Δευτέρα, 27 Μαρτίου 2017

Ο οδηγός του διοικητού του ανύπαρκτου οργανισμού !!!


Βγάζει και ομοιοκαταληξία σε εννιασύλλαβο στίχο. Λογική άκρη δεν βγάζει

Γνωριστήκαμε με τον κύριο γενικό διευθυντή (διοικητή, όπως θέλετε το λέτε) σε σπίτι κοινού φίλου. Αφού μιλήσαμε λίγη ώρα και είπαμε τα συνηθισμένα, δουλειά, κρίση, οικογενειακή κατάσταση κλπ, πάει να μου δώσει την card de visite του. Σταματά και λέει με κάποια διακριτικότητα, είναι αλήθεια: «Ωχ, άφησα το πορτοφόλι μου στο αυτοκίνητο. Να καλέσω τον οδηγό μου να μου το φέρει». Πώς το λέει ο Κωστάλας, τριπλό τόλουπ; Αυτό έπαθα και εγώ. Τριπλό γκλουπς. Πρώτον ο οργανισμός καταργήθηκε, άρα τι card de visite να μου δώσει, οέο;  Δεύτερον, του παρέχει και αυτοκίνητο ο κλειστός οργανισμός; Τρίτο και τελειωτικό χτύπημα. Οι φόροι μας πληρώνουν και τον οδηγό του; Που τον μεταφέρει από υπουργείο σε γενική γραμματεία και από κει σε κοσμικές εκδηλώσεις (πληρωνόμενος τις υπερωρίες του ο οδηγός) για να μας πείσει για την αναγκαιότητά του (ο διοικητής);
Φταίνε οι ανάλγητοι ξένοι; Τόσα χρόνια κρίση και μνημόνια, τόσες οριζόντιες περικοπές μισθών, τόση φορολογία για να συντηρηθεί ο Λεβιάθαν του Δημοσίου, τόσες επιχειρήσεις που γονάτισαν, τόσοι άνεργοι του Ιδιωτικού Τομέα, ένας σοβαρός υπουργός δεν σκέφθηκε να μη μισθοδοτεί τον σoφέρ του άνεργου διοικητού; Ένας; Και ας το σκεφθούμε και λίγο πιο πέρα. Τόσοι οδηγοί για τους αναρίθμητους υπουργούς, βουλευτές, περιφερειάρχες, γενικούς γραμματείς, προέδρους και διευθύνοντες συμβούλους ανοιχτών και κλειστών οργανισμών, στρατηγούς, διοικητές στρατιωτικών μονάδων δεν μπορούσαν να αξιοποιηθούν κάπου αποτελεσματικότερα; Κανένας να μην απολυθεί, κανένας! Ένα όχημα καθαριότητας ή ένα πυροσβεστικό δεν μπορούν να καβαλήσουν;
Όχι, κύριε Πάγκαλε, δεν τα φάγαμε μαζί. Εσείς και οι ψηφοφόροι σας τα φάγατε. Εμείς πληρώναμε και συνεχίζουμε να ξοφλάμε το λογαριασμό. Ως αντιπρόεδρος της κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ είχατε αναλάβει την ευθύνη να κλείσετε τους άχρηστους οργανισμούς, ακριβώς για αυτόν το λόγο. Να μην επιβαρύνουν τον προϋπολογισμό με μισθούς και αμοιβές προέδρων, ΔΣ, οδηγών και γραμματέων. Ούτε που τους καταγράψατε τους δημόσιους φορείς. Με τα χίλια ζόρια συγχωνεύθηκαν αργότερα ορισμένοι, αλλά ο οδηγός, οδηγός.
Ως επίλογος, μία σκέψη βγαλμένη από τη νοοτροπία του Ιδιωτικού Τομέα (με κεφαλαία, επειδή αυτός κερνάει). Παραπονιούνται οι υψηλόβαθμοι του δημοσίου ότι λαμβάνουν λίγα χρήματα, ειδικά οι ένστολοι. Θα προετοίμαζα μία μελέτη 3 σελίδων και θα πρότεινα στον υπουργό Οικονομικών να παίρνει ο αξιωματούχος το ήμισυ του αθροίσματος των μισθών του οδηγού του και της μίας (συνήθως έχουν κάμποσες) γραμματέως. Ένα χιλιάρικο παραπάνω το μήνα θα έπαιρναν, δεν είναι λίγο. Οι περισσευούμενοι οδηγοί και γραμματείς θα στελέχωναν θέσεις σε οχήματα οι μεν και σε διοικητικά πόστα οι δε. Ναι, γνέφετε σιωπηλά, ας αλλάξω τώρα πλευρό.

To Δημοτικό μας τραγούδι στην Ελληνική Επανάσταση του 1821

                               
«Καμιά επανάσταση, ούτε στην τέχνη, ούτε στην ζωή, δεν έχει περισσότερες ελπίδες επιτυχίας, από ΄κείνη που χρησιμοποιεί για ορμητήριό της την παράδοση»
(Οδυσσέας Ελύτης)


To θέμα είναι τεράστιο και είναι δύσκολο να αναπτυχθεί πλήρως μέσα στα πλαίσια ενός σύντομου σημειώματος. Έτσι θα αρκεστούμε σε μια σκιαγράφηση, επισημαίνοντας τα σπουδαιότερα του στοιχεία.
Το ελληνικό δημοτικό τραγούδι είναι η ποιητική και μουσική έκφραση της λαϊκής ψυχής των Ελλήνων διαμέσου των αιώνων και κατέχει ξεχωριστή θέση στη νεοελληνική πνευματική δημιουργία. Ήταν το μέσο έκφρασης των πόνων, των καημών, των πόθων και των πολεμικών-ηρωικών κατορθωμάτων ενός ολόκληρου λαού. Εκτός από το καλλιτεχνικό του ύψος, τη λογοτεχνική του ευφυΐα, τη διαύγεια του, και την εκπληκτική οικονομία του, το δημοτικό τραγούδι χαρακτηρίζεται για την δικαιοσύνη του, την αμεροληψία του, τη τιμιότητα του, τη βαθειά του συγκίνηση και την απλότητα του (όλα αυτά με μέτρο και αρμονία).
Αντίθετα από το έντεχνο τραγούδι, όπου συνήθως έτοιμος ποιητικός λόγος μελοποιείται από τον συνθέτη, στο δημοτικό τραγούδι μουσική και κείμενο γεννιούνται ταυτόχρονα. Επίσης ο λαός δεν απαγγέλει τα τραγούδια σε ένα πανηγύρι ή σε ένα γλέντι, αλλά τα συνοδεύει με μουσική και πολλές φορές και με χορό.
Το δημοτικό τραγούδι δεν είναι δημιούργημα του λαού στο σύνολό του, αλλά δημιούργημα από άτομα ή ομάδα ατόμων βγαλμένα μέσα από το λαό με ανεπτυγμένο μουσικό αίσθημα, που ξέρουν με επιδεξιότητα να βρίσκουν τα λόγια και να τα ταιριάζουν με τη μελωδία και τον ρυθμό. Για να καθιερωθεί ένα δημοτικό τραγούδι έπρεπε να γίνει αποδεκτό από το κοινωνικό σύνολο (κοινωνικά και ψυχικά). Αυτό μπορούσε κατόπιν να εξαπλωθεί σε όλη την Ελλάδα και ο καθένας το προσάρμοζε σύμφωνα με το δικό σου γλωσσικό και μουσικοχορευτικό ύφος. Έτσι δημιουργήθηκαν οι διάφορες παραλλαγές.
Οι αρχές του δημοτικού τραγουδιού είναι ένα πρόβλημα με πολλές αφώτιστες πλευρές και η προσπάθεια να ορίσουμε την εποχή της πρώτης τους σύνθεσης είναι και μάταιη και χωρίς επιστημονική σημασία. Κάποιοι λένε πως ανιχνεύονται στους πρώτους χριστιανικούς χρόνους (ορχηστικές, παντομιμικές παραστάσεις) και άλλοι, με περισσότερο αδιαμφισβήτητα πορίσματα, υποστηρίζουν πως οι χρονολογίες που σημαδεύουν την εξέλιξή του είναι η δημιουργία του ακριτικού τραγουδιού (9ος, 10ος αι.) στις άκρες της βυζαντινής αυτοκρατορίας, η άνθηση του ερωτικού τραγουδιού στα νησιά του Αιγαίου και της Κρήτης (15ος-16ος αι.) και η γέννηση του κλέφτικου τραγουδιού στην ηπειρωτική Ελλάδα μέσα στον 18ο αιώνα.
Ωστόσο, η επιμονή με την οποία ο λαός διατήρησε για χιλιάδες χρόνια τη γλώσσα, τα έθιμα και τις δοξασίες του, σε συνδυασμό με τις επιστημονικές και λαογραφικές μελέτες, ενισχύουν την άποψη ότι στον πυρήνα της ελληνικής δημοτικής μουσικής και του δημοτικού τραγουδιού επιβιώνουν αρκετά στοιχεία με υπερχρονικό χαρακτήρα που ανάγονται στην αρχαιότητα (π.χ. τα ριζίτικα Κρήτης, σύμφωνα με το διάσημο Eλβετό μουσικολόγο Samuel Baud Bovy). Δεν έχουμε τον απαραίτητο χώρο να παραθέσουμε τα άφθονα παραδείγματα. Άλλωστε, σύμφωνα με τους ειδικούς, η δημοτική μουσική αποτελεί λαϊκή έκφραση των Ελλήνων και θεωρείται συνέχεια και εξέλιξη της μουσικής της Αρχαιότητας και του Βυζαντίου, όπως αναδεικνύουν οι ομοιότητες των τρόπων, των ρυθμών κλπ.
Το δημοτικό τραγούδι έχει παρακμάσει στις ημέρες μας, αλλά δεν εκτοπίστηκε ολότελα. Συνεχίζει να ζει, να συγκινεί και να προβάλλεται γιατί αποτελεί τη πιο γνήσια έκφραση της λαϊκής ψυχής.


Η επικρατέστερη ταξινόμηση των δημοτικών τραγουδιών είναι η γενική διάκρισή τους με βάση τις περιστάσεις που τραγουδιούνται: α) της τάβλας (καθιστικά κλπ), β) της στράτας (δρομικά) και γ) χορευτικά. Βέβαια, έχουμε και άλλες ταξινομήσεις: Ανάλογα με το περιεχόμενο (ιστορικά, κλέφτικα, ακριτικά, της αγάπης, του γάμου, νανουρίσματα, μοιρολόγια, περιγελαστικά, εργατικά κλπ) ή ανάλογα με άλλα κριτήρια (κυρίως άσματα, αφηγηματικά, στο κύκλο του χρόνου και της ζωής, θρησκευτικά, οικογενειακά, παιδικά, λυρικά, κοινωνικά κ.ά.).
Η αξία του δημοτικού τραγουδιού έχει αναγνωριστεί από κορυφαίους Έλληνες και ξένους μελετητές, λογοτέχνες και διανοούμενους. Οι ευρωπαίοι ήταν οι πρώτοι που τη διαπίστωσαν τον 18ο και 19ο αι. και που άρχισαν το πρώτο τους ενδιαφέρον και τις πρώτες καταγραφές: Sismonde de Sismondi (1804), ο μέγιστος πνευματικός ηγέτης της Γερμανίας, Γκαίτε, (1815), Claude Fauriel (πρώτος δημοσιεύσας, 1824), Brunetde Presle, Voutier (1826), Th. Kind (1827), Βέρνερ φον Χαξτχάουζεν (1935) J. M. Firmenich (1840) N. Tommaseo (1842), D. Sanders (1844), Le Compte de Marcellus (1851), Arnoldus Passow (1860), Ch. Gidel (1866), Em. Legrand (1876), Mich. Deffner, W. Wagner (1879 & 1881), J. Lamber (1881), ομαδική εργασία των M. J. Garnett, Stuart Stuart και J. Glennie (1888).
Είναι φυσικό να έχουμε και συλλογές Ελλήνων όπως των: Ευλαμπίου (1843), Α. Μανούσου (1850), Ζαμπέλιου (1852) Α. Ιατρίδη (1859),), Χασιώτη, (1866), Μ. Πελέκου (1867), Κ. Σάθα (1868), Μαυροφρύδου (1868) Γιανναράκη (1876), Π. Αραβαντινού (1880), Διονύσιου Σολωμού, Εμμ. Βαρβίδη (1888) κ.ά. Στα μετέπειτα χρόνια έχουμε πολλούς κορυφαίους Έλληνες μελετητές που ασχολήθηκαν με το θέμα και οφείλουμε να επισημάνουμε ότι στα Μοναστήρια μας υπάρχουν συλλογές πολύ παλιών δημοτικών τραγουδιών (π.χ. στην Μονή Ιβήρων του Αγίου Όρους υπήρχε συλλογή 13 ελληνικών δημοτικά τραγούδια του 16ου αιώνα).
Το κλέφτικο δημοτικό τραγούδι κυρίως αναφέρεται στα ηρωϊκά επαναστατικά κατορθώματα και περιστατικά των κλεφτών και αρματολών πριν την Ελληνική Επανάσταση του ΄21 (από το 16ο αιώνα και μετά), κατά τη διάρκεια αυτής και μετά από αυτήν. Τα κλέφτικα τραγούδια (κατά κύριο λόγο) και τα ιστορικά (κατά δεύτερο λόγο) είναι εκείνα που κατέχουν μια ιδιαίτερη θέση στη μελέτη της Επανάστασης του ΄21 και συντροφεύουν τις γιορτές/επετείους αυτής.
Ο E. Legrand παρατηρεί: «τα κλέφτικα άσματα ήταν για τους αρματωλικούς πολέμους, ότι είναι σήμερον τα δελτία των μαχών. Άμα τη λήξει της μάχης και υπό το κράτος έτι των εντυπώσεων αυτής, ο κλέφτης έρχεται συνθέτων το άσμα αυτού». Ωστόσο, αυτά τα τραγούδια, μολονότι αναφέρονται σε ιστορικά γεγονότα, δεν περιλαμβάνουν ακριβή διήγηση (η ιστορική πραγματικότητα δεν καταγράφεται πλήρως σε αυτά) η μετάβαση από τη μια εικόνα στην άλλη γίνεται γρήγορα και σε πολλά τραγούδια γίνεται διάλογος μεταξύ προσώπων με συμβατικές εικόνες (λ.χ. ένα πουλί με ανθρώπινη λαλιά). Εδώ οι ήρωες, σε αντίθεση από τα ακριτικά, δεν έχουν υπερφυσικές ικανότητες και είναι απλοί θνητοί.
Ο Κλωντ Φωριέλ, που-όπως είπαμε-πρώτος δημοσίευσε συλλογή ελληνικών δημοτικών τραγουδιών, αναφερόμενος στο κλέφτικο τραγούδι σχολιάζει, μεταξύ άλλων, ότι ‘…αυτά τα βουνίσια τραγούδια ξεχωρίζουν από τα υπόλοιπα για το ρωμαλέο ύφος τους και για μια άγρια τόλμη…’.
Αυτό που χαρακτηρίζει το κλέφτικο τραγούδι είναι η αμεροληψία του, η οποία διατηρείται ακέραια ακόμα και στα χρόνια της Επανάστασης και μετέπειτα. Ο λαϊκός ποιητής, εκτός βασικά της ύμνησης των πολλών ομολογουμένως ανδραγαθημάτων των ηρώων για το έθνος και τη λευτεριά, δεν αποφεύγει να αναφερθεί και στις εμφύλιες συγκρούσεις (λ. χ. το τραγούδι για τη μάχη του Θοδωράκη Γρίβα με τον καπετάνιο Δημήτριο Μακρή στην Κατοχή Μεσολογγίου, το 1823), και στο πόνο του εχθρού (όπως στο τραγούδι για τον πάμπλουτο Κιαμήλμπεη που αιχμαλωτίστηκε στην άλωση της Τριπολιτσάς), και στις προσωπικές διαφορές και στις προδοσίες.
Πάντως, οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι, όπως συνέβη σε όλα δημοτικά τραγούδια, έτσι και στο κλέφτικο και ιστορικό τραγούδι, για διάφορους λόγους, έχουμε επεμβάσεις, αλλοιώσεις και δημιουργία πλαστών, ‘ευπρεπισμένων’ και νόθων τραγουδιών από τους λόγιους, από τον ίδιο το λαό (παραλλαγές κλπ), από τους συλλογείς και καταγραφείς τραγουδιών, από τους πολιτιστικούς συλλόγους κ.ά. Βέβαια, αυτό το θέμα είναι μεγάλο και απαιτεί την ανάλογη ανάλυση.


Υπάρχουν δε μελετητές, οι οποίοι θεωρούν ότι επιλέχθηκε το κλέφτικο τραγούδι από λόγιους με σκοπό τη κατασκευή εξιδανικευμένου μοντέλου του κλέφτη, ως υπόδειγμα για την αναζήτηση του νεοέλληνα και της εθνικής του ταυτότητας (ο κλέφτης-αρματολός ως ο επαναστάτης και ο ανυπόταχτος στο ζυγό και στο κατεστημένο). Πάντως, όπως και να έχει το θέμα, οι σύγχρονοι μελετητές, εθνολόγοι, ιστορικοί, φιλόλογοι, λαογράφοι κλπ οφείλουν να προσεγγίσουν επιστημονικά τη λαϊκή αυτή κληρονομιά, αφού λάβουν υπόψη τους την ιστορική και κοινωνιολογική διάσταση της εποχής που μελετούν.
Ο Δημήτρης Σταθακόπουλος, Δρ. Κοινωνιολογίας της Ιστορίας και του Πολιτισμού της Οθωμανικής περιόδου, του Παντείου Πανεπιστημίου, μουσικολόγος και συγγραφέας στην εργασία του με τίτλο ‘Η ηθική και κοινωνική κατάσταση του γένους των Ελλήνων κατά την Οθωμανική περίοδο, μέσα από τους θρύλους και τα λαϊκά τραγούδια - η σύνδεση με τον αρχαίο κόσμο’, καταλήγει:
Επομένως και εν κατακλείδι, η ηθική και κοινωνική κατάσταση του γένους των Ελλήνων κατά την Οθωμανική περίοδο μέσα από τους θρύλους και τα λαϊκά τραγούδια, καταφανώς καταγράφει και αποδεικνύει την σύνδεσή του με τον αρχαίο κόσμο μέσα από ένα χωροχρονικό υφέν (ενωτικό σημείο)’.
Θεωρούμε ότι το αισθητήριο και το εσωτερικό μεγαλείο του απλού ανθρώπου, εκφραστή του λαϊκού μας πολιτισμού, ειδικότερα του δημοτικού τραγουδιού και εν προκειμένω του κλέφτικου τραγουδιού του ΄21, είναι αλάνθαστο, δίκαιο, ελεύθερο και ανυπόταχτο, παρά τις, φυσικά και λογικά, διάφορες και ποικίλες απόψεις και θεωρήσεις λογίων, ερμηνευτών, μελετητών και πολιτικών.




Ο Hπειρώτης συγγραφέας Βαγγέλης Μπέκας, μιλάει στην εκπομπή της ΕΡΤ1 ''Στάση ΕΡΤ'', για το νέο του βιβλίο ''Μαύρο Φυλαχτό''




Δείτε το video


Ο συγγραφέας Βαγγέλης Μπέκας μιλάει στην εκπομπή ΣΤΑΣΗ ΕΡΤ για το νέο του βιβλίο ΜΑΥΡΟ ΦΥΛΑΧΤΟ.

Το βιβλιο κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ.

Περισσότερες πληφορορίες μπορείτε να δείτε εδώ:

Συνταγές από τον Ηπειρώτη chef Τάσο Τόλη : Κοτόπουλου με λαχανικά


Υλικά για 4 άτομα
4 στήθος κοτόπουλου (κομμένα σε κύβους)
4 ώριμα ντοματινια, κομμένες στα τέσσερα
1/2 φλιτζάνι ελαιόλαδο
2 ποτήρια λευκό κρασί
2 μικρά κολοκύθια, κομμένα σε κύβους
4 μικρά κρεμμύδια
1 κ.γ. μπούκοβο
1 κ.γ. τριμμένο θυμάρι
3 σκελίδες σκόρδο, ψιλοκομμένο
2 κ.σ. φύλλα βασιλικού
2 κ.σ. φύλλα δυόσμου
αλάτι & πιπέρι


Εκτέλεση συνταγής
1. Λαδώνουμε ένα ταψί και τοποθετούμε μέσα το κοτόπουλου. Προσθέτουμε όλα τα λαχανικά, το κρεμμύδι και το σκόρδο. Ραντίζουμε με το ελαιόλαδο και πασπαλίζουμε με αλατοπίπερο, μπούκοβο και θυμάρι και το λευκό κρασί.
2. Ψήνουμε σε προ θερμασμένο φούρνο στους 200 βαθμούς για 20 ‘ της ώρας περίπου.

Σερβίρουμε πασπαλίζοντας με τα φύλλα βασιλικού και δυόσμου σε παραδοσιακό σκεύος .









Τάσος Τόλης
Επίτιμος Πρόεδρος Λέσχης Αρχιμαγείρων Ελλάδος








romiazirou.blogspot.gr

Κυριακή, 26 Μαρτίου 2017

Η Πρέβεζα από ψηλά. Απολαύστε το video

Αποτέλεσμα εικόνας για πρέβεζα

Αποτέλεσμα εικόνας για πρέβεζα

Αποτέλεσμα εικόνας για πρέβεζα

Αποτέλεσμα εικόνας για πρέβεζα

Δείτε το video


Η πόλη της Πρέβεζας βρίσκεται στην είσοδο του Αμβρακικού κόλπου, είναι μια μικρή γραφική πόλη που παρέχει στον κάθε επισκέπτη ότι επιθυμεί. Μια βόλτα στα στενά δρομάκια της θα συναντήσετε παραδοσιακά καφενεία και ψαροταβέρνες με φρέσκα ψάρια και οστρακοειδή .Το Σαιτάν παζάρ,ο παραλιακός πεζόδρομος,η κυανή ακτή, στην είσοδο της πόλης η αρχαία Νικόπολη είναι μερικές ενδιαφέρον τοποθεσίες . Ένας κατάλληλος προορισμός ιδιαίτερα  την καλοκαιρινή περίοδο μιας και σε μικρή απόσταση υπάρχουν πολλές παραλίες και αξιοθέατα για να επισκεφτείτε. 

Η πέρδικα και το Δημοτικό Τραγούδι!!


                                                Γράφει ο Κίτσος ο Αθαμάνας
              https://scontent-mxp1-1.xx.fbcdn.net/v/t1.0-9/17361728_1243175982466992_4369398107259881811_n.jpg?oh=cf4e613f18bd2323989fc9b06ae34376&oe=595B35E2
H μάνα είναι αρχόντισσα και πέρδικα η κόρη                                    
Περδικόστηθη τσιγγάνα/ ω μαγεύτρα που μιλείς,/ τα μεσάνυχτα προς τ’ άστρα/ γλώσσα προσταγής.         Κ. Παλαμάς
Στον καθημερινό λόγο η πέρδικα συμβολίζει  τη λεβεντιά, το καμάρι και την αντρειοσύνη
Τις αρετές της πέρδικας τις βρίσκουμε στις καθημερινές εκφράσεις του λαού μας:
«Καλώς τηνε την πέρδικα που περπατεί λεβέντικα!»
«Πέρδικα καμαρωτή μες το κάμπο περπατεί!»
«Το λέει η περδικούλα του!»
Η πέρδικα στο δημοτικό τραγούδι συμβολίζει την ομορφιά, τη χαρά και γενικά εκπέμπει τη γυναικεία αύρα και δροσιά. (Πολλοί προσπάθησαν να τα τοποθετήσουν όλα αυτά στην Πωγωνίσια  ομορφιά, αλλά  δεν αποδείχθηκε  κάτι τέτοιο. )
https://scontent-mxp1-1.xx.fbcdn.net/v/t31.0-0/p600x600/17389146_10212965330707157_1326360667944161574_o.jpg?oh=152623c13cd688177bacc67b97ddf74c&oe=595B6B40
Ασφαλώς και κατέχει η πέρδικα προνομιακή θέση στην ποίηση και είναι - στο δημοτικό τραγούδι- η βασίλισσα των ελληνικών πουλιών.
Πού ήσουν πέρδικα γραμμένη.
Κι ήρθες το πρωί βρεμένη.
……………..
Ήμουνα ψηλά στα πλάγια.
Στις δροσές και στα χορτάρια.
…………..
Έτρωγα το Μάη τριφύλλι.
Και τον Αύγουστο σταφύλι.



Αντικείμενα θαυμασμού στα δημοτικά τραγούδια, εκτός από τη συνολική εικόνα ομορφιάς που δίνει η κόρη είναι μεμονωμένα μέρη και σημεία του σώματος: κορμί, κεφάλι, μαλλιά, πρόσωπο, μάτια, χέρια κλπ.  Η ομορφιά λειτουργεί συνεκδοχικά -το μέρος αντί του όλου- αλλά πρόκειται, βέβαια, για ένα μέρος άξιο να εκπροσωπήσει το όλο.
Το δημοτικό τραγούδι -στο σύνθετο με τα μάτια  επίθετο κυρίως- επιμένει να εκδηλώνει τη γυναικεία ομορφιά. Έτσι έχουμε: γαλανομάτα, καταγάλανη, γαλανούλα, κρασογαλανή, μαυρομάτα, μαυροματούσα, μαυροματού, μπιρμπιλομάτα, παρδαλομάτα, παιχνιδοματούσα, τσακιρομάτακαι περδικομάτα.
Σε ποιον δεν ερχεται στο νου το δημοτικό τραγούδι: « Ξύπνα περδικομάτα μου». Το τραγουδούσε το ψίκι του γαμπρού, όταν έφτανε στο σπίτι της νύφης για να την πάρουν για το γάμο.
Δεν είναι ακριβώς τσάμικο, γι αυτό... Είναι ιδιόμορφος χορός (που μοιάζει με τσάμικο) και παρουσιάζει πολλές παραλλαγές από περιοχή σε περιοχή. Τραγουδιέται και χορεύεται σ’ όλη την Ήπειρο.
(Το ψίκι του γαμπρού για να πάρουν τη νύφη. Εξω από το σπίτι της τραγουδούσαν και την περδικομάτα)


Ξύπνα περδικομάτα μου μωρέ,
κι ‘ρθα στο μαχαλά σου.


Χρυσά στολίδια σου φερα μωρέ,
να πλέξεις στα μαλλιά σου.


Κι αν ήρθες καλοσώρισες μωρέ,
ας έκανες και κόπο.


Ήρθες και μας ομόρφυνες μωρέ,
τον άσχημο τον τόπο.


Δεν το ‘ξερα λεβέντη μου μωρέ,
πως ήρθε η αφεντιά σου.


Να πεταχτώ σαν πέρδικα μωρέ,
να ‘ρθω στην αγκαλιά σου.


Νάζια σου κάνω μάτια μου,
και να με συμπαθήσεις.


Το ακρινό παράθυρο,
απόψε μην το κλείσεις.


Κι άλλη μια χάρη σου ζητώ,
θα σε παρακαλέσω.


Ώρε στο στρώμα που κοιμάσαι εσύ,
να ‘ρθω κι εγώ να πέσω.


Να, κι ένα τραγούδι του γάμου που τραγουδιέται μετά από τα στέφανα, όταν η νύφη πηγαίνει από την εκκλησία στο σπίτι του γαμπρού όπου την υποδέχεται η πεθερά της.
-Έβγα μάνα μου να δεις πέρδικα που σου ‘φερα,
πέρδικα και περιστέρα του παπά τη θυγατέρα.
-Έβγα πεθερά στη σκάλα με το μέλι με το γάλα,
ρίξε ρύζι να ριζώσουν να προκόψουν να στεριώσουν.
-Ρίξε πεθερά το ρύζι, ρίξε νύφη τη κουλούρα,
ρίξε νύφη τη κουλούρα, τι μας έπιασε λιγούρα.
-Πέζε νύφη, δεν πεζεύω, θέλω τάμα να πεζέψω,
τάμα από τον πεθερό μου, τάμα από την πεθερά μου.
Παραθέτουμε ένα υπέροχο ποιητικό κείμενο που τονίζει τα προσόντα, την ομορφιά, την τσαχπινιά… της πέρδικας, της όμορφης δηλαδή γυναίκας.
Απόψε δεν επλάγιασα πέρδικα μωρή πέρδικα
πέρδικα μου, η πέρδικα μου και σήμερα νυστάζω.
Γιατί εκουβέντιασα πολύ περδικούλα λυγερή
πέρδικα, η πέρδικα μου με μια γειτόνισσα μου.
Πόχει τα μάτια σαν ελιές πέρδικα δεν μας το λες
πέρδικα μου, η πέρδικα μου τα φρύδια σαν γαϊτάνι.
Και τα σγουρά της τα μαλλιά, πέρδικα μωρή πέρδικα
πέρδικα, η πέρδικα μου, σαράντα δυο πλεξούδες.
Στους ουρανούς τα διάζεται, πέρδικα μωρή πέρδικα
πέρδικα, η πέρδικα μου, στους κάμπους τα τυλίγει.
Και στον αφρό της θάλασσας, πέρδικα μωρή πέρδικα
πέρδικα, η πέρδικα μου, τα λούζει τα χτενίζει.
Πόχει τα χείλια κόκκινα, πέρδικα μπερδεύτηκα
πέρδικα, η πέρδικα μου, με το βερτζί βαμμένα.
Έσκυψα και τη φίλησα, πέρδικα μωρή πέρδικα.


Ακόμα στη δημοτικό τραγούδι, η πέρδικα δείχνει την «ερωτική τιμιότητά» της, πιστή και απόλυτη στον έρωτά της, που μας παραπέμπει σε σχετικούς συνειρμούς.  
-Πέταξε η περδικούλα μου πέταξε η πέρδικά μου
πέταξε από τα έλατα κι έλα στην αγκαλιά μου
που σούχω μόσχο να λουστείς, κρεβάτι να πλαγιάσεις
έλα γλυκιά μου πέρδικα έλα και δεν θα χάσεις
-Κρεβάτι έχω τα έλατα και σκέπασμα τα χιόνια
δική σου θάμαι πάντοτε δική σου θάμαι αιώνια!
Η Αγάπη, ο έρωτας, ο καημός, η πίστη, ο όρκος πίστης και το ονειρο του γάμου στην πέρδικα συμβολοποιούνται.
Περδικούλα ημέρευα κι εκείνη αγριευότανε
Θύμωσα την έδειρα, στα βουνά την έστειλα
Στα βουνά τα πετρωτά τα μολυβοσκέπαστα (μαρμαρολίθαρα)
Μιαν αυγή μια Κυριακή, την αϊκώ να κελαηδεί
την αϊκώ να κελαηδεί, μες του εχθρού μου την αυλή
-Πέτα η περδικούλα μου κι έλα στα χερούλια μου!
Κι αν σε ξαναδείρω εγώ, σε εκκλησιά να μην εμπώ!
-Τι καλό να θυμηθώ στα χερούλια σου να ρθώ;

https://scontent-mxp1-1.xx.fbcdn.net/v/t1.0-9/16730514_1772094972807989_7130302238810729778_n.jpg?oh=a129f4437640703bb34341e7f89afed9&oe=594E7721
Και τέλος στην πέρδικα αποτυπώνεται η λεβεντιά η κορμοστασιά, η αγωνιστικότητα, η επαναστατικότητα και το κολοκοτρωναίικο αγωνιστικό πνεύμα.  
  1. Μωρ’ περδικούλα του Μοριά
  2. Μωρ’ περδικούλα του Μοριά κοσμοπερπατημένη
    αυτού ψηλά, γεια σου, πέρδικα, αυτού ψηλά να που πέτεσαι
    Αυτού ψηλά που πέτεσαι και χαμηλά ‘γναντεύεις
    Μην είδες, γεια σου, πέρδικα, μην είδες κλέφτες πουθενά
    Μην είδες κλέφτες πουθενά, τους Κολοκοτρωναίους;

Tην Τρίτη 21 Μαρτίου 2017, Παγκόσμια Ημέρα κατά του Ρατσισμού, έγινε η παρουσίαση του βιβλίου «Ισαάκ Μιζάν – αριθμός βραχίονα 182641», του Ηπειρώτη συγγραφέα Δημήτρη Βλαχοπάνου, στο Πνευματικό Κέντρο της Ισραηλιτικής Κοινότητας Αθηνών, Βησσαρίωνος 9 και Σίνα, Αθήνα




Την Τρίτη, 21 Μαρτίου 2017, έγινε εκδήλωση στο κατάμεστο Πνευματικό Κέντρο της Ι.Κ. Αθηνών για την παρουσίαση του βιβλίου του Δημήτρη Χρ. Βλαχοπάνου «Ισαάκ Μιζάν, Αριθμός βραχίονα 182641», η οποία διοργανώθηκε από το ΚΙΣΕ και την Ι.Κ. Αθηνών. Το βιβλίο, που κυκλοφόρησε τον Νοέμβριο του 2016 από τις εκδόσεις «Άπειρος Χώρα», με επίμετρο της ιστορικού Άννας-Μαρίας Δρουμπούκη, είναι μια μυθιστορηματική αφήγηση της ζωής του Ισαάκ Μιζάν, του ομήρου με αριθμό βραχίονα  182641 του στρατοπέδου του Άουσβιτς. Το βιβλίο αποτυπώνει με τρόπο οξύ και διεισδυτικό την ζωή του Ισαάκ Μιζάν, εμβληματικής μορφής της «εποχής του μάρτυρα», που γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Άρτα, εκτοπίσθηκε με όλη την οικογένειά του στο κολαστήριο του Άουσβιτς, επιβίωσε της καταστροφής και επέστρεψε, μόνος επιζών από μια ευρεία οικογένεια, στην ερημιά της εμφυλιακής και μετεμφυλιακής Ελλάδας.

Η εκδήλωση ξεκίνησε με την προβολή βίντεo, υπό την μουσική υπόκρουση τμήματος του έργου «Η μπαλάντα του Μαουτχάουζεν» του Ιάκωβου Καμπανέλλη και του Μίκη Θεοδωράκη, με αποσπάσματα από συνεντεύξεις του Ισαάκ Μιζάν, τα οποία συνοδεύονταν από φωτογραφικό υλικό της οικογένειάς του.






























Στην εκδήλωση, την οποία προλόγισε και συντόνισε ο δημοσιογράφος και συγγραφέας  Θωμάς Σίδερης, μίλησαν: ο καθηγητής Μωυσής Ελισάφ, ο γενικός γραμματέας του ΚΙΣΕ και πρόεδρος της Ι.Κ. Ιωαννίνων, ο Μίνως Μωυσής, πρόεδρος της Ι.Κ. Αθηνών, ο Γιάννης Μπαλάφας, Υφυπουργός Μεταναστευτικής Πολιτικής και ο συγγραφέας του βιβλίου, Δημήτρης Βλαχοπάνος, ενώ, στο τέλος της εκδήλωσης ο ίδιος ο Ισαάκ Μιζάν, ο οποίος τίμησε με την παρουσία του την εκδήλωση, έκανε την ακόμη μεγαλύτερη τιμή στους παρευρισκόμενους να μιλήσει, όχι για να ξαναζήσει την πιο τραγική στιγμή της ζωής του, αλλά για να αναφερθεί στη δράση που έχει αναλάβει τα τελευταία χρόνια, κάνοντας διαλέξεις για το Ολοκαύτωμα σε Σχολεία.



Όπως, πολύ εύστοχα είπε ο Μωυσής Ελισάφ, «ο συγγραφέας του βιβλίου αφηγείται τη ζωή του Ισαάκ Μιζάν μέσα στο θάνατο, τη δική του μοναδική μαρτυρία στο Άουσβιτς-Μπιρκενάου, το «ζοφερό αίνιγμα» κατά τον Αμερί, τη «μαύρη τρύπα του πολιτισμού» κατά τον Πρίμο Λέβι, το «σημείο μηδέν» κατά τον Ίμρε Κέρτις, αλλά και στα άλλα στρατόπεδα εκμηδένισης, εκεί όπου το απροσμάχητο τείχος ανάμεσα στον άνθρωπο και τον μη άνθρωπο είχε βάναυσα, ίσως οριστικά για το υπόλοιπο της ανθρώπινης ιστορίας, διαρραγεί». Ο Μίνως Μωυσής τόνισε την ευρηματικότητα του συγγραφέα, ο οποίος επιχειρεί κάτι πρωτότυπο, να περιγράψει την ζωή του ήρωά του πριν, κατά τη διάρκεια και μετά από το Ολοκαύτωμα μέσα από την αφήγηση του Τζάκου Μιζάν. Επίσης μίλησε για την κοινότητα της Άρτας, μέσα από προσωπικά βιώματα, κάνοντας ένα νοερό ταξίδι σε μια πόλη με αστικό πολιτισμό, σεβασμό και ανεκτικότητα, η οποία όμως, όπως και σχεδόν όλες οι ελληνικές πόλεις, δεν μπόρεσε να σώσει τους Εβραίους της.

Ο Γιάννης Μπαλάφας, αφού μίλησε γενικά για το Ολοκαύτωμα, αναφέρθηκε στην δύσκολη επιστροφή στην Ελλάδα του Εμφυλίου, στη σιωπή για το Ολοκαύτωμα και ολοκλήρωσε αναφέροντας στίχους από το ποίημα του Ιάκωβου Καμπανέλλη Μαουτχάουζεν.

Στη συνέχεια και ο συγγραφέας, όπως φαίνεται και στο έργο του, στο οποίο διαχειρίζεται με ξεκάθαρο τρόπο τα τεράστια προβλήματα που αντιμετώπισαν οι ελάχιστοι επιζώντες όταν επέστρεψαν στα σπίτια τους, τα λεηλατημένα και καταπατημένα, μίλησε ξεκάθαρα για αυτό το ένοχο κενό που επιβιώνει ακόμη και σήμερα στις συζητήσεις για τα εγκλήματα πολέμου στην Ελλάδα, σε τοπικό ή εθνικό επίπεδο, αναφερόμενος και στο παράδειγμα της σφαγής του Κομμένου της Άρτας. Στις συζητήσεις για τα χωριά που έκαψαν οι ναζί, για τους ανθρώπους που σκότωσαν, σπάνια συμπεριλαμβάνονται οι Έλληνες Εβραίοι που εκτοπίστηκαν στα στρατόπεδα του θανάτου και εξοντώθηκαν μαζικά. Σαν να μην αποτελούν κομμάτι της τοπικής ιστορίας, κομμάτι σημαντικό και αναπόσπαστο της ιστορίας της Ελλάδας.

Και η ίδια η  σιωπή των επιζώντων κράτησε μέχρι την δεκαετία του 1990. Σε αυτή την σιωπή, απόρροια όχι μόνο της απώθησης της μνήμης, αλλά και της βαθιάς ανθρώπινης ανάγκης ότι η ζωή έπρεπε να συνεχιστεί, συνέτεινε και το γεγονός ότι τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, οι διηγήσεις για την φρίκη του Ολοκαυτώματος, για το τι είναι ικανός να κάνει ο άνθρωπος στον άνθρωπο, δεν γίνονταν πιστευτές. Η σιωπή αυτή, ακόμη και όταν αφορά την ενοχή των Ελλήνων χριστιανών, έχει αρχίσει τα τελευταία χρόνια, δειλά δειλά, να σπάει. Κινούμενος από την ανάγκη του να μην σιωπά και από την βαθειά του αγωνία να μάθουν τα νέα παιδιά, να μην ξεχαστεί η ιστορία, να μην αλλοιωθεί η αλήθεια, ο Ισαάκ Μιζάν επισκέπτεται τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότερα σχολεία και πανεπιστήμια για να αφηγηθεί την ιστορία των Ελλήνων Εβραίων μέσα από την δική του προσωπική ιστορία, διαδικασία εξαιρετικά επίπονη, αλλά ιστορικά και προσωπικά ανεκτίμητη.





Στην εκδήλωση παρέστησαν μεταξύ άλλων, οι βουλευτές, Τριαντάφυλλος Μηταφίδης, Γιάννης Στέφος, Γιάννης Καραγιάννης, Βασίλης Τσίρκας από τον ΣΥΡΙΖΑ και Κώστας Καραγκούνης από τη Ν.Δ.. Την Πανηπειρωτική Συνομοσπονδία Ελλάδος, εκπροσώπησε ο Αντιπρόεδρος της, Κώστας Κωνής.

Μετά τις βιβλιοπαρουσιάσεις στην Άρτα και στην Αθήνα Το μυθιστόρημα του Δημήτρη Βλαχοπάνου «Ισαάκ Μιζάν – αριθμός βραχίονα 182641» παρουσιάστηκε και στα Ιωάννινα  στον Πολιτιστικό Πολυχώρο «Δ. Χατζής» το Σάββατο 25 Μαρτίου 2017,, σε εκδήλωση που συνδιοργανώνουν το Πνευματικό Κέντρο Δήμου Ιωαννιτών, η Ισραηλιτική Κοινότητα Ιωαννίνων, ο Σύνδεσμος Φιλολόγων Ν. Ιωαννίνων, η Ένωση Θυμάτων Ολοκαυτώματος Μουσιωτίτσας και οι εκδόσεις «Άπειρος Χώρα».