Τρίτη, 25 Οκτωβρίου 2016

Το κλειστό καφενείο


Την απόφαση να το κλείσει το καφενείο, ο Μάνθος ο καφετζής, δεν την πήρε εύκολα. Ήταν χρόνια που είχε βγει στη σύνταξη και το κρατούσε στο όνομα της γυναίκας του. Ήταν κι οι καιροί δύσκολοι, μέσα δεν έμπαινε, αλλά και διάφορο δεν είχε. Είχε τη γκρίνια της κυρα Ματρώνας όμως,  «αμάν πια τη ζωή σου μέσα στον καφενέ, θα τη φας;» και δόστου μπίρι μπίρι. Έπειτα ήρθαν και κάτι προβλήματα με την καρδιά , κάτι νοσοκομεία στην πρωτεύουσα, έκανε την άρρωστη καρδιά του πέτρα, ήρθε ο Σεπτέμβρης  κι έβαλε λουκέτο. Προσφέρθηκε βέβαια να το νοικιάσει σε συφερτική τιμή, αλλά ποιος να βρεθεί;

Εκείνος ο χειμώνας ήταν δύσκολος πολύ για το χωριό με τους διακόσιους και κάτι κατοίκους. δεν ξέρω αν κάποιος στη μεγάλη πόλη μπορεί να το καταλάβει αλλά το να κλείσει το μοναδικό καφενείο σε ένα τόσο δα χωριουδάκι, είναι  μαχαιριά κατάστηθη. Κι αν δεν σκοτώνει, λαβώνει βαριά. Οι χωριανοί τριγυρνούσαν στα ανηφορικά παγωμένα δρομάκια σαν τα σκυλιά τ' αδέσποτα. Δεν είχαν μέρος να μαζευτούν πριν κατηφορίσουν για τα χωράφια. Δεν είχαν μέρος να ξαποστάσουν νωρίς το βραδάκι μετά τις αγροτικές δουλειές. Κάπως προσπάθησαν να το παλέψουν με συνάξεις και βεγγέρες, αλλά αυτά είναι σπιτικά πράγματα, καφενές δεν είναι.  Μάλιστα, ως παράπλευρη απώλεια, πολλαπλασιάστηκαν ραγδαία οι οικογενειακοί καβγάδες. Δεν υπήρχε η διαφυγή βλέπεις «για να δώσεις τόπο στην οργή».


Πολλές φορές τους έβλεπες να κάθονται στη μικρή πλατειούλα έξω από το κλειστό καφενείο μέσα στο κρύο με τις ώρες. Κοίταζαν τα κλειστά τεπέκια και την ταμπέλα που την πηγαινοέφερνε ο αέρας με βλέμμα λυπημένο. Παρότι δεν μπορούσαν να το πουν ανοιχτά, από μέσα τους έσερναν διάφορα στο Μάνθο τον καφετζή που είχε ανατρέψει τη χαμηλόφωνη, ταπεινή τους ρουτίνα. Πέρασαν τα χριστουγεννόσχολα χωρίς κεράσματα, χωρίς ευχές, χωρίς τα λιγοστά πιτσιρίκια να πουν τα κάλαντα στο καφενείο μπροστά στη θεόρατη ξυλόσομπα.

Ο Στάθης είχε μόλις απολυθεί από το στρατό. Είχε πάει εξ αναβολής, είχε τελειώσει κι ένα Τ.Ε.Ι.  Λογιστικής ή κάτι τέτοιο. Όμως καθώς δουλειές δεν υπήρχαν είχε μαζευτεί στο χωριό να δουλεύει δίπλα στον πατέρα του στα χωράφια. Και καθώς ήταν φιλότιμος καταλάβαινε ότι και για τα χωράφια δεν έκανε, και μεροκάματο δεν έβγαινε. Του μπήκε η ιδέα, παραμονές Πρωτοχρονιάς. Πήγε κι έπιασε το Μάνθο. Ο παλιός καφετζής μόνο που δεν τον αγκάλιασε να τον φιλήσει. Το νοίκι που του γύρεψε ήταν αστείο, τα μισά που γύρευε αρχικά. Από την άλλη ένα κλειστό μαγαζί ήταν εκεί πέρα, παράδες δεν του άφηνε.

Προπαραμονή των Φώτων, ο Στάθης ξεκλείδωσε το καφενείο, μπήκε μέσα κι άρχισε να καθαρίζει. Σκούπισε, σφουγγάρισε, ξεσκόνισε τις καρέκλες και τα τραπέζια, τα ξανάστησε. Προς το μεσημεράκι ήρθε κι ένα φορτηγό από τη Χώρα κι άρχισε να ξεφορτώνει προμήθειες. Γέμισε το επαγγελματικό ψυγείο, με τα χρειαζούμενα για τους απλούς μεζέδες που συνόδευαν το ρακί. Έγινε σούσουρο στο χωριό. Όπως γύριζαν από τον κάμπο, οι χωριανοί στέκονταν κι έτριβαν τα μάτια τους. Σκουντούσαν ο ένας τον άλλον. Πλησίασαν και ρώτησαν. «Ε ναι μωρέ παιδιά, το ξανανοίγω, άντε από αύριο σας περιμένω» τους είπε με χαμόγελο ο Στάθης.

Παραμονή των Φώτων το καφενείο ξανάνοιξε. Αξημέρωτα σχεδόν περίμεναν το Στάθη να βάλει το  κλειδί στην πόρτα. Μπήκαν μέσα,  κούρνιασαν δίπλα στη σόμπα μόλις που άναψε κι άρχισαν τις παραγγελίες. Τους είχαν κάνει το καλύτερο δώρο. Κι επειδή δεν το περίμεναν, ήταν ακόμα πιο όμορφο.


Δεν υπάρχουν σχόλια: