Τετάρτη, 12 Ιουλίου 2017

Ηπειρώτες κρατούμενοι στις ναζιστικές φυλακές Βρανδεμβούργου. Ονόματα.

Σε απόσταση 85 περίπου χιλιομέτρων ανατολικά του Βερολίνου, στην πόλη του Βρανδεμβούργου, λειτουργούσαν στην περίοδο του ναζισμού, οι περιβόητες φυλακές σωφρονισμού Βρανδεμβούργου- Γκέρντεν («Zuchthaus Brandenburg-Görden») στις οποίες εγκλείστηκαν, υπέφεραν ή ακόμη και θανατώθηκαν μερικές χιλιάδες ποινικοί αλλά κυρίως πολιτικοί κρατούμενοι, αντίπαλοι του καθεστώτος.

Ένα μεγάλο ποσοστό των κρατουμένων προερχόταν από διάφορες χώρες της Ευρώπης, που είχαν καταλάβει οι Γερμανοί στα πρώτα χρόνια του πολέμου και είχαν μεταφερθεί εκεί για να εργαστούν καταναγκαστικά, δηλαδή σαν σκλάβοι, σε διάφορες επιχειρήσεις στο Τρίτο Ράιχ. Μεταξύ αυτών, βρίσκονταν και πολλοί  Έλληνες, η ιστορία των οποίων και οι τύχες τους στα τραγικά εκείνα χρόνια, ήταν μέχρι πρόσφατα ελάχιστα γνωστή.   

Οι φυλακές
Οι φυλακές Βρανδεμβούργου-Γκέρντεν άρχισαν να κτίζονται το 1927, στην εποχή της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, ως πρότυπο σύγχρονων εγκαταστάσεων σωφρονισμού, και ολοκληρώθηκαν μετά από διάφορες επεκτάσεις το 1935. Από το 1933 έως το 1945 οι φυλακές εντάχτηκαν στο σύστημα σωφρονισμού και καταστολής του ναζιστικού καθεστώτος, όπου οι κρατούμενοι, ειδικότερα κατά τη διάρκεια του πολέμου, υπέστησαν οδυνηρές κακουχίες, μέσα σε συνθήκες πείνας και εξουθενωτικής καταναγκαστικής εργασίας, καθώς και μια απεχθή ρατσιστική μεταχείριση.
Το 60% περίπου των εγκλείστων βρισκόταν εκεί ως πολιτικοί κρατούμενοι. Οι ξένοι κρατούμενοι, που προέρχονταν κυρίως από το Βέλγιο, τη Γαλλία, τη Γιουγκοσλαβία, την Ιταλία, την Πολωνία, τη Σοβιετική Ένωση ή την Τσεχοσλοβακία, αντιμετωπίζονταν εξ αρχής με συγκριτικά πολύ χειρότερο τρόπο. Σύμφωνα με μια απόφαση του Χάινριχ Χίμλερ και του τότε ναζιστή υπουργού δικαιοσύνης Ότο Τίρακ, από τον Σεπτέμβρη του 1942, όλοι οι Ρώσοι, Ουκρανοί, Σίντι και Ρομά κρατούμενοι όφειλαν να μεταφερθούν από τις φυλακές σε διάφορα στρατόπεδα συγκέντρωσης και να «εξοντωθούν μέσω εργασίας», ενώ το ίδιο ίσχυε και για Πολωνούς που είχαν ποινές άνω των τριών χρόνων κάθειρξης. Λόγω της παραπάνω απόφασης 1.259 κρατούμενοι μεταφέρθηκαν σε άλλα στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας, όπου πολλοί από αυτούς, δολοφονήθηκαν από τα SS.  
Από το 1940 στις φυλακές του Βρανδεμβούργου-Γκέρντεν γίνονταν και εκτελέσεις θανατικών ποινών. Για τον σκοπό αυτό είχε διαμορφωθεί ανάλογα ένας πρώην χώρος γκαράζ, με την εγκατάσταση μιας γκιλοτίνας και μιας κρεμάλας. Μέχρι τον Απρίλιο 1945 εκτελέστηκαν εκεί μέσα 2.030 άνθρωποι, κυρίως Γερμανοί αντιστασιακοί, αλλά και ξένοι κρατούμενοι. Τα θύματα προέρχονταν από όλους τους ιδεολογικούς χώρους (κομμουνιστές, σοσιαλδημοκράτες, φιλελεύθεροι, συντηρητικοί), όλα τα κοινωνικά στρώματα (εργάτες, δημόσιοι υπάλληλοι, επαγγελματίες, γιατροί, ιερωμένοι, στρατιωτικοί, διανοούμενοι, αγρότες) και ήταν διαφόρων ηλικιών (από 15 έως 72 ετών). Εκεί εκτελέστηκαν επίσης 16 άνδρες, που σχετίζονταν με την αποτυχημένη απόπειρα εξόντωσης του Χίτλερ στις 20 Ιουλίου 1944, καθώς και πάνω από 100 Μάρτυρες του Ιεχωβά, ως αρνητές στράτευσης.

Οι Έλληνες κρατούμενοι
Στις φυλακές του Βρανδεμβούργου-Γκέρντεν βρέθηκαν κρατούμενοι 282 Έλληνες, που προέρχονταν από διάφορες περιοχές της Ελλάδας και είχαν μεταφερθεί από την Αθήνα με τέσσερα συνολικά τρένα, από τον Απρίλιο μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1944. Πρόκειται για άτομα, που είχαν συλλάβει οι Γερμανοί,  για διάφορους λόγους, κυρίως για αντιστασιακή δράση, παράνομη οπλοκατοχή, ή για άλλα παραπτώματα, όπως μικροκλοπές ή μαύρη αγορά. 37 από τους Έλληνες κρατούμενους προέρχονταν από τις συλλήψεις, που έκαναν οι Γερμανοί στο γνωστό «Μπλόκο του Βύρωνα», στις 7 Αυγούστου 1944. Ηλικιακά, ο νεαρότερος των Ελλήνων ήταν 14 και ο μεγαλύτερος 62 ετών.
Περίπου 100 άτομα από τους έλληνες κρατούμενους στάλθηκαν για καταναγκαστική εργασία στα εργοστάσια κατασκευής πολεμικών αεροπλάνων της βιομηχανίας Arado, που βρίσκονταν μερικά χιλιόμετρα νοτιότερα, στην περιοχή Νόυεντορφ του Βρανδεμβούργου, και έμεναν εκεί σε ειδικά παραπήγματα, στο λεγόμενο «Στρατόπεδο των Ελλήνων» («Griechenlager»). Στο συγκεκριμένο εργοστάσιο της Arado εργάζονταν το 1944 περίπου 10.000 εργάτες, στην πλειοψηφία τους ξένοι αιχμάλωτοι από Ολλανδία, Γαλλία και Τσεχία. Οι συνθήκες ζωής και εργασίας για τους έλληνες  κρατούμενους ήταν απελπιστικές. Το συνηθισμένο ωράριο εργασίας έφτανε στις δώδεκα ώρες την ημέρα, το φαγητό ήταν ελάχιστο, ενώ οι συνθήκες υγιεινής στα καταλύματα καταστροφικές. Η ψείρα και οι κοριοί αποτελούσαν διαρκή μάστιγα, ενώ διάφορες αρρώστιες ήταν στην ημερήσια διάταξη. Σύμφωνα με μαρτυρίες γερμανών συγκρατουμένων, πολλοί  Έλληνες είχαν φτάσει προς το τέλος του πολέμου σε κατάσταση τρέλας εξαιτίας της πείνας, ενώ άλλοι δεν είχαν πλέον δυνάμεις να σταθούν στα πόδια τους. 
Η Arado διατηρούσε άλλο ένα εργοστάσιο εξαρτημάτων, μέσα στον περιβάλλοντα χώρο των φυλακών, όπως και μερικές άλλες επιχειρήσεις της πολεμικής, κυρίως, βιομηχανίας, όπου οι κρατούμενοι επίσης εξαναγκάζονταν σε εργασία. Οι γνωστότερες από αυτές τις εταιρίες ήταν η Bosch, η εταιρεία βιδών Krause και η εταιρεία οπτικών Busch. Κρατούμενους απασχολούσαν επίσης οι χαλυβουργικές επιχειρήσεις στη γύρω περιοχή, που παρήγαγαν βαρέα όπλα για τη Βέρμαχτ. 
Πέρα από τις αυθαιρεσίες των δεσμοφυλάκων οι κρατούμενοι είχαν να αντιμετωπίσουν και τον τρόμο των συνεπειών σε περιπτώσεις ζημιών ή μειωμένης απόδοσης στην παραγωγή, που σήμαινε ξυλοδαρμούς ή ακόμη και τη θανάτωσή τους. Όσοι από τους Έλληνες είχαν γίνει αντιληπτοί από τους συγκρατούμενους ως ομοϊδεάτες τους αντιστασιακοί, έτυχαν κάποιας αλληλεγγύης και προστασίας, μέσω ενός κρυφού δικτύου, που ήταν οργανωμένο μέσα στις φυλακές από γερμανούς κομμουνιστές. (Ανάμεσα σ’ αυτούς βρίσκονταν και ο μετέπειτα ηγέτης της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας, Έριχ Χόνεκερ). Σχετικά καλύτερη τύχη είχαν οι κρατούμενοι, που απασχολούνταν σε εσωτερικές δουλειές των φυλακών, όπως στα μαγειρεία, στο ραφείο ή στο ξυλουργείο καθώς επίσης σε αγροτικές εργασίες σε αγροκτήματα της γύρω περιοχής.
Το ιστορικό ενδιαφέρον για τις τύχες των Ελλήνων κρατουμένων του Βρανδεμβούργου έχει αυξηθεί τα τελευταία χρόνια. Ο ιστορικός Αλέξης Ντετοράκης Εξάρχου, από την Ξάνθη, ο οποίος εργάζεται εθελοντικά στη γερμανική οργάνωση «Δράση Εξιλέωσης και Συμφιλίωσης» («Aktion Sühnezeichen Friedensdienste») κατάφερε να εντοπίσει μέχρι πρόσφατα τις οικογένειες 40 πρώην θυμάτων, και μάλιστα δυο πρώην κρατούμενους εν ζωή. Χάρη και στη δική του συμβολή προσκλήθηκαν από το δημόσιο ίδρυμα «Μνημεία Βρανδεμβούργου» στις 29 Απριλίου, στις φετινές εκδηλώσεις για την απελευθέρωση των φυλακών, απόγονοι πρώην κρατουμένων από την Ελλάδα και αφηγήθηκαν σε μια λιτή τελετή, ειδικά αφιερωμένη στους Έλληνες θύματα των φυλακών, τις συγκινητικές μαρτυρίες των πατεράδων τους.  
Πόσοι ακριβώς από τους έλληνες κρατούμενους του Βρανδεμβούργου επέζησαν, δεν είναι γνωστό. Μέχρι σήμερα έχει εξακριβωθεί ο θάνατος έξι θυμάτων μέσα στη φυλακή, ενώ δύο ακόμη συγκαταλέγονται στους αγνοούμενους, σίγουρα όμως ο αριθμός των Ελλήνων που χάθηκαν είναι πολύ μεγαλύτερος. Όσοι γλύτωσαν, χρειάστηκαν στη συνέχεια ακόμη μερικούς μήνες μέχρι να επιστρέψουν, μετά από πολλές περιπέτειες, στην πατρίδα.

Ηπειρώτες κρατούμενοι
Σύμφωνα με στοιχεία που βρέθηκαν σε ελληνικές και γερμανικές πηγές, οι Ηπειρώτες κρατούμενοι στις φυλακές Βρανδεμβούργου-Γκέρντεν ήταν οι εξής:

Αγγέλης ή Αγγελής Βασίλειος, γεν. 1909 στα Γιάννενα, επάγγελμα τσαγκάρης. Βλαχιώτης Αναστάσιος, γεν. 1927 στο Ελατοχώρι. Γκοντότσης Ιωάννης, γεν. 1903 στη Βούρμπιανη και τότε κάτοικος Ιωαννίνων. Επάγγελμα τσαγκάρης. Αγνοούμενος, δεν επέστρεψε ποτέ. Γραμμενιάτης Νικόλαος, γεν. 1923 στα Γιάννενα. Επάγγελμα αμαξάς ή τσαγκάρης. Κούτσικος ή Κουτσίκος Κωνσταντίνος, γεν. 1919 στα Γιάννενα. Επάγγελμα τσαγκάρης. Μεργκούνης Απόστολος γεν. 1927 στο Μέτσοβο. Συμμετείχε στο αντάρτικο και συνελήφθη. Μπαλοδήμος Απόστολος, από το Παλιοσέλι Κόνιτσας. Είχε συλληφθεί στα Γιάννενα. Σαραμαμπασίνας Σπυρίδων, γεν. 1924 στα Γιάννενα. Επάγγελμα χασάπης. Σύμφωνα με πληροφορίες πέθανε σε νεαρή ηλικία μετά την επιστροφή του.

Πολύ πιθανόν να υπήρχαν κι άλλοι κρατούμενοι από την Ήπειρο στις φυλακές του Βρανδεμβούργου. Περισσότερα στοιχεία για τις περιπέτειες και την τύχη των παραπάνω θυμάτων δεν είναι, δυστυχώς, γνωστά.

Η απελευθέρωση
Λίγο μετά το μεσημέρι της Παρασκευής της 27ης  Απριλίου 1945, κι ενώ η διοίκηση των φυλακών τις είχε εγκαταλείψει, ο σοβιετικός Κόκκινος Στρατός απελευθέρωσε τους 3.600 περίπου κρατούμενους, μεταξύ των οποίων και 180 θανατοποινίτες, που περίμεναν την εκτέλεσή τους.
Ο τότε κρατούμενος των φυλακών Αριστομένης Αντωνακέας, από την Τρίπολη, (αξιωματικός στον ελληνοϊταλικό πόλεμο, και σύνδεσμος στην Κατοχή μεταξύ των εθνικιστικών οργανώσεων ΕΕ και Χ), ο οποίος είχε συλληφθεί τον Μάρτιο του 1944 από τους Γερμανούς στην Αθήνα, και είχε καταδικαστεί αρχικά σε θάνατο, με την κατηγορία της κατασκοπείας υπέρ των Συμμάχων, έγραφε στο ημερολόγιό του εκείνες τις μέρες, με ιδιαίτερη ευγνωμοσύνη προς τους Ρώσους απελευθερωτές του:
«Η ώρα ήτο 4.15΄ακριβώς- ηκούσθησαν φωναί. Εστρέψαμε προς το μέρος από όπου ήρχοντο αι φωναί και είδομεν κάτι που επί τόσους μήνας ανεμέναμεν ανυπομόνως. Είδαμε Ρώσους στρατιώτας εντός της φυλακής και μερικούς καταδίκους να φωνάζουν από χαρά. Αρχίσαμε να φωνάζουμε με όλη την δύναμή μας. Εγώ εφώναξα την λέξιν "Ρώσοι", τόσο δυνατά ώστε εφοβήθην προς στιγμήν, μήπως παραφρονήσω. Τα κελλιά ηνοίχθησαν αυτομάτως υπό των εκτός αυτών ευρισκομένων Ελλήνων και λοιπών κρατουμένων. Όλοι ετρέξαμε εις το ισόγειον των φυλακών, όπου συνήντησα έναν Ρώσον στρατιώτην, τον οποίον αγκάλιασα, τον φίλησα και δεν τον άφηνα, φωνάζων συνεχώς. Εις Ρώσος ανήλθεν επί ενός κιβωτίου πλήρους άμμου και κάτι έλεγε και όλοι, χωρίς να εννοούμε τίποτε ζητοκραυγάζαμε. Κατόπιν κατήλθε δια να εξέλθη των φυλακών και όλοι τον φιλούσαμε. Το τι εγίνετο είναι απερίγραπτον. Εξήλθαμε αμέσως έξω όπου ένα Ρωσικόν άρμα μάχης ίστατο προ της θύρας των φυλακών. Ήτο ο απελευθερωτής μας. Εις Ρώσος ανήλθεν επί του άρματος και ωμίλησε προς ημάς. Ημείς δε, εζητοκραυγάζαμε διαρκώς. Κατόπιν εγώ με πολλούς άλλους απεμακρύνθην της φυλακής, όπως ήμουν, διά να πιστεύσω ότι ήμουν πράγματι ελεύθερος. Κατόπιν επέστρεψα, συνήντησα τον Παπαδόπουλο, ανήλθαμε και πάλιν εις τα κελλιά μας, όπου παρελάβαμεν όλα τα πράγματά μας της φυλακής, εφάγαμε λίγο φαγητόν που υπήρχε εις το κελλί των σερβιτόρων, επήραμε τσιγάρα που υπήρχαν μέσα εις ένα Γραφείον και εγκαταλείψαμε πλέον την φυλακήν μετά από τόσους μήνας αγωνίας, βασάνων και τυραννίας»

*Θερμές ευχαριστίες στον κ. Αλέξη Ντετοράκη Εξάρχου και στην κ. Ισμήνη Φραντζέσκου για τις πληροφορίες.

Πηγές:
Sylvia de Pasquale: Zwischen Resoziasierung und «Ausmerze» – Strafvollzug in Brandenburg an der Havel (1920-1945), Metropol Verlag, 2013.
Leonore Ansorg: Politische Häftlinge im nationalsozialistischen Strafvollzug: Das Zuchthaus Branfenburg-Görden, Metropol Verlag, 2015.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΡΑΖΙΤΟΥΛΗΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: