Κυριακή, 11 Σεπτεμβρίου 2016

«Μη μου σ’κών’ς καπνούρα στο κεφάλ’».( Η γιαγιούλα, η σκάρπα, ο στούμπος και το ρ’ζάφτ’)

Περιγραφή: C:\Users\xristos\Pictures\ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ 1\P1030773.JPG


Γράφει ο Κίτσος ο Αθαμάνας


«Άμα αρπάξω καμιά σκάρπα, θα σ’ φουλτακιάσω τα κωλομέρια». Ήξερε  η γιαγιούλα μου, πότε το έλεγε και για ποιον/ποιους το  έλεγε. Ειδικά, άμα την είχε κάποιος αμπουριάσ’ με ψευτιές,  αμούρες, φιστούρες και παρλαπίπες. «Ου, πέρασαν από δω αητοί και σταυραετοί, ετούτ’ θα μας κοροϊδέψουν; Α, ρε σκάρπα που χρειάζεται». Ξέραμε και μεις ότι, όταν αμπουριάζεται η γιαγιά μας, σίγουρα θα είχε δίκιο. Κάποιος/α τη «δούλευε». Και η γιαγιά είχε την αξιοπρέπειά της. Δεν ανέχονταν ψευτιές.
Τη θυμήθηκα τη γιαγιά μου. Τη θυμούνται όλοι, όσοι, λίγο ή πολύ καιρό, «παραθερίζουν» το καλοκαίρι στα Τζουμέρκα.  Στα Τζουμέρκα που οπωσδήποτε ο επισκέπτης στέκεται με δέος και κοιτά τον έρημο τόπο λες και τον εγκατέλειψαν θεοί και άνθρωποι. Εκεί, όπου η αρμονία χρωμάτων από τη μοναδική βλάστηση συνυπάρχουν με την ομορφιά και την εγκατάλειψη, έτσι για να θυμίζουν προηγούμενη ζωή και να τονίζουν το μέγεθος της εγκατάλειψης. Και από κει και πέρα οι «επίσημοι»  επισκέπτες που «διδάσκουν» την ανάπτυξη και «συμπονούν» τους μόνιμους κατοίκους και τους «ενημερώνουν» ότι «οι κερασιές θ' ανθίσουνε και φέτος στην αυλή/ (Τζουμέρκο)/και θα γεμίσουνε με άνθη το παρτέρι.»  (Σε τέτοιες περιπτώσεις η γιαγιά άρπαζε την σκάρπα).

Και ποιος δεν τη θυμάται τη γιαγιούλα. Ποιος δεν θυμάται αυτές τις λεβέντισσες, ολόιδιες λιόντισσες, που δεν υπέκυψαν σε ζυγό και δεν αποκάρωσαν από τα βάσανα, τη φτώχια και την ξενιτιά. Έστησαν  με  αξιοπρέπεια το σπιτικό τους και με τον τρόπο ζωής  δίδαξαν «ἐμεῖς γι᾿ αὐτὰ τὰ λίγα κι ἁπλὰ πράγματα πολεμᾶμε/γιὰ νὰ μποροῦμε νά ῾χουμε μία πόρτα, ἕν᾿ ἄστρο, ἕνα σκαμνὶ/ἕνα χαρούμενο δρόμο τὸ πρωὶ/ἕνα ἤρεμο ὄνειρο τὸ βράδι». (Τάσος Λειβαδίτης)

Περιγραφή: Sample Image
(Μόνη της ξεχειμωνιάζει…)


Τη θυμόμαστε τη γιαγιούλα μας, γιατί τα Τζουμέρκα «τέλειωσαν», η προσμονή «ε, δεν πάει άλλο», τα όνειρα καταβυθίστηκαν στην λούμπρ’ της μοναξιάς και της ερήμωσης και εκείνες οι ψυχούλες που στην ουσία έμειναν εκεί,  περιμένουν το Σαββατοκύριακο τα παιδιά που θα ‘ρθουν να τους δουν.  Γι’ αυτό φτάσαμαν στα Τζουμέρκα « σε κάθε κούτσουρο να ξύνεσαι, και σε κάθε τούφα να τσερλίζεσαι» και να μη σε παίρνει κανένας χαμπάρ’. Το έλεγε και δεν το έκανε η γιαγιά. Έπρεπε να είχε φουλτακιάσ’ από παλιά τα κωλομέρια πολλών…  
Πώς να μην τη θυμηθεί τη γιαγιούλα κάποιος που έτυχε να γεννηθεί στα Τζουμέρκα, εκεί μεγάλωσε και εκεί έμεινε. Φεύγει συνεχώς απ’ το χωριό του και σ’ αυτό ξαναγυρίζει…

Περιγραφή: Αποτέλεσμα εικόνας για ΛΕΠΙΑΝΑ  ARTAS
(Τα Λεπιανά Άρτας, όπου πραγματοποιήθηκε φέτος τον Αύγουστο η 17η Συνδιάσκεψη Πολιτιστικών Συλλόγων)


Τη θυμήθηκα αλήθεια φέτος, εκεί στα Λεπιανά Άρτας όπου πραγματοποιήθηκε η  17η Συνδιάσκεψη Αδελφοτήτων και Πολιτιστικών Συλλόγων του πρώην Δήμου Αγνάντων. «Τα είπαμε, τα συζητήσαμε, τα συμφωνήσαμε, τα γομώσαμε με τη στάχτ’. Τώρα τ’ χρόν’ με τις παχιές τις μύγες. Πάμε για τα τσίπρα». Τα τσίπουρα όμως μόνο ευθυμία παράγουν και προσωρινή, ας το πούμε ευτυχία. Δεν παράγουν έργο, προοπτική και πολιτική. Κουδούνια γινόμαστε και κύπρια μας βαράνε.  Κι αυτό γιατί, εκεί στα Λεπιανά,  ακούσαμε και τα αίτια της οπισθοδρόμησης ή κατάρρευσης των Τζουμέρκων.  Δεν υποβάλλουν οι κάτοικοι, οι πολίτες, οι Τζουμερκιώτες, «οι επενδυτές»  μελέτες. Και με όση υπομονή κι αν έμεινε θα ρωτούσε κάποιος καλόβουλος. «Πόσο κοστίζει μια μελέτη; Ποιος θα τη συντάξει τη μελέτη και    με τι θα πληρώσει ο επενδυτής τον συντάξαντα και τους υπόλοιπους παρελκόμενους;» Και καλύτερα που δεν ήταν η γιαγιούλα, γιατί όταν θα άκουγε την αιτία που τα Κέντρα Υγείας είναι υποστελεχωμένα, αφού οι γιατροί δεν θέλουν να πάνε, μπορεί και να σηκωνόταν επάνω και να πέταε κανένα στούμπο κατά τη μεριά τους ρωτώντας τους: «Πώς μωρέ να έρθουν; Να πάρουν 570 ευρώ το μήνα και να κλίνουν το ρήμα πεινώ, πεινάς, πεινά;… Δεν έχουν κι όλοι οι γονείς να στέλνουν χαρτζιλίκι. Πόσο να φτάσει αυτή η ρημαδιασμένη η σύνταξη».

Περιγραφή: C:\Users\xristos\Pictures\ΤΣΙΠΟΥΡΟ.png
(Απαγορεύεται γιαγιούλα. Απαγορεύεται…)


Τα είπαν γιαγιούλα, τα είπαν. Ανερυθρίαστα. Ίτς κρίσ’ από κάτω. Και μη μού πεις,  γιαγιούλα μου,  ότι τη σκάρπα  τη θέλω εγώ στο κορμί μου. Εγώ ήσυχα, ήσυχα,  με  βήματα  γάτας χώθηκα μέσα στο καφενείο και έζαψα κανα δυο τρία  -είκοσι λέει  η γυναίκα μου- τσίπουρα. Ζαμπελίσιο…, Νέκταρ αληθινό.  
-Πώς το είπες αυτό; Έλλειψη  πολιτικής συνείδησης; Δεν απάντησα. «Έλα τώρα δεν πα να μην αρέσεις./Κόντρα είσαι στην ανασχετική ηλιθιότητα». Οδυσσέας Ελύτης. Κάπου εκεί στο βάθος πίσω από τον μπεζαχτά, ο φίλος μου ο Παύλος σιγοτραγούδιζε: «Σου είπαν ψέματα πολλά,/ψέματα σήμερα σου λένε ξανά/κι αύριο ψέματα ξανά θα σου πουν,/ψέματα σου λένε οι εχθροί σου/μα κι οι φίλοι σου, σου κρύβουν την αλήθεια./…Ψεύτικη δόξα σου τάζουν οι ψεύτες/μα κι οι φίλοι σου με ψεύτικες αλήθειες σε κοιμίζουν,/πού πας με ψεύτικα όνειρα;/πού πας με ψεύτικα όνειρα;/…Καιρός να σταματήσεις,/καιρός να τραγουδήσεις,/καιρός να κλάψεις και να πονέσεις,/καιρός να δεις.» (Στίχοι – μουσική Μίκης Θεοδωράκης).

Τίποτε άλλο. Βγάλανε πολλές, μα πολλές φωτογραφίες -κορδωμένοι- για τα δίκτυα δικτύωσης, όπως τα λέμε σήμερα, για να βλέπουν οι κουτσομπόλες, όπως θα έλεγες εσύ γιαγιούλα μου, έζεχνε ο αέρας αμούρες, φιστούρες και ψέματα και πήγαν όλοι στο καλό τους. Τι, πώς οι Τζουμερκιώτες περιμένουν να διαβάσουν τις αποφάσεις; Περιμένουν… Προς το παρόν ο ΕΝΦΙΑ τους ήρθε και τους αλάλιασε.  Γι’ αυτό η απάντηση είναι μία: «Μη μου σ’κών’ς καπνούρα στο κεφάλ’». Κάπως αλλιώς πιο  ευγενικά το λένε οι Τζουμερκιώτες που «είναι γενναίοι, όμως κλαίνε/πιστεύουνε σαν τα μικρά παιδιά’». Μήπως αυτή την πίστη τους εκμεταλλεύονται μέχρι τώρα; Πάρε το στούμπο γιαγιά. Μην χασομεράς…


Περιγραφή: https://scontent-cdg2-1.xx.fbcdn.net/v/t1.0-9/13529080_674905779314498_1856974337649207046_n.jpg?oh=27f30dcf744caca83e21036a5c2657f4&oe=57ED1418
(Να τους ανεβάσεις εκεί απάν’ , να μην προλαβαίν’ς να  τ’ς  πετάς στο γκρεμό!)
Κίτσος ο Αθαμάνας

Δεν υπάρχουν σχόλια: