαταστάθηκαν εδώ πολλοί Σουλιώτες.











Προσωπικότητες





ΕΛΕΓΕΙΟ ΣΤΟΝ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗ
Και συλλογιέμαι, Καρυωτάκη, τώρα
που η νύχτα πια του ερέβους σε κρατεί
για πάντα στης ανυπαρξίας τη χώρα,
συλλογιέμαι τη μοίρα του ποιητή.
Μια νύχτα, είχες βρεθεί χωρίς κανένα
σύντροφο στ' ακρογιάλι ναυαγός
και πέρα κάπου εγύρναες ολοένα
τα βλέμματά σου, αιώνιος νοσταλγός.
Ήσουν, αλήθεια, τόσο απαυδημένος
απ' τον αγώνα τον καθημερνό:
ένας μεγάλος εγκαταλειμμένος
από την γη και τον ουρανό
Και μες στην ώς θανάτου απόγνωσή σου
ξάφνου σε μια πικρότατη στιγμή
ερίχτηκες στα βάθη της αβύσσου
όπου τελειώνουν όλ' οι σπαραγμοί
Τι να σου πω και πώς να σε θρηνήσω,
στοχαστικό μου αδέρφι θλιβερό;
Έφυγες πριν ακόμα σε γνωρίσω
και μόλις τώρα σ' ένιωσα, νεκρό.
Μα κι αν εχάθης, ακριβέ, μού μένει
σ' αυτόν τον ασυμβίβαστο καιρό,
μου μένει σαν υπόμνηση η ειμαρμένη,
και ο στίχος σου που ως πένθος τον φορώ.
Από την πρώτη του συλλογή (Εφήμερα, 1932) και στη συνέχεια στον πρώτο τόμο των Απάντων του.

Από τη συλλογή Σιγανή φωτιά (1938)
ΣΤΡΟΦΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΣΥΓΚΡΙΤΟ
Ο Αλέξαντρος Παπαδιαμάντης, η μεγάλη
ψυχή, δεν είχε, λεν όσοι είδαν, να φορέσει
λουρί, γι' αυτό κι εκείνος έδενε τη μέση
μ' ένα σκοινί, σα διακονιάρης. Όταν πάλι
του'διναν τσάι ευρωπαϊκό σε σπίτι ξένο,
δεν το'παιρνε, γιατί δεν το'χε μαθημένο.
Φεύγοντας ύστερη φορά για τ' ακρογιάλι
(πενήντα περασμένα κι είχε καταπέσει)
τον πήρε το παράπονο, έκλαιε, πώς να μη μπορέσει
τ' αγόρι τ' αδερφού του κάπου να το βάλει.
«Αχ, όπως ήρθα στην πατρίδα μου πηγαίνω»
κρυφοτρεμούλιαζε τ' αχείλι πικραμένο.
Τίποτε δεν τους λείπει αυτών που γράφουν τώρα.
κι όμως τη χάρη ποιος την έφτασε εκεινού;
Κανένας άλλος, όση και να πάρει φόρα,
δε σώνει το χαλκά να πιάσει τ' ουρανού.
Από τη συλλογή Σιγανή φωτιά (1938) και στη συνέχεια στον πρώτο τόμο των Απάντων. Θα συμφωνήσω με τη Σοφία Κολοτούρου ότι είναι κρίμα που δεν μπήκε το ποίημα στην ανθολογία «Ποιητές για ποιητές» του Θ. Νιάρχου.
Από τη συλλογή Η δεύτερη ζωή (1938)

ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ
Τζουμέρκα - Αθήνα, αυτή ήταν όλη
που χάραξα, όλη μου η γραμμή.
Κίνησα απέκει μ' ένα τσόλι,
μου 'λειψε εδώ και το ψωμί. 
Αρχή κακού ηταν που δεν είχα
κουκούτσι πνεύμα πραχτικό
τριχιά την έκανα την τρίχα,
της φαντασίας μου υλικό. 
Έναν καιρό δεν ήθελα ούτε
να βλέπω ανθρώπινη θωριά.
«Βρέστε του (και μην τον ακούτε)
γυναίκα», έλεγαν στα χωριά. 
Αργότερα θα μ' έχουν βάλει
με δυο σειρές στο λεξικό.
Θα με ζηλέψουν τότε οι άλλοι,
θα γίνει ντόρος και κακό.
Από τη συλλογή Η δεύτερη ζωή (1938) και στη συνέχεια στον πρώτο τόμο των Απάντων του.

Από τη συλλογή Ο γρίφος (1938)
Ο ΓΡΙΦΟΣ 
Στίχο με στίχο, λέξη με λέξη, κόμμα με κόμμα,
το κεντρομέτρι το πατρικό μου στα χέρια ως να 'χα,
γύρευα, διάλεα, κι αγωνιζόμουν, ξανά κι ακόμα,
να γίνει κάτι για ν' ανασάνω -τότε μονάχα.
Καθώς η σκύλα που της αρπάξαν τα νέα κουτάβια,
παρόμοια σκούζω κι εγώ στης νύχτας το έναστρο πλάτος.
ω, εσείς που πάτε στης γης την άκρη γοργά καράβια,
στείλτε σινιάλο κι όλα τ' αφήνω να ρθώ τρεχάτος.
Ζητιάνος είμαι κι είχα ό,τι θέλει η ψυχή του ανθρώπου.
αέρας ήταν ο θησαυρός μου, μα ποιος τα ξέρει!
Μέρα και νύχτα, ξάπλα ή ολόρθος, στην πόλη κι όπου
μ' έφερνε η τύχη, τα συλλογιόμουν όπως οι γέροι
παλιές μονέδες που κομποδιάζουν μες στη σακκούλα
κι όλο φυλάνε μην τους προφτάσει γλήγορο μάτι.
Κι αν με ρωτούσαν: Ποιο είναι το βιο σου, Γιώργο Κοτζιούλα;
θ' αποκρινόμουν: - Οι κόποι μου είναι στίχοι μονάτοι.
Χώμα ήταν χάμου, βροχή αποπάνου, γύρω υγρασία
κι ο σύντροφός μου κουκουλωμένος όλο εβλαστήμα.
Σε μένα (ω θάμα!) χαμογελούσε η Αθανασία
κι άσε τους άλλους να προσκυνάνε, μού'λεε, το χρήμα.
Κάποτ' ερχόταν ο ήλιος πλάι μου στο παραθύρι
κι από την όψη μου έφευγε αμέσως όλη η χλωμάδα,
η άφωνη πίκρα πόχει το μούτρο του κακομοίρη.
δεν είχα τότε νου να κοιτάξω πώς παν τα γράδα.
Ο Αράπης ήταν κουλουριασμένος εκεί πιο πέρα
και μ' ένα νόημα του αφεντικού του πετιόταν ίσια.
Στο δάσος πρέπει να τριγυρίζεις τέτοιαν ημέρα,
να κόβεις ρείκια και να μυρίζεις κρίνα βουνίσια.
Χίλια παιγνίδια μού έκαν' ο σκύλος δίπλα στο ρέμα
(παράσταιν' ο άθλιος του ιπποδρομίου τ' ακράτητα άτια),
για να μου δώσει να καταλάβω πως ήταν ψέμα
τα όσα μου λέγαν οι εχτροί του τάχα για τα κομμάτια.
Καθώς επάαινα κάτου απ' τα δέντρα με βήμα πλάνο
συχνά γυρνούσε μες στο μυαλό μου μια τέτοια ιδέα:
Δε φέρν' ο διάολος εδώ κανέναν Αμερικάνο,
μην του γλιστρήσει το πορτοφόλι -θα' ταν ωραία!
Όσο να τα' βρω, κουτσοπερνούσα, μ' ελιά και σκόρδο
(καλύτερα έτσι παρά να τρέχω σε πόρτα ξένη).
Μα δεν πειράζει, θα συγκινήσω κανένα λόρδο,
μόλις θα μάθουν τι έχω γραμμένα στην οικουμένη.
Το πρώτο ποίημα της συλλογής Ο γρίφος (1938) και στη συνέχεια στον πρώτο τόμο των Απάντων του
Από τα ανέκδοτα ποιήματα της περιόδου 1928 - 1942
Της εξοχής
Μπορεί να τα στερώ από τίποτα αλεπούδες
αλλά μου αρέσουνε τα κούμαρα πολύ
και σκύβοντας μαζώνω σύριζα στις φλούδες
που σκάσαν από τον κορμό τον κανελή.
Μόνο ζουλάπια εδώ τρυπώνουν ή πουλάκι
που του' λειψε η καλοκαιριάτικη τροφή.
Πήρε να βρέχει τώρα, δρόσισε λιγάκι
- το ζώδιο άλλαξε, που λένε κι οι σοφοί.
Χωρίς να με σκοτίζει εμένα για το γένι
που το 'ευχαριστώ αφήσει μια βδομάδα, τριγυρνώ
στην εξοχή μου πάλι την αγαπημένη
με το μαβί κατά το σούρουπο βουνό.
Τι να ζηλέψω απ' τις σπουδαίες μεγαλοπόλεις
όπου πληρώνεις αρμυρά το καθετί;
Δεν ήμουν έμπορας εκεί ούτε καπνοπώλης
με τον αέρα ζούσα, τύπος ποιητή.
Από τον πρώτο τόμο των Απάντων του, όπου περιλαμβάνεται στην ενότητα Ανέκδοτα ποιήματα 1928-1942
Ποιήματα δημοσιευμένα σε εφημερίδες και περιοδικά μετά τον πόλεμο
Προσωπική καταγγελία
Σιχάθηκα όσους έμαθαν να χάφτουν με τα δυο
και γράφουν με τα πόδια,
γι' αυτό γυρνάω μ' αδύναμο κάκιωμα αθώων παιδιώ
διαμαρτυρία πλανόδια.
Αφού δεν έχω να τρυγάω κι εγώ από τα δικά
μου, πότε θα γλυτώσω,
Θε μου, από τα τυπογραφεία και τα περιοδικά,
που τα 'θελα όμως τόσο;
Αχ, μ' έχει πιάσει η μέγκενη του κακοπληρωτή
με τη βαριά σακούλα:
να ποιοι, χωρίς να φαίνονται, σταυρώνουν τον ποιητή
που λέτε εσείς Κοτζιούλα.
Ανθρωπομάζωμα
Σαν εκείνους τους σκασμένους που γενήκαν άρατοι,
κι άλλοι τους, θροφή των όρνιων, μείναν στις λακκούβες
μάς σηκώσαν απ' το στρώμα νύχτα οι τρισκατάρατοι
και μας σάκιασαν οι μπόηδες τσούρμο μέσ' στις κλούβες.
Άιντε μωρέ παιδιά δεν είναι τίποτα
ποιος θα σκιαχτεί από μας μούτρα ξετσίπωτα!
Δίχως φταίξη, δίχως κρίση (βρε τους αλειτούργητους!)
μέσ' στις φυλακές μας ρίχνουν και στα ξερονήσια,
καταπώς τούς ορμηνεύουν οι τρανοί οι κακούργοι τους
που κοπιάσαν στην Ελλάδα φορτωμένοι αλύσια.
Μωρ' ξένα αφεντικά πότε μας άρεσαν;
Όσοι άπλωσαν εδώ μας εμαγάρισαν.
Έρχεται καιρός, αδέρφια, κι όλοι τον ξανοίγουνε
που στην άφοβη γροθιά μας μπρος, την οργισμένη
κι οι αλλόφερτοι ένας-ένας παν καπνός -θα φύγουνε-
κι ούτε για σπορά δικός μας τύραννος δε μένει.
Μ' ανασυρμένα, βάι, μαχαιροθήκαρα
τραβάμε το χορό πρωτοπαλήκαρα!
Επανάσταση
Πού θα πάτε, πού θα πάτε! Κομποδιάστε τα κλεμένα,
κρύψτε και τ' ασημικά σας να τα χαίρεται η σκουριά
Θα 'βγουμε κι εμείς παγάνα, θα σας εύρουμε ως τον ένα,
και στην πόλη μέσα αν είστε και στ' απόμερα χωριά.
Πού θα πάτε, πού θα πάτε! Κι απ' τις άγιες πίσω εικόνες
αν τρυπώστε, θα σας βρούμε μ' όλα τα υποκριτικά
παρακάλια στο θεούλη που αναμπαίζεταν αιώνες
αδικεύοντας το πλήθος όπου του 'χατε χαλκά.
Πού θα πάτε, πού θα πάτε! Ξεσηκώθηκαν οι σκλάβοι,
κι όσοι ζούσαν αφεντάδες με τον ίδρο του αλλουνού
δε γλυτώνουν ούτ' αν φύγουν με ταχύπλωρο καράβι,
τόσο πλήθυναν τα δάκρυα της φτωχιάς και του ορφανού.
Πού θα πάτε, πού θα πάτε! Φυλακές και ξερονήσια
κι οι κλωτσιές στα κρατητήρια και οι χαφιέδες στα γιαπιά
μας διδάξανε να βρούμε τους δημίους αλύπητα, ίσια
σαν το φίδι που του δίνουν κατακέφαλα χτυπιά.
Πού θα πάτε, πού θα πάτε! Μόλις βλέπαμε κορδόνια
μας ερχόταν να χωθούμε στα κατάβαθα της γης,
και θαρρούσατε πως θα 'στε στου λαού τη ράχη αιώνια
μη γρικώντας τα σημάδια της μεγάλης αλλαγής.
Πού θα πάτε, πού θα πάτε! Να, ξυπνάει ο μιναδόρος
και της θάλασσας ο μούτσος κι ο λιγόλογος σκαφτιάς.
Πες και πες οι απλοί διδάχοι, στα στερνά θα πιάσ' ο σπόρος
κι είναι πια φουρτούνας βόγγος η φωνή της εργατιάς.
Πού θα πάτε, πού θα πάτε! Στα σχολειά και στις στρατώνες
κι απ' τους άμβωνες απάνω Φαρισαίοι χωρίς καρδιά
μας κρατούσαν στο σκοτάδι και με νόμους, με κανόνες
πρόσταζαν τον πεινασμένο «σουτ», «σκασμός» και «τσιμουδιά».
Πού θα πάτε, πού θα πάτε! Πρόστυχοι καλαμαράδες
με ψυχή ξεπουλημένη γράφανε κατεβατά
που γινόταν απ' το κράτος φημερίδες και φυλλάδες
να στραβώνετ' ο καθένας, να φλομώνεται μ' αυτά.
Πού θα πάτε, πού θα πάτε! Παίρνατ' άνογους χωριάτες
και τους στέλνατε κοπάδι στου πολέμου τη φωτιά,
διασκεδάζοντας οι ίδιοι με κυρίες μυρωδάτες
απ' αυτές που το 'χουν ρίξει στο πιοτό και στα χαρτιά.
Πού θα πάτε, πού θα πάτε! Δες που σήκωσε κεφάλι
κι όλο δείχνει τη γροθιά του προλετάριος τρομερός.
Δε σας αξίζ' η εξουσία και γι' αυτό την παίρνουν άλλοι.
Κατευόδιο, άρχοντές μου! Βλέπετε, άλλαξ' ο καιρός.

Το μαστορόπουλο
Τον πήραν τον Κολιό
τον πήραν οι μαστόροι
παιδί από το σκολειό
να μάθει πηλοφόρι.
Καρδιά πονετική
τον ξέβγαλε με κλάμα:
«Τετράδη Κυριακή,
θα καρτερώ για γράμμα».
Δε σώνει άλλο να ιδεί,
παιδεύεται το μάτι:
κρατούσε ένα ραβδί,
το στρώμα του στην πλάτη.
Μας έφυγε ο Κολιός
κι είχε μια τέτοια λύπη!
θα 'ναι όλοι δω τ' Άη-Λιος
και μόνο αυτός θα λείπει.
Από τη συλλογή Σιγανή φωτιά (1938) και στη συνέχεια στον πρώτο τόμο των Απάντων του.
Κοντός ψαλμός
Ήμουνα μικρό παιδάκι
μ' έλεε ο πατέρας Γάκη
και με βλέπαν τοσοδούλη
στο σκολειό με το τσατσούλι.
Μη ζηλεύοντας τη χάρη
του τσοπάνου του εξοχάρη,
γράμματα ήθελα να μάθω
να μην κάνω ούτ' ένα λάθο.
Πήγα στα Κατσανοχώρια
να 'μαι απ' τους δικούς μου χώρια
και της Άρτας το γιοφύρι
μ' είχε χρόνια μουσαφίρη.
Το παιδί της Πλατανούσας
(χωριατόπουλα, το νου σας!)
γράμματα ήθελε να μάθει
και κατάντησε στη Βάθη.
Μη ρωτάτε παρακάτου
ποια ήταν τα καλά υστερνά του.
Για σπουδάματα όποιος τρέχει
διάφορο τη φτώχεια του έχει.
(1948)
Το ποίημα αυτό μπήκε «Σαν επίλογος» στη συλλογή αφηγημάτων «Από μικρός στα γράμματα» που δημοσίευσε ο Κοτζιούλας σε συνέχειες στο περιοδικό Ηπειρωτική Εστία, και στη συνέχεια στη συλλογή «Ηπειρώτικα» που τύπωσε ο Κοτζιούλας το 1953. 

Βιογραφικό
Ο Γιώργος Κοτζιούλας γεννήθηκε στην Πλατανούσα, στα Τζουμέρκα της Ηπείρου το 1909. Αποφοίτησε από το σχολαρχείο Καλεντζίου και στη συνέχεια από το γυμνάσιο Άρτας. Το 1927 ήρθε πάμπτωχος στην Αθήνα, σπούδασε στη Φιλοσοφική, εργάστηκε ως διορθωτής, μεταφραστής και συντάκτης σε περιοδικά.
Σαν ήρθε στην "καταραμένη Αθήνα', όπως την ονόμαζε, τα 'χασε. Γνώρισε την πείνα, δούλεψε σαν γκαρσόνι και ίσως και λούστρος. Την επιβίωση στην αφιλόξενη πολιτεία δεν τη γύρεψε από τους πλούσιους - ήξερε πως αυτοί έχουνε πορτοφόλι, μα όχι και καρδιά. Ο Κοτζιούλας - βγάζοντας ίσα ίσα το ψωμί του - ζούσε κάνοντας διορθώσεις σε περιοδικά κι εφημερίδες. Γράφτηκε στη φιλοσοφική σχολή του Πανεπιστημίου της Αθήνας και εντυπωσίασε τους καθηγητές του με τις γνώσεις του για την αρχαία ελληνική γλώσσα και τα λατινικά. Μονάχος του, από μια μέθοδο, έμαθε καλά τα γαλλικά. Οι ταλαιπωρίες που είχε περάσει τον έκαναν φθισικό. Τον πήγαν σε σανατόριο στην Πεντέλη. (αναμνήσεις φίλου του)
Το ένα του παπούτσι ήταν σχισμένο και φαινόταν καθαρά από μέσα το πόδι του. Με κατάπληξη άκουσα την απάντηση πως δεν ήθελε θέση, για να μη θάψει το ταλέντο του σ' ένα γραφείο και ότι προτιμούσε να παλέψει σκληρά, αλλά να 'χει καιρό ελεύθερο να γράφει ποιήματα. Εκείνο που θυμάμαι είναι ότι κάθε βράδυ έτρωγε μόνο ένα μαρούλι και κοιμόταν μια χαρά. (αναμνήσεις Δ. Φωτιάδη).
Στην κατοχή επέστρεψε στο χωριό του και πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση. Οργάνωσε το καλλιτεχνικό τμήμα της 8ης Μεραρχίας ΕΛΑΣ Ηπείρου, συγκρότησε τον θίασο Λαϊκή Σκηνή και περιόδευσε στα χωριά. 
«Με παρακινούσε κι αυτός να συνεχίσω. Αλλά πιο επίμονος ήταν ένας άλλος, περαστικός από κει, φιλοξενούμενός μας. Λεγόταν Δημήτρης Καλλιτέχνης. Το δεύτερο ήταν ψευδώνυμό του. Αυτός περιόδευε μαζί με ένα συνεργείο φωτογράφων τα τμήματά μας κι έβγαζαν αράδα φωτογραφίες με κάτι ειδικές μηχανές. Συγκέντρωναν αυθεντικές μαρτυρίες για τις μέλλουσες γενιές. Τον θυμάμαι να μου λέει: Από σένα απαιτώ να μην αφήσεις το θέατρο. Δεν ξέρω τι άλλα κάνεις, αλλά έχουμε ανάγκη από Θέατρο. Είδες πόσο τους αρέσει, πόσο σε χειροκρότησαν προχτές; Εγώ προκάλεσα το ανέβασμά σου στη σκηνή. Ήθελα να σε δέσω. Τους άκουσες. Τους είδες. Τώρα έδεσες συμβόλαιο μαζί τους. Έτσι δεν είναι; Θα γράφω. Υποσχέθηκα και στρώθηκα στο γράψιμο. Γύριζαν από τις μάχες οι αντάρτες και ρωτούσανε: Θάχουμε τίποτε την Κυριακή; Θα 'πρεπε νάσαι αναίσθητος για να μην τους ετοιμάσεις κάτι. Αυτοί ξεθεώνονταν στις πορείες, φύλαγαν σκοπιές σε μέρη άγρια, μάζευαν ξύλα, παιδευόντουσαν. Για φαγητό είχανε κουρκούτι και γυφτοφάσουλα. Μα δεν τους άκουγες να μουρμουρίζουν. Ήταν πάντα έτοιμοι να τρέξουν για τη μάχη, μην ξέροντας αν θα γυρνούσαν ζωντανοί. Μπορούσες λοιπόν να μη χρωστάς σε τέτοια αυτοθυσία»; (Απόσπασμα από το βιβλίο του «Θέατρο στα βουνά».
Το 1945 γύρισε στην Αθήνα. Ταλαιπωρήθηκε στα αστυνομικά κρατητήρια. Παντρεύτηκε το 1950, έκανε ένα γιο. Η υγεία του ήταν πάντοτε κακή. Πέθανε το 1956 από καρδιακή προσβολή. Άφησε πίσω του πλούσιο μεταφραστικό έργο από τα αρχαία ελληνικά, τα λατινικά και τα γαλλικά. Το συγγραφικό του έργο συγκεντρώθηκε μετά το θάνατό του σε τρεις τόμους με τη βοήθεια φίλων του. Ανεξάρτητα κυκλοφορούν οι αναμνήσεις του «Θέατρο στα βουνά» και «Όταν ήμουν με τον Άρη».













Επίμετρο:Σοφία Κολοτούρου
Τον Γιώργο Κοτζιούλα οι περισσότεροι από μας τον γνωρίζουμε κατ' όνομα. Ισως μάλιστα να έχουμε πετύχει κανα-δυό ποιήματά του σε ανθολογίες, ίσως και κάποια αναφορά του ονόματός του σε σχέση με την αντιστασιακή του δράση.
Ωστόσο, τον γνωρίζουμε πραγματικά; Ως ποιητής με ενδιέφερε προσωπικά πάρα πολύ εδώ και πολλά χρόνια, κατά τη διάρκεια των οποίων αναζητούσα τα ποιήματά του, μα έβρισκα ελάχιστα σκόρπια εδώ κι εκεί. 
Συγκεκριμένα, είχα βρει το 1998 λίγα ποιήματα σε κάποιες ανθολογίες, και κυρίως στην ανθολογία "η Χαμηλή Φωνή' του Μανόλη Αναγνωστάκη, όπου ανθολογούνταν ο Κοτζιούλας με 7-8 ποιήματα.
Από τότε όμως, όσο κι αν έψαχνα σε βιβλιοπωλεία και στο ίντερνετ, δεν έβρισκα πουθενά τα ποιήματα του Κοτζιούλα, μέχρι που ο Νίκος Σαραντάκος στην πολύ καλή ιστοσελίδα του αποφάσισε να ανεβάσει ένα εκτεταμένο δείγμα της δουλειάς του, ποιητικής και συγγραφικής.
Μετά από επικοινωνία με τον Νίκο Σαραντάκο, επιλέξαμε σήμερα από κοινού, να παρουσιάσουμε στους αναγνώστες του Ποιείν ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα της ποιητικής του δουλειάς, ώστε να θυμηθούν οι παλαιότεροι και να πληροφορηθούν οι νεότεροι σχετικά με αυτόν τον ποιητή, που παραμένει γνωστός-άγνωστος για πολλούς από μας. Γι' αυτό το λόγο προσθέσαμε και ένα σύντομο βιογραφικό του Κοτζιούλα. 
Οι αναγνώστες που θέλουν να πληροφορηθούν περισσότερα, τόσο για το ποιητικό και συγγραφικό του έργο, όσο και για τον βίο του, παρακαλούνται να ανατρέξουν στις επόμενες ιστοσελίδες του Νίκου Σαραντάκου, τον οποίον και ευχαριστούμε για την παραχώρηση. 
Συγκεκριμένα, στη σελίδα 
μπορείτε να δείτε πάρα πολλά από τα ποιήματα και πεζά του Κοτζιούλα, καθώς και να διαβάσετε τα βιογραφικά του στοιχεία,ενώ στη σελίδα
μπορείτε να διαβάσετε ολόκληρο το αφήγημα: "από μικρός στα γράμματα'.














Δημήτρης Δραγατάκης 

Πολυγραφότατος συνθέτης, γενναιόδωρος δάσκαλος και σεμνός ιδεολόγος, ο Δημήτρης Δραγατάκης διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στην εδραίωση της νεότερης ελληνικής μουσικής.

Δημήτρης Δραγατάκης - 100 Χρόνια από τη γέννησή του



 Η ελληνική παράδοση, ιδίως τα μουσικά ιδιώματα της ιδιαίτερης πατρίδας του, της Ηπείρου, τα πρωτοποριακά ρεύματα της εποχής του, αλλά και η κοσμοθεωρία του για τις ανθρωπιστικές αξίες της τέχνης αποτέλεσαν τους πυλώνες της δημιουργικότητας και της δράσης του.


Ο Δημήτρης Δραγατάκης, πρωτότοκος γιος της οικογένειας του Λεωνίδα Δραγατάκη, μαραγκού στο επάγγελμα, γεννήθηκε στην Πλατανούσα της Άρτας στις 21 Ιανουαρίου 1914. Μαζί με τον αδελφό του Νικόλαο εγκαταστάθηκαν στα Γιάννενα το 1927, όπου για ένα χρόνο παρακολούθησαν μαθήματα βιολιού, εργαζόμενοι παράλληλα σε ξυλουργείο για να εξασφαλίζουν τα προς το ζην. Στη συνέχεια, ο Λεωνίδας Δραγατάκης οδήγησε τους γιους του στην Αθήνα για να σπουδάσουν μουσική. Η επιλογή αυτή οφείλεται εν μέρει στη μεσολάβηση τοπικού βουλευτή στον τότε Διευθυντή του Εθνικού Ωδείου Μανώλη Καλομοίρη, ο οποίος και παρείχε στα δυο αδέλφια δωρεάν φοίτηση καθ΄ όλη τη διάρκεια των σπουδών τους, καθώς και καλλιτεχνική καθοδήγηση στις πρώτες συνθετικές απόπειρες του Δ. Δραγατάκη. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες που συγκέντρωσε η μουσικολόγος Μαγδαληνή Καλοπανά, κύρια επιθυμία του Λεωνίδα Δραγατάκη, ο οποίος διαπνεόταν από προοδευτικές πολιτικές πεποιθήσεις, ήταν να προσφέρει στους γιους του επαγγελματικές διεξόδους εκτός των στενών ορίων του τόπου καταγωγής τους. 

Στην Αθήνα, τα δυο αδέλφια έκαναν διάφορες δουλειές για να καλύπτουν τα έξοδα του βιοπορισμού τους. Ο Δημήτρης εργάστηκε, μεταξύ άλλων, και σε ένα εργοστάσιο αρμάτων στην οδό Λιοσίων, όπου η ισχυρή πολιτική οργάνωση της περιοχής τον έπεισε να προσχωρήσει στην Αριστερά. Μάλιστα, σε κάποια από αυτές τις χειρωνακτικές εργασίες ο Δημήτρης Δραγατάκης είχε ένα ατύχημα που παραμόρφωσε τα δάκτυλα του δεξιού χεριού του, χωρίς αυτό να επηρεάσει την ικανότητά του να παίζει βιολί. Οι μουσικές σπουδές Αφού ολοκλήρωσε τα μαθήματα βιολιού με τον Γεώργιο Ψύλλα στο Εθνικό Ωδείο, ο Δ. Δραγατάκης αποφοίτησε με Πτυχίο βιολιού με βαθμό Άριστα παμψηφεί και χρηματικό έπαθλο της Διεύθυνσης του Ωδείου τον Ιούνιο του 1938. Αμέσως μετά άρχισε να διδάσκει βιολί στο κεντρικό Εθνικό Ωδείο (μέχρι το 1947) και σε διάφορα παραρτήματά του (μέχρι το 1941). Παράλληλα, συνέχισε τις σπουδές του στα Ανώτερα Θεωρητικά (τάξη Μιχάλη Βούρτση), λαμβάνοντας Πτυχίο Αρμονίας τον Ιούνιο του 1940 με βαθμό Άριστα παμψηφεί και χρηματικό έπαθλο της Διεύθυνσης του Ωδείου.
 Μουσική στην Αντίσταση
Το διάστημα 1941-1945, ο Δ. Δραγατάκης συμμετείχε στην Εθνική Αντίσταση ως μέλος του Ε.Α.Μ., δράση για την οποία έλαβε Αναμνηστικό Μετάλλιο αργότερα το 1988. Μάλιστα, μαζί με τον συνθέτη Αργύρη Κουνάδη έγραφαν αντιστασιακά τραγούδια τα βράδια, κρυμμένοι σε κάποια πλαγιά του Υμηττού, «τραγούδια που τραγούδησε όλη η Αντίσταση», σύμφωνα με δήλωση του ίδιου του συνθέτη. Το 1944 προσλαμβάνεται στην Ορχήστρα της Ε.Λ.Σ. παίζοντας βιόλα, με προτροπή του Καλομοίρη. Στο τέλος του 1946 παντρεύεται την Ηρώ Αϊβαλιώτου, επίσης βιολονίστρια, και στη συνέχεια επιστρατεύεται από τον Ελληνικό Εθνικό Στρατό (1947-1949). Επιστρέφοντας στην Αθήνα το 1950, εργάστηκε ως το 1957 στο Εθνικό Ωδείο ως δάσκαλος βιολιού, ενώ από το 1951 άρχισε η δεύτερη περίοδος συνεργασίας του με την Ορχήστρα της Ε.Λ.Σ. Το ίδιο έτος γεννήθηκε το πρώτο παιδί του συνθέτη, ο Λεωνίδας, ενώ πέντε χρόνια αργότερα η κόρη του Βάλια. Το Φεβρουάριο του 1952 ο Δραγατάκης έγινε τακτικό μέλος της Ένωσης Ελλήνων Μουσουργών και τον Σεπτέμβριο ξεκίνησε μαθήματα Αντίστιξης και Φούγκας με τον Λεωνίδα Ζώρα στο Εθνικό Ωδείο, απ' όπου έλαβε το αντίστοιχο Πτυχίο τον Ιούνιο του 1955 με βαθμό Άριστα παμψηφεί και χρηματικό βραβείο εις μνήμην Καλλιόπης Κοκκίνου.
Οι πρώτες διακρίσεις στη σύνθεση Από το 1958 ο Δραγατάκης αρχίζει τη συστηματική σύνθεση έργων, εκ των οποίων πολλά διακρίνονται σε Πανελλήνιους Διαγωνισμούς. Παρακολουθεί με μεγάλο ζήλο τις συνθετικές τάσεις της εποχής του, προσεγγίζοντας σταδιακά τα σύγχρονα μουσικά ρεύματα. Παρά την αρχική μαθητεία του πλάι στον Λεωνίδα Ζώρα και τον Μανώλη Καλομοίρη, δεν ταυτίστηκε ποτέ με το ύφος της Εθνικής Μουσικής Σχολής, αλλά διαμόρφωσε το δικό του προσωπικό στίγμα με επιρροές, τόσο από τα ηπειρώτικα τραγούδια, όσο και από τις νεότερες τάσεις στη μουσική σύνθεση. 
«Εμορφώθη η γνώμη ότι ούτος διατηρεί τας αριστεράς του ιδέας» Την περίοδο της δικτατορίας (1967-1974), ο Δ. Δραγατάκης, αν και διακριτικότατος ως προς τις πολιτικές του πεποιθήσεις, χάνει τη θέση του στην Ορχήστρα της Ε.Λ.Σ. καθώς η σύμβασή του δεν ανανεώνεται. Πολιτικές νύξεις για την πολιτική δράση του συνθέτη και τη γενικότερη θεώρησή του δύνανται να ανιχνευθούν -εκφράζονται κυρίως με αλληγορικό τρόπο- στα έργα του «Συμφωνία Αρ. 1» (1959), «Συ μφωνία Αρ. 2» (1960), «Στροφές» (1972) και «Αντιθέσεις» (1995). Για παράδειγμα, στο έργο «Στροφές», ο συνθέτης «είχε διευκρινίσει ότι το σόλο της τούμπας σε μία στροφή αντιπροσωπεύει τη μορφή του δικτάτορα, ενώ η απάντηση στα λόγια του έρχεται σε επόμενη στροφή, υπό τη μορφή «εξέγερσης» των οργάνων της ορχήστρας, ως συνολική και προβλέψι- μη απεικόνιση της ελληνικής επταετίας (Αφιέρωμα Καλλιτεχνικής Εστίας Συνθετών, 16.12.2000)» (Πολύτονον, τ. 63).

 Καθηγητής στο Εθνικό Ωδείο
Από το 1977 αρχίζει εκ νέου η συνεργασία του Δ. Δραγατάκη με το Εθνικό Ωδείο, ως καταξιωμένου πλέον συνθέτη, λαμβάνοντας τη θέση του Καθηγητή Ανωτέρων Θεωρητικών και μετέχοντας στις περισσότερες Εξεταστικές Επιτροπές του Ωδείου. Από την άνοιξη του ίδιου έτους αρχίζει επίσης να μετέχει στα Δ.Σ. της Ένωσης Ελλήνων Μουσουργών. Το καλοκαίρι του 1979 του απονέμεται τιμητική σύνταξη από το Υπουργείο Πολιτισμού για «εξαιρετικές υπηρεσίες στη μουσική», ενώ αρκετά αργότερα (11.2.1991 έως 10.2.1993), ο συνθέτης αποτέλεσε και ο ίδιος μέλος της Καλλιτεχνικής Επιτροπής που εισηγούνταν τις τιμητικές συντάξεις των καλλιτεχνών (εικαστικών και μουσικών). Το 1980 ο Δραγατάκης ορίστηκε για πρώτη φορά μέλος του Ειδικού Ταμείου Οργανώσεως Συναυλιών (Ε.Τ.Ο.Σ.) της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών, θέση που διατήρησε ως το θάνατό του. Παράλληλα, ορίστηκε Έφορος της Σχολής Ανώτερων Θεωρητικών, μέλος της Καλλιτεχνικής Επιτροπής, καθώς και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Εθνικού Ωδείου.

Δείτε ένα video με μουσική  του Δ. Δραγατάκη

 Αφιερώματα και παραγγελίες έργων 
Την τελευταία δεκαετία της ζωής του διοργανώθηκαν πολλά αφιερώματα αποκλειστικά στη δημιουργία του, όπως από το Ινστιτούτο Έρευνας Μουσικής και Ακουστικής, το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών και άλλους φορείς. Πολλές ήταν και οι παραγγελίες έργων από τον συνθέτη. Το 1988 κατόπιν παραγγελίας του Δήμου Ηρακλείου γράφει το Κοντσερτίνο για σαντούρι και ορχήστρα, ένα εγχείρημα σύμπραξης μιας καθιερωμένης «κλασικής» μορφής με ένα όργανο που φέρει έντονα τα παραδοσιακά ηχοχρωματικά και πολιτιστικά χαρακτηριστικά. Άλλες σημαντικές παραγγελίες ήταν τα έργα Ωδή ΧΙΙΙ για φωνή και μικρό σύνολο, για το έτος Κάλβου (Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, 1992) και Κοντσέρτο για βιόλα και ορχήστρα (Μέγαρο Μουσικής, 1992). Το γεγονός ότι η σταδιοδρομία του ως συνθέτη ξεκίνησε σε σχετικά μεγάλη ηλικία (40-42 ετών), όταν οι βασικές του κατευθύνσεις και η στάση ζωής του είχαν πλέον κατασταλάξει, συνέβαλε στο να διατηρήσει μια έντονα ανεξάρτητη πορεία, χωρίς να «αλωθεί» από τις εκάστοτε μόδες των πρωτοποριακών ρευμάτων των δεκαετιών του '60 και του '70. Ήδη το πρώτο του έργο (Κουαρτέτο εγχόρδων αρ.1, 1957) φέρει τη σφραγίδα της ωριμότητας και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του προσωπικού του ύφους.
Το 1995 ο Δραγατάκης καταλαμβάνει τη θέση του Αντιπροέδρου της Ένωσης Ελλήνων Μουσουργών (Ε.Ε.Μ.), την οποία διατήρησε ως το Μάρτιο του 2001, οπότε και ανακηρύχθηκε ομόφωνα ισόβιος επίτιμος Πρόεδρος της Ένωσης. Το 1997 του απονεμήθηκε το βραβείο «Μαρία Κάλλας» από το Γ΄ Πρόγραμμα της Ελληνικής Ραδιοφωνίας και δύο χρόνια αργότερα το βραβείο «Εις μνήμην Γ. Παπαϊωάννου» της Ακαδημίας Αθηνών. Τέλος, από το 1999 και έως το θάνατό του, αποτέλεσε μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, ως εκπρόσωπος της Έ.Ε.Μ. 
Πλήρης προσφοράς
Ο Δημήτρης Δραγατάκης πέθανε στις 18 Δεκεμβρίου του 2001, όντας δημιουργικός και δραστήριος μέχρι το τέλος της ζωής του. Η κόρη του Βάλια Δραγατάκη - Κορωνίδη καταθέτει αναμνήσεις και σκέψεις την ημέρα που πλήθος κόσμου συνόδεψε τον πατέρα της στην τελευταία του κατοικία («Πολύτονον», τ. 64): «Ένας άνθρωπος 86 ετών τόσο κοντά στους νέους, με τόσους ανθρώπους δίπλα του. Δεν ζούσε στο περιθώριο της ζωής αλλά στο κέντρο της. Είχε τα προσωπικά του ενδιαφέροντα, τη μουσική που ήταν όλη του η ζωή κι όλα αυτά τον κρατούσαν νέο στην ψυχή και το μυαλό.»

Ο συνθέτης Θόδωρος Αντωνίου («Πολύτονον», τ. 19): θυμάται με πολλή αγάπη και εκτίμηση τον Δημήτρη Δραγατάκη: «Η γενναιοδωρία και η αγάπη του για τους νέους συνθέτες μαθητές του, αλλά και για τους μαθητές γενικά, ήταν απεριόριστες. Με τον χαρακτήρα και την διάθεση ενός στοργικού πατέρα κάθε τόσο προσπαθούσε να προωθήσει τους αξιόλογους ή να προστατεύσει τους αδύνατους».
 Εις μνήμην 
Το 2003 με πρωτοβουλία της οικογένειας του συνθέτη και στενού του φίλου, Θωμά Ταμβάκου, ιδρύθηκε ο «Σύλλογος Φίλων Δημήτρη Δραγατάκη» με σκοπό τη διαφύλαξη, μελέτη, προβολή, διάδοση και αξιοποίηση του έργου του Δημήτρη Δραγατάκη στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Στο Σύλλογο μετέχουν αρχιμουσικοί, πανεπιστημιακοί καθηγητές, συνθέτες, μουσικοί, μουσικολόγοι, αλλά και φίλοι και συγγενείς του συνθέτη. Ο Σύλλογος διοργανώνει σε ετήσια βάση συναυλίες με έργα του συνθέτη και υποστηρίζει σταθερά τις εκδόσεις των έργων του (έντυπες και ηχητικές). Η σημαντικότερη, ωστόσο, πρωτοβουλία του Συλλόγου Φίλων Δ. Δρα-γατάκη είναι ο διετής Διαγωνισμός Σύνθεσης στη μνήμη του Δ. Δραγατάκη, σε συνεργασία με την Ένωση Ελλήνων Μουσουργών, με τον οποίο δίνονται κίνητρα σύνθεσης στη νέα γενιά των Ελλήνων δημιουργών, στην οποία πίστευε βαθιά ο Δραγατάκης.
Εργογραφία - Δισκογραφία
Πρόκειται για ένα πολυγραφότατο συνθέτη, ο οποίος είχε την τύχη να ακούσει εν ζωή το μεγαλύτερο μέρος των έργων του που έτυχαν ευρείας αποδοχής. Ο Δραγατάκης έγραψε μουσική για όλα σχεδόν τα μουσικά είδη και ο συνολικός αριθμός των έργων του υπερβαίνει τα 140. Τα πρώτα του έργα τοποθετούνται πριν το 1940 και τα τελευταία το έτος θανάτου του (2001). 
Συνοπτικά, η εργογραφία του Δραγατάκη περιλαμβάνει: Έξι Συμφωνίες καθώς και άλλα έργα για ορχήστρα, 14 έργα για σόλο όργανο και συνοδεία, επτά κουαρτέτα εγχόρδων, 11 έργα για σόλο πιάνο, πέντε έργα για άλλα σόλο όργανα, δύο έργα για δύο πιάνα, πολλά έργα για μικρά σύνολα οργάνων, 21 τραγούδια για φωνή και πιάνο, πέντε έργα για φωνή/φωνές και συνοδεία, 13 έργα για (ασυνόδευτη) χορωδία, μουσική επένδυση εννέα θεατρικών έρ- γων, πέντε σουίτες μπαλέτου, τρία έργα ηλεκτρονικής μουσικής, ένα θεωρητικό έργο κ.λπ.
Όπως σημειώνει χαρακτηριστικά η Μ. Καλοπανά, «ο Δραγατάκης οδηγήθηκε σταδιακά σε ένα γόνιμο συγκερασμό της σύγχρονης μουσικής της εποχής του και της μουσικής της ιδιαίτερης πατρίδας του, μέσα από ένα ύφος γραφής άμεσα κατανοητό για τον ακροατή. Στην ακλόνητη συνέπεια και στην υψηλή ποιότητα αυτού του δημιουργικού συνδυασμού έγκειται και η καίρια συνεισφορά του Δημήτρη Δραγατάκη στην ελληνική μουσική».
Η εργογραφία του Δημήτρη Δραγατάκη, χρονολογικά και ανά είδος, είναι αναρτημένη στον ιστότοπο του Ινστιτούτου Έρευνας Μουσικής και Ακουστικής (ΙΕΜΑ). Η πλήρης δισκογραφία του συνθέτη έχει δημοσιευτεί στο περιοδικό Πολύτονον - τεύχος 18, με βάση το 'Αρχείο Ελλήνων Μουσουργών Θωμά Ταμβάκου' (Α.Ε.Μ.Θ.Τ.) και το βιβλίο «Δισκογραφία ελληνικής κλασικής μουσικής» του Αλέξη Ζακυθηνού (εκδ. Δωδώνη, 1993).

romiazirou.blogspot.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια: