Κυριακή, 4 Σεπτεμβρίου 2016

Χωριό μου, χωριουδάκι μου…

Αποτέλεσμα εικόνας για χωρια της ηπειρου

Θε νάτανε χειμώνας του 1991 και η μοίρα οδήγησε τα βήματά μου στο κλεινόν άστυ να μείνω σε ένα διαμέρισμα στο Νέο Κόσμο. Ευρύχωρο ήτανε, με τα πόδια πάγαινα στο Σύνταγμα για δουλειές.

Μαθημένος ως ήμουνα στην απλάδα της παρθενικιάς φύσης, εκεί στο μικρό κι ασυμβίβαστο Σφηναράκι όπου είχαμε στήσει το νοικοκυριό μας, εκεί που με ξυπνάγανε τα πετούμενα του ουρανού, τα τριζόνια, οι πέντε πάπιες που κάνανε σύναυγα σεργιάνι στο τρεχούμενο νερό κι ο πετεινός που είχε αναλάβει καθήκοντα θαλαμοφύλακα, εκεί που πεταγόμουνα όξω ως ήμουνα απ’ το κρεβάτι προτού στεγνώσει το σαλάκι στο κατωσάγονο κι άνοιγα την αγκαλιά μου να πλημμυρίσουν όλα τα κύτταρά μου βουνίσιο άρωμα και οξυγόνο φιλτραρισμένο στις δεντροφυλλωσιές, ένοιωθα αυτοφυλακισμένος σα βρέθηκα στο τσιμεντόφραχτο διαμέρισμα που με το ζόρι έβλεπα ένα κομμάτι ουρανό.


Σα νύχτωνε, αστέρια δεν υπήρχανε. Τα καταπίνανε οι πολύχρωμες ρεκλάμες. Σαν έκανα το ενστικτώδικο τέντωμα των χεριών να πάρω ανάσα βαθιά, ένοιωθα το καυσαέριο να μαυρίζει τα πνεμόνια μου. Σκεβόμουνα το χωριό μου στην Κρήτη, ένας αναστεναγμός με έπνιγε κι η αρρώστια του Οδυσσέα τρυπούσε την καρδιά μου.

-Τι ήθελα και γύρισα μετά από είκοσι χρόνια στην πόλη; Μουρμούριζα κι η μόνη δικαιολογία που έβρισκα, ο μαζοχισμός που άθελά μάς τρυπάει τους ιστούς. Μπορεί κι η θυσία του γονιού για τα βλαστάρια του.
Κι ένοιωθα αδύναμος να δραπετεύσω, να λυτρωθώ.
Δε φτάνανε τούτα, μα είχα και δυο γειτόνους που ακουμπούσανε σχεδόν τα χέρια μας όταν βγαίναμε στα μπαλκόνια μας στον ακάλυπτο, που ανεβάζανε την αδρεναλίνη στα ύψη. Γιατί, χαρούμενος και ευδιάθετος ως ήμουνα, στράφηκα την πρώτη φορά προς τη μεριά τους και, με το κυριακάτικο χαμογελάκι μου, τους απεύθυνα τον εγκάρδιο χαιρετισμό μου.
-Καλημέρα σας.
Απόκριση καμιά. Λέω, βαριακούνε.
-Καλημέρα σας. Πώς είστε, είπα πιο δυνατά...
Η απόκριση ήταν αδιάφορα, μοχθηρά μάτια, και μια κίνηση σιχαμάρας λες και τους έκανα μεγάλο κακό.
Την πρώτη φορά απόρησα, υπέθεσα πως μπορεί και νάτανε από άλλη φυλή.
Μα τούτο συνεχίστηκε μερικές μέρες μέχρι που ήτανε έτοιμοι να με δείρουνε, γι’ αυτό και σταμάτησα αυτό το σπορ, σαν το σκυλί που βάνει την ουρά στα σκέλια όταν το αποπάρει ο αφέντης του.
Πήγαινα στο μαγαζί, όλα μου φαινόντουσαν άσχημα, μπαγιάτικα, πλαστικά, πανάκριβα.
Κι άλλα τέτοια ευτράπελα συβαίνανε, οπότε δεν άντεξα την «ξενιτιά», πήρα δρόμο γύρισα στο χωριό μου-χωριουδάκι μου και διάγω ζωή ποτισμένη ελευτερία, ηρεμία και υγεία.
Και μη μου πεις... η ηλικία... Ναι, είναι πιο εύκολο όταν έχεις την όποια σύνταξη, αλλά και πάλι, πολλοί συνομήλικοί μου διατυμπανίζουν, ή με δουλεύουν, ότι ναι, τους αρέσει η ζωή στο χωριό, ότι με ζηλεύουν, αλλά...
Αδυνατούν να χάσουν τη αίγλη πως μένουν -κι ας υποφέρουν- στην πόλη.
Μα παρηγοριέμαι, σαν βλέπω νέα παιδιά, με πανεπιστημιακή μόρφωση τα περισσότερα, να παίρνουν την απόφαση, τα υπάρχοντά τους και, με ευνοϊκούς όρους, να στήνουν γεωργικές και κάθε φύσεως υγιείς, επιχειρήσεις στο χωριό. Αρωματικά φυτά, οινοποιεία, βιολογικές καλλιέργειες, γραφεία, μαγαζιά πάσης φύσεως... ό,τι να φανταστείς.
Κι όχι μόνο εισόδημα καλό με λιγότερα έξοδα έχουν, αλλά απολαμβάνουν τα αγαθά, τα πάμπολλα, της υπαίθρου με μια πιο ξένοιαστη και υγιεινή ζωή. Και που τους λένε χορταστική καλημέρα, όλοι.
Ως σκεφτόμουνα τούτα ο κουζουλός, νάσου κι εισόρμησε ογκώδης και πληθωρικός ο φίλος μου ο Τσολιάς, που του κόλλησαν το όνομα από τα χρόνια τα παλιά όταν ο πατέρας του ήτανε τσολιάς στην ανακτορική φρουρά. Έλαμπε, είχε ένα κούρεμα νεανικό και τα χείλη του φτάνανε ως τ’ αυτιά του.
-Σειρά σου. Να πας κι εσύ, είπε ενθουσιώδικα.
-Πού;
-Λουξ κομμωτήριο, ντε.
-Και θα γίνω σαν κι εσένα όμορφος;
-Πιο όμορφος.
-Πού είναι.
- Εδώ στο χωριό μας. Η Βαγγελιώ. Με την Ξένια.
Από περιέργεια, σε μια ώρα έμπαινα σε ένα ευρύχωρο, υψηλού επιπέδου, με σύγχρονο εξοπλισμό ινστιτούτο ομορφιάς μαζί και κομμωτήριο για άντρες και γυναίκες, που θα το ζήλευαν ακόμα και στο Μαϊάμι. Τι να σου πω. Τέλειο...
Μάλιστα. Απαρνήθηκαν τους όποιους πειρασμούς της πόλης που δουλεύανε οι δυο αδερφές, κι απολαμβάνουν μια υπέροχη ζωή με εισόδημα καλό και άγχος σχεδόν μηδενικό.
Γι’ αυτό σου λέω φίλε μου αγαπημένε.
Γύρνα στις ρίζες σου.
Δώσε ζωή, πάρε ζωή!


Του Γιώργου Καμβυσέλη


Δεν υπάρχουν σχόλια: