Σάββατο, 12 Νοεμβρίου 2016

Ροδαυγή Τζουμέρκων Άρτας. Απολαύστε τα video



Απολαύστε τα video
























Η Ροδαυγή, παλαιά ονομασία Νησίστα, είναι ένα καταπράσινο κεφαλοχώρι σκαρφαλωμένο στη μέση περίπου της ανατολικής πλευράς του Ξηροβουνίου, σε υψόμετρο 740 μ. και απλωμένο πάνω από τον Άραχθο. Είναι το μεγαλύτερο από τα χωριά της πλευράς αυτής του βουνού και απέχει από την Άρτα, με τα σημερινά οδικά δεδομένα, 22 χμ.. Το πότε ακριβώς χτίστηκε το χωριό δεν είναι γνωστό. Εκείνο όμως που γνωρίζουμε είναι ότι στη θέση Κακολάγκαδο, παλιά τοποθεσία του χωριού, υπήρχε το Αθήναιον, η νότια πόλη του Κοινού των Αθαμάνων, του οποίου ίχνη των τειχών του σώζονται μέχρι και σήμερα στη θέση αυτή.
Δημόσιοι αμαξιτοί δρόμοι πριν από το 1960 δεν υπήρχαν στο χωριό. Yπήρχαν μόνο δρομάκια βατά στα ζώα και ανώμαλα τα πιο πολλά. Η επικοινωνία με τα αστικά κέντρα, Άρτα και Φιλιππιάδα, γινόταν με τα ζώα, άλογα και αγωγιάτες, ή με τα πόδια ακολουθώντας το ‘’δρόμο‘’ του Αράχθου ή τον ‘’ημιονικό‘’ δρόμο: Πιστιανά, Κιάφα, Κορφοβούνι (Μπρένιστα), Γραμμενίτσα, Άρτα. Στην περίοδο της Τουρκοκρατίας είχε χαρακτηριστεί από τους Τούρκους Κεφαλοχώρι (χανικέζικο) και αποτελούσε την έδρα της διοίκησης.
Ως ‘’Κεφαλοχώρι‘’ η Ροδαυγή ήταν αυτοδιοικούμενη. Τη διοίκηση την αποτελούσαν ο Μουχτάρης (ο πρόεδρος της κοινότητας) και δύο Αγάδες ως σύμβουλοι. Άλλη αρχή ήταν ο Mοντήρης (ο ειρηνοδίκης) και οι Zαπιτιέδες (χωροφύλακες). Από το 1881 μέχρι το 1913 ο Άραχθος ποταμός απετέλεσε το σύνορο μεταξύ του ‘’Ελληνικού‘’ και του ‘’Τούρκικου‘’. Τότε πολλοί Ροδαυγιώτες, για να αποφύγουν την τουρκική καταπίεση, έφυγαν από το χωριό και εγκαταστάθηκαν στο ‘’Ελληνικό‘’, στην απέναντι δηλαδή πλευρά του Αράχθου, όπου δημιούργησαν την Πέρα ή Νέα Νησίστα.




Μορφολογικά το έδαφος της Ροδαυγής παρουσιάζει έντονη ποικιλία χωρίς όμως απότομες μεταπτώσεις. Τον ορεινό όγκο του Ξηροβουνίου, από τα μισά περίπου της πλαγιάς του και κάτω, διαδέχονται μαλακοί λόφοι που καταλήγουν σε μικρές πεδιάδες κοντά στον Άραχθο ποταμό. Και όλα αυτά τυλίγονται σε μία πλούσια βλάστηση, που όμοιά της σπάνια συναντάει κανείς αλλού. Πυκνά δάση, κυρίως από ρείκια και κουμαριές (μακία βλάστηση), αλλά και πλατάνια στις ρεματιές και την παραποτάμια ζώνη, βελανιδιές, καστανιές και οπωροφόρα δέντρα καλύπτουν τον τόπο από άκρη σε άκρη. Και όπου αυτά σταματούν - στα χαμηλότερα μέρη - τα διαδέχονται καλλιεργήσιμες εκτάσεις. Με όλα τούτα τα χαρακτηριστικά το ροδαυγιώτικο τοπίο, παρά την ποικιλία του, διακρίνεται από κάποιους τόνους ηρεμίας και ηπιότητας.
Από την εποχή που κατοικήθηκε το χωριό έως και τη δεκαετία του 1960 οι συνθήκες ζωής για τον τόπο έμειναν περίπου οι ίδιες. Οι περισσότεροι κάτοικοι είχαν πάντα ως κύρια απα-σχόληση τη γεωργία. Η οικονομία δεν παρουσίαζε καμιά ανάπτυξη, γιατί βασιζόταν κατά το μεγαλύτερο μέρος της στη μικρής κλίμακας γεωργική παραγωγή.
Έτσι το βιοτικό επίπεδο παρέμενε γενικά αρκετά χαμηλό. Ο πληθυσμός στην πλειονότητά του ζούσε πολύ απλά και με μεγάλη λιτότητα από την τοπική παραγωγή, έχοντας περιορίσει τις ανάγκες του στο ελάχιστο. Και όπως ήταν αυτάρκης η οικογένεια στη διατροφή, το ίδιο ήταν και στην αμφίεση και ως προς τα περισσότερα είδη οικιακής χρήσης, ακόμα και ως προς αυτή την κατοικία. Μόνοι τους έχτιζαν κατά κανόνα τα σπίτια τους ακολουθώντας τις τυποποιημένες αρχές μιας απλοποιημένης ε-μπειρικής αρχιτεκτονικής παράδοσης.




Οικισμοί
Η Ροδαυγή πολεοδομικά δεν έχει τον χαρακτήρα ενός συγκεντρωτικού χωριού αλλά αποτελείται από οικισμούς που εκτείνονται σε όλη τη γεωγραφική έκτασή της. Οι οικισμοί αυτοί είναι: το Περδικάρι, ο Άμμος, η Κερασίτσα, η Λάψαινα, το Καθαραβούνι, η Κρανούλα, η Σάντινα, το Σουμέσι, το Ξεράκι και το κεντρικό Χωριό.
Όλοι σχεδόν οι οικισμοί αυτοί είναι χτισμένοι σε μέρη τελείως αθέατα από το κέντρο του χωριού ίσως για το φόβο των επιδρομών. Φαίνεται ότι προτιμήθηκαν τοποθεσίες που συνδύαζαν την ασφάλεια με την ανοικτή θέα προς τον Άραχθο. Εκείνο όμως που χαρακτηρίζει όλους αυτούς τους οικισμούς είναι ο μη συγκεντρωτικός πολεοδομικός χαρακτήρας τους. Τα σπίτια, ακολουθώντας μια παλιά συνήθεια, δεν χτίζονται το ένα κοντά στο άλλο, αλλά το καθένα περιβάλλεται από καλλιεργήσιμες εκτάσεις. 


Με την πολυπληθή παρουσία των απόδημων Ροδαυγιωτών, των ξένων επισκεπτών και με τη συμμετοχή των μόνιμων κατοίκων, γιορτάστηκε η Ανάσταση στο όμορφο χωριό, τη Ροδαυγή μας. Έτσι δόθηκε η ευκαιρία να ανταμώσουν και να γιορτάσουν μαζί κάτοικοι και ξενιτεμένοι και να ανταλλάξουν ευχές για υγεία, χαρά και ευτυχία και καλό αντάμωμα πάλι το καλοκαίρι.

Το απόγευμα της Τρίτης, αν και εργάσιμη ημέρα η Τρίτη και οι περισσότεροι γύρισαν πίσω στις εργασίες τους, χορεύτηκε ο ονομαστός χορός Καγκελάρι με τη συμμετοχή όλων, χωριανών και ξενοχωριτών. Όλοι νέοι και ηλικιωμένοι, πιάστηκαν θηλυκωτά μεταξύ τους, τραγούδησαν και χόρεψαν το Καγκελάρι διατηρώντας έτσι γνήσιο το έθιμο στο χρόνο. Μετά το πέρας του χορού ο κόσμος, ανάλογα με τις προτιμήσεις του, επέλεξε να διασκεδάσει σε κάποια από τις δυο ορχήστρες που υπήρχαν στο χωριό










‘’Καλώς σας εύρ’ ο Λάζαρος και φέτος και του χρόνου

με τ’ άσπρα με τα κόκκινα και με τα λουλουδάτα

σαν των Βαγιώ και τη Λαμπρή, σαν ποιο αγαπάει η καρδιά σου;‘’

Όπως κάθε χρόνο, έτσι και φέτος, η Λαογραφική ομάδα των κατοίκων της Ροδαυγής πλαισιωμένη από παιδιά, μεσήλικες, γέρους και γριές, στο χαγιάτι του ιστορικού Ναού της Αγ. Παρασκευής, τo βράδυ της Παρασκευής 10 του Απρίλη, παραμονή του Λαζάρου, τραγούδησε μερικά από τα 24 τραγούδια που τραγουδιόνταν παλαιότερα από τα παιδιά, τα οποία περνούσαν από όλα τα σπίτια του χωριού, με το στολισμένο καλάθι. Οι νοικοκυραίοι φρόντιζαν να είναι στα σπίτια τους εκείνη την ημέρα και περίμεναν με λαχτάρα τα παιδιά για να παραγγείλουν το τραγούδι της επιθυμίας τους, ενώ τα παιδιά έπρεπε να ξέρουν καλά όλα τα τραγούδια, γιατί αλλιώς δεν γίνονταν δεκτά και δεν θα τύχαιναν το κέρασμα της εποχής εκείνης, όπως αυγά, σύκα ξηρά, καρύδια, γλυκά, χρήματα κλπ.
Όλα τα τραγούδια είχαν τη σημασία τους, γιατί είχαν να κάνουν με τη ζωή και τις ασχολίες των κατοίκων. Ιδιαίτερη όμως βαρύτητα έδιναν στο τραγούδι του ξενιτεμένου, η παραγγελία του οποίου ήταν πολύ συχνή και αυτό επειδή πολλά σπίτια είχαν άνθρωπο στην ξενιτειά.


‘’Παρακαλώ σε ξενιτειά με τα φαρμάκια πο ’χεις,

αυτόν τον νιό που σου’ στειλα, αυτό το παλικάρι

να μην του δώκεις αρρωστιά, να μην του δώκεις χάλι…’’












Η Λαογραφική ομάδα των απανταχού Ροδαυγιωτών, προσπαθεί να διατηρήσει το Πασχαλινό αυτό έθιμο, να κρατήσει ζωντανή την παράδοση, μεταδίδοντας τις μελωδίες των τραγουδιών αυτών στην ψυχή της νέας γενιάς, ιδιαίτερα σήμερα που οι ξέφρενοι ρυθμοί της ζωής έχουν απομακρύνει τους νέους από τις παραδόσεις και τις ρίζες τους με αποτέλεσμα να επέρχεται πολιτιστικός μαρασμός και αλλοτρίωση.
Την τελευταία δεκαετία έγινε μια προσπάθεια καταγραφής και αναβίωσης των τραγουδιών του Λαζάρου με τη βοήθεια φορέων και κάποιων που αγαπούν την παράδοση και κύρια του αείμνηστου Ροδαυγιώτη ιστορητή Κων/νου Διαμάντη, ώστε να μην χαθούν τα ακούσματα και οι μελωδίες των τραγουδιών αυτών με το πέρασμα του χρόνου.
Εξ ίσου σημαντικό έθιμο είναι και ΤΑ ΠΑΘΗ, που τραγουδιούνται πάλι στον ίδιο χώρο και ώρα 7 μ।μ. την Μ.Παρασκευή, με τη διαφορά ότι το καλάθι φέρει μαύρο μαντήλι και δάφνες.



’Κάτω στα Ιερουσόλυμα και στου Ιησού τον τάφο

δέντρος εκεί δεν φύτρωνε και δέντρος εφυτρώθη,

το δέντρο ήταν ο Χριστός και η ρίζα η Παναγία

και αυτά τα ριζοκλώναρα ήταν οι Αποστόλοι…’’ 








Το ένδυμα, η φορεσιά είναι κάτι το μαγικό. Αλλάζει την όψη και την ψυ-χολογία του ανθρώπου, εκπέμπει μηνύματα, δημιουργεί συναισθήματα, ξυπνάει μνήμες.
Το ένδυμα είναι τόσο παλαιό, όσο και ο άνθρωπος των σπηλαίων! Από τις πρωτόγονες κλωστές και τις προβιές έως τα σημερινά κοστούμια πέρασαν πολλά χρόνια. Αλλά ένα δεν άλλαξε: Η σημειολογία της ένδυσης!
Στην ένδυση (αλλά και στα συγγενικά της, επίσης μαγικά, σημάδια υπό-δηση-κόσμημα-κέντημα-κεφαλοκάλυμμα και ακόμη πιο ειδικά στην ψιμυθίωση και στον αρωματισμό) αποκαλύπτεται η οργάνωση και ο πολιτισμός ενός ολό-κληρου λαού!



















Η αντρική φορεσιά 

Η ανδρική φορεσιά της Ροδαυγής χαρακτηρίζεται από λιτότητα στη μορφή και αρμονικό συνδυασμό των χρωμάτων.
Αποτελείται από το παντελόνι που είναι συνήθως σε μπεζ ή άσπρο χρώ-μα φτιαγμένο από χονδρό ύφασμα του αργαλειού, και λέγεται μπουραζάνα ή τσιακτσίρα.
Το πουκάμισο φτιαγμένο συνήθως από βαμβακερό ύφασμα σε άσπρο χρώμα με φαρδιά μανίκια.
Το αμάνικο γιλέκο φτιάχνεται από μάλλινο ύφασμα σε σκούρα απόχρω-ση.
Απαραίτητα εξαρτήματα της φορεσιάς είναι επίσης το ζωνάρι, μονόχρωμο από δίμιτο ύφασμα που μπαίνει στη μέση, η σκούφια για το κεφάλι, και η ασημένια αλυσίδα που στολίζει το στήθος.
Στα πόδια φορούν μαύρα ή κόκκινα τσαρούχια.



















Γυναικεία Φορεσιά
Η φορεσιά της Ροδαυγής αντικατοπτρίζει τα αυστηρά ήθη και τις παρα-δόσεις της κλειστής κοινωνίας των Ηπειρωτών.
Αποτελείται από το σιγκούνι, το πουκάμισο, το μαλλινοφουστάνο, την ποδιά και το μαντίλι.
Πιο αναλυτικά, το πουκάμισο, το οποίο είναι και το βασικό ένδυμα της γυναικείας φορεσιάς, είναι κλειστό με κατακόρυφο άνοιγμα ως το λαιμό και έχει άσπρο χρώμα.
Το σιγκούνι ή φλοκάτα είναι αμάνικο πανωφόρι κατασκευασμένο από μαύρο χοντρό ύφασμα και στολισμένο με κορδέλες και κεντήματα από γαϊτά-νι.
Στη μέση δένουν τη μαύρη ποδιά, η οποία είναι έντονα διακοσμημένη στο κάτω μέρος της.
Στο κεφάλι δένουν το μαύρο μαντήλι που στολίζεται από δαντέλα σε διάφορους χρωματισμούς.
Ως συμπλήρωμα της φορεσιάς φορούν στη μέση το ασημοζούναρο, αση-μένια πόρπη με ζώνη και στο στήθος τα φλουριά.
Στα πόδια φορούν μάλλινα τσουράπια με πολύχρωμα κεντήματα και μαύ-ρα ή κόκκινα τσαρούχια.


Δεν υπάρχουν σχόλια: