Κυριακή, 25 Σεπτεμβρίου 2016

Αστραπόπ’τσα κακιά να σι βαρέσ’

http://www.karfitsa.gr/wp-content/uploads/2013/10/logo-lightning.jpg

Γράφει ο Κίτσος ο Αθαμάνας

«Γιατρέ να αναβάλουμε τη συνάντησή  μας, για το σφράγισμα του οδόντος  για τη Δευτέρα, γιατί  το Σ.Κ. (Σαββατοκύριακο) θα  πάω εκδρομή. Οκέι;» Αυτά  ακούσαμε καλοκαιριάτικα στα Τζουμέρκα.

Τον κοίταξα, με κοίταξε ο γιατρός, του έφυγαν τα φύλα της τράπουλας από τα χέρια του, έχασε ένα τσουβάλ’ καπίκια και στο τέλος ανέκραξε απελπισμένος.
«Αει κακιά αστραπόπτσα να την  βαρέσ’  κατακρίκελα.».
Ο Νάσιος, ο συμπαίκτης του, τον παρατήρησε ευγενικά:
-Γιατρέ ντροπής πράγματα. Δεν επιτρέπονται αυτά.
Κι ο γιατρός γύρισε κατά το μέρος μου.
-Εσύ δεν έχεις να πεις τίποτε; Το Σαββατοκύριακο έγινε Σ.Κ. ; Την ξέσκισαν την γλώσσα.

https://scontent-mxp1-1.xx.fbcdn.net/v/t1.0-9/14457375_883693981765656_2510171334443339283_n.jpg?oh=ddf4c1acbe34eaf1b39dfa2827a70023&oe=587E8DBC

«Είναι η καινούρια γλώσσα, η εξευγενισμένη. Ε, τι στα Τζουμερκιώτικα θα είμαστε ακόμη;», συνέχισε την κουβέντα ο τέταρτος της παρέας.
Κούνησα το κεφάλι μου. Είχα και παραείχα να πω, αλλά όπως τον είδα έτσι αμπουριασμένο τον γιατρό,  είπα μέσα μου: «Καλύτερα να μην μιλήσεις». Και δεν μίλησα. Δεν μίλησα, για να συνεχίσουμε το παίξιμό μας.

https://scontent-mxp1-1.xx.fbcdn.net/v/t1.0-9/10710643_428406670631078_1911626716903897826_n.jpg?oh=5c7f3f55f58edcf190b4b4dfc6aa96cd&oe=5866A618

(Αμπούριασε στο καναβοτόπ’ θα ρίξ’ καρεκλοπόδαρα)

Και εκεί  που παίζαμε, άρχισαν κομπολόι -συνειρμικά- να λειτουργούν οι λέξεις.  Ένα κατεβατό.  Τζουμερκιώτικη λαλιά.   
Να πάρουμε τη λέξη βαράω με τη μεταβατική και αμετάβατη σημασία. Τη λέμε και την πολυλέμε στα Τζουμέρκα. Την είπε και ο γιατρός. «Να την βαρέσ’…». Είναι λέξη που έλκει την καταγωγή της από τον Όμηρο και αρχικά σήμαινε πιέζω με το βάρος μου.
Βαράω: κτυπώ κάποιον, δηλαδή δέρνω ή σκοτώνω. Μη βάρισι μωρ’ μάνα.
Βάρεσα: κτύπησα, πληγώθηκα , σκότωσα: Να σε βαρέσ’ κακό στραπάτσο.
Βαράω βιολι: Μ’ έκοψε λόρδα.
Βαράω γκασμά: δύσκολα περνάω.
Βαράν οι μουσικοί: «βαράν τα όργανα, βαράν κι οι σακοράφες».
Βάρεσε μεσ’μέρ’ κι ακόμα μπεκροπίν’ στα καφενεία.
Βαράω μύγες: κάθομαι άπραγος, δεν έχω δουλειά.
Τον βάρεσαν με γκρα: τον πυροβόλησαν.
Βάρεσε  δυο λαγούς κι έναν τρυποτούφο: Λόγια κυνηγών. Αμούρες, φιστούρες και γκόρτσα αγίνωτα.
Ήπια δυο τσίπ’ρα και με βάρεσε κατακούτελα:  Αυτό  έλεγε η γιαγιά μου στην Άγναντα. «Πηγαίνετε στο πουτσαρείο ( έτσι έλεγαν τα καφενεία, γιατί μόνο άντρες πήγαιναν εκεί) του Λεμονιά και πίνετε τα παλιοτσίπ’ρα και σας βαράει κατακρίκελα στο κεφάλ’».
Μού τη βάρεσε: Γιατί να είναι πιο εύηχο το μού την έδωσε.  
Βαράω το κεφάλι μου στον τοίχο: μετανιώνω πικρά για κάτι, συνειδητοποιώ ένα μεγάλο λάθος μου.
Βαρούν τα σήμαντρα: «Γιώργη, βαρούν τα σήμαντρα, σημαίνουν κι οι καμπάνες./Δεν πας, Γιώργη, στην εκκλησιά, δεν πας να μεταλάβεις;»
Τον βάρεσε η καψούρα κατακούτελα: ερωτεύθηκε.

https://scontent-mxp1-1.xx.fbcdn.net/v/t1.0-9/10690186_424338174371261_4441280362224269962_n.jpg?oh=75a4c38cb2b9294d087cc52b861f4f56&oe=588189C7
(Εδώ κι αν έπεσε αστραπόπτσα!)

Η γλωσσοπλαστική δεινότητα της Τζουμερκιώτικης λαλιάς. Άφθονα στοιχεία της γλώσσας των προγόνων μας, δημιούργησαν και νέες λέξεις, χρησιμοποιώντας ως πρώτη ύλη, τις κραυγές των ζώων και τους ήχους του αέρα και των γάργαρων νερών του τόπου μας, καθώς και τα φαινόμενα της φύσης και της ζωής.  Μέσα από τις λέξεις προβάλλουν εικόνες από τη φύση και τη ζωή, που δίνουν «σάρκα και οστά» ακόμα και στις αφηρημένες έννοιες, τις ιδέες.
Η «εικονοπλαστική» αυτή ικανότητα των Τζουμερκιωτών, με χρωστήρα τη γλώσσα και πρότυπο (μοντέλο) τη φύση κάνει τη ντοπιολαλιά μας να ακούγεται «ανάγλυφα», παραστατικά, ζωντανά.
Κάθε λέξη της «προβάλλει» σαν μια  εικόνα που σφύζει από κίνηση και ζωή.

https://scontent-mxp1-1.xx.fbcdn.net/v/t1.0-9/10253825_416610498477362_8005127170330034834_n.jpg?oh=eaabdc05774e568aa231eaa2b2c5e2ba&oe=5875B299

Η αστραπή

«Θριαμβικοί θάνατοι επέρχονται/ ραγδαίως/ και μες στον μαύρο ουρανό/ ανάμεσα σε πύραυλους μέσου βεληνεκούς/  η λαμπερή αστραπή θα ’ναι η ψυχή μου».  (Γ. Σεφέρης)


Αλάφιασμα: το τρόμαγμα, το τίναγμα και το τρέξιμο του ελαφιού, όταν ξαφνιάζεται.  
Κουλοκαψίδα: όποιος αγωνιά πολύ και δεν μπορεί να ησυχάσει, όπως εκείνος που έχει ερεθισμένες αιμορροΐδες. Ε, ρε τη κουλουκαούρα  που τον έπιασε…
Πουσπουρίζω: κάνω «πους-πους», ψιθυρίζω στο αυτί κάποιου. Τι πουσπουρίζεσαι αυτού πέρα μ’ αυτόν τον ντφεκαλεύρ’.
Αλαφραπαλάτζα:  ονομάζεται ο ελαφρόμυαλος, εκείνος δηλαδή που το ελάχιστο μυαλό του, μόνο από τις «ελαφριές της παλάτζας», από ζυγαριά δηλαδή που ζυγίζει μικρά  βάρη, από ‘ζυγό ακριβείας», όπως θα λέγαμε σήμερα, μπορεί να ζυγιστεί.

Σκεφτόμουν και άλλα πολλά. Κυρίως όμως πόσο δίκιο είχε ο γιατρός που φώναξε: «κακιά αστραπόπτσα να την βαρέσ’». Μπράβο γιατρέ είπα μέσα μου. Μόνο γι’ αυτό θα σε αφήσω να κερδίσεις  στην πρέφα. Σήμερα …, όχι άλλη μέρα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: