Κυριακή, 29 Απριλίου 2018

Η αρχιδοκήλη .(Το λαογραφικό σημείωμα της εβδομάδας)



Γράφει ο Χρήστος Τούμπουρος

Μικρός σαν ήμουνα είχα εξελιχθεί σε έναν εξαιρετικό ωτακουστή! Πότε άκουγα και πότε, άμα με «έπαιρνε χαμπάρι η μάνα μου», προσπαθούσα να ακούσω και αποτύγχανα παταγωδώς, γιατί ο πάταγος προερχόταν από τα χαστούκια που έτρωγα.
«Πάλι εδώ μωρέ διαολοταραμένο είσαι; Δεν θα αφήσεις τη γιαγιά σου να καν’ τη δουλειά της;» 
Κρεμασμένος στο παράθυρο της γιαγιάς, προσπαθούσα να ακούσω τους διαλόγους. Από ένα σημείο και μετά δεν ήθελε και μεγάλη προσπάθεια. Γινόταν μέσα, το έλα να δεις. Άμα δεν τα έβρισκε στην προίκα, άμα της κατηγορούσαν τον εντολέα της, άντρα ή γυναίκα ή δεν αποδεχόταν κάποιος τα προσόντα του/της ε, τότε …άστα να πάνε. Γινόταν ο «τρίτος παγκόσμιος πόλεμος».

Τις περισσότερες φορές όταν κλειδωνόταν η γιαγιά με τους επισκέπτες η όλη συζήτηση κατέληγε σε φασαρία. Οπότε εγώ περίεργο πλάσμα, ντούκα στο παράθυρο «να μην χάσω καμιά περισπωμένη». Και τότε έγινε πραγματικά μια μεγάλη, μα πολύ μεγάλη φασαρία, ένας σιαλακατάς ανεπανάληπτος. «Είναι παληκάρ’, με κορμοστασιά, αληθινός λεβέντ’ς, που τ’ κρέμονται τρεις οκάδες τα λιόκια το καθένα», ήταν η επαναλαμβανόμενη κουβέντα της γιαγιάς. Κάποια στιγμή ο συνομιλητής σηκώθηκε και της είπε. «Και τι να τα κάν’ η κοπέλα αυτά. Τι τα θέλ’ τέτοια λιόκια. Θα τα τηγανίσ’ μ’ αυγά;». Έγινε μέγα επεισόδιο. Τον έδιωξε κλωτσοπατηναδόν τον άνθρωπο. Εγώ δεν πρόλαβα να κατεβώ από το παράθυρο, με έπιασε η μάνα μου και με ρήμαξε στο ξύλο.
Είχε προηγηθεί μεγάλη διδασκαλία. Η γιαγιά εκθείαζε συνεχώς τα προσόντα του γαμπρού. «Έχ’ κάτ’ παπάρια, να, με το συμπάθιο. Άντρακλας». «Καλύτερα να τα ‘χει σαν σπρόκια θεια Χρίσταινα και να ‘χει και καμιά δ’λούλα, λέω εγώ. Αλλά γιατί λες και ξαναλές αυτά. Μήπως έχει αρχιδοκήλη και προσπαθείς να τα καλύψεις;» «Τι λες μωρέ χαμχούια. Μουλαΐνκο άντρα θα δώσω εγώ στην κοπέλα; Μπα, σε καλό σ’. Σε θιαμαίνω…» 
Μόλις άκουσα αυτή τη λέξη μ’ έπιασε μια περιέργεια , άλλο πράμα. Πήγα κατευθείαν στον παππού. 
-Παππού, τι είναι η αρχιδοκήλη; 
-Μην ρωτάς τέτοια πράγματα. Δεν χρειάζεται να ξέρεις εσύ. Θα τα μάθεις αργότερα, ήταν η απάντησή του. 
Και αργότερα, κι αργότερα κόντεψα να αποσχολίσω για να μάθω τι σημαίνει αυτή η λέξη. Και για να λέμε την αλήθεια η «Λαογραφία των σαλονιών» δεν καταδέχτηκε ποτέ να ασχοληθεί με τέτοια αφσ’κόλογα. Κι όμως!

Το «σπάσιμο» των αντρών ή «κατέβασμα» αφορούσε κυρίως-αυτό πίστευαν τότε- τον αντρικό πληθυσμό και κυρίως τους εργάτες. Προερχόταν από το «ζόρισμα». Σήκωναν μεγάλα βάρη, έσπαγαν με τη βαριά πέτρες, σήκωναν σακιά κ.λ.π. κατέβαιναν για τα καλά τα λιμπά και φαίνονταν, πότε το ένα και, πολλές φορές, και τα δύο μαζί και νόμιζε κάποιος πως είχε κρεμασμένα κυδώνια στα αχαμνά του. Και τούτο γιατί τον εμπόδιζε στην περπατησιά του, «πήγαινε χαύδα χαύδα». Ενίοτε και οι πόνοι ήταν αφόρητοι. Γιατρειά δεν υπήρχε. Κάποτε βρήκαν το ζωνάρ’ το οποίο και βοήθησε ικανοποιητικά. Εγχείρηση ούτε λόγος. Δεν είχε προχωρήσει η επιστήμη τόσο πολύ. «Σ’ έπιασε αυτό, θα το κουβάλαγες σ’ όλη τη ζωή σου». Έχει μείνει παροιμιώδης ο λόγος «Τι περπατάς έτσι, σα σπασμένος!»
Κάτι τέτοιο είπε κάποτε και ο πατέρας μιας μέλλουσας νύφης στις διαπραγματεύσεις που έκανε με τη γιαγιά μου, προκειμένου να παντρέψει την κόρη του. Τη ρώτησε «γιατί περπατάει έτσι. Σπασμένος είναι;» Και η γιαγιά απάντησε περιφανώς. «Όχι, έχει περήφανα ζιουμπερέκια!!!»

Δεν υπάρχουν σχόλια: