Παρασκευή, 31 Ιουλίου 2015

Το πέτρινο γεφύρι του Πετσιώνη στους Φραγκάδες Ζαγορίου.








Δείτε το video









Ένα από τα παλαιότερα και επιβλητικότερα γεφύρια του Ζαγορίου είναι το πέτρινο γεφύρι του Πετσιώνη ή Πετσώνη στους Φραγκάδες. Πρόκειται για ένα τρίτοξο γεφύρι, με εντυπωσιακά υψηλό μεσαίο τόξο, το οποίο χτίσθηκε το 1818 με χορηγία του Θεόδωρου Πετσιώνη, από το Δίλοφο Ζαγορίου. Σύμφωνα με την τοπική παράδοση, ο Θεόδωρος Πετσιώνης, γυρίζοντας κάποτε στο χωριό του από ένα ταξίδι στη Βλαχία, δεν μπόρεσε να περάσει το ποτάμι, γιατί είχε φουσκώσει εξαιτίας καταρρακτώδους βροχής και υποχρεώθηκε να διανυκτερεύσει στο ύπαιθρο, περιμένοντας να υποχωρήσει η στάθμη του νερού. Αυτή η ταλαιπωρία του τον έκανε να πάρει την απόφαση να χρηματοδοτήσει την κατασκευή του γεφυριού. Δαπάνησε για το σκοπό αυτό 1200 ενετικά φλουριά και παράλληλα άφησε στην κοινότητα Φραγκάδων και ένα επιπλέον χρηματικό ποσό για τη συντήρησή του. Ο ιστορικός Λαμπρίδης αναφέρει σχετικά, ότι «ο ευεργέτης ούτος παρέδωκεν εις την Κοινότητα Φραγκάδων, προς ετήσιαν επισκευήν του σπουδαίου τούτου αγαθοεργήματος, γρόσια 1200 της εποχής εκείνης, άπερ έκτοτε κατά το σύνηθες αλλαχού εδαπανήθησαν. Πρόκειται δε το αξιόλογον τούτο έργον σπουδαίως να πάθη ένεκα της παραδειγματικής ακηδείας (αδιαφορίας) των διεπόντων τα της κοινότητος τούτης».






Το γεφύρι, το οποίο ενώνει τις δύο όχθες του Ζαγορίτικου ποταμού, εξυπηρετούσε παλαιότερα την επικοινωνία μεταξύ των Κήπων και της Λεπτοκαρυάς. Αποτελεί μία στιβαρή και περίτεχνη κατασκευή αγνώστων μαστόρων από την περιοχή της Κόνιτσας και είναι ένα απτό δείγμα της περίφημης αρχιτεκτονικής της εποχής του. Το έτος 1973 έγιναν εργασίες για την συντήρησή του και σήμερα ευτυχώς βρίσκεται σε καλή κατάσταση. Αποτελεί ένα από τα αξιοθέατα των Φραγκάδων, ενώ παράλληλα έχει χαρακτηρισθεί και ως διατηρητέο μνημείο.
Κοντά στο γεφύρι υπάρχει πέτρινο εικόνισμα ενώ σε μικρή απόσταση υπάρχει και δεύτερο εικόνισμα, στο οποίο υπάρχει εντοιχισμένη πλάκα με την ημερομηνία 1866. Πολύ κοντά στο γεφύρι, τα παλαιότερα χρόνια, υπήρχε μύλος, στον οποίο υπήρχαν και δωμάτια για την διανυκτέρευση ταξιδιωτών.
Εάν λοιπόν βρεθείτε στους Φραγκάδες Ζαγορίου, μην παραλείψετε, εκτός των άλλων,  να επισκεφθείτε και το γεφύρι του Πετσιώνη.

Κυψέλη (Τουρκοπάλουκο) Πρέβεζας. Απολαύστε τα video




Απολαύστε τα video






















Η Κυψέλη (Τοπική Κοινότητα Κυψέλης - Δημοτική Ενότητα ΦΑΝΑΡΙΟΥ), ανήκει στον δήμο ΠΑΡΓΑΣ της Περιφερειακής Ενότητας ΠΡΕΒΕΖΑΣ που βρίσκεται στην Περιφέρεια Ηπείρου, σύμφωνα με τη διοικητική διαίρεση της Ελλάδας όπως διαμορφώθηκε με το πρόγραμμα "Καλλικράτης".
Η επίσημη ονομασία είναι "η Κυψέλη". Έδρα του δήμου είναι το Καναλλάκι και ανήκει στο γεωγραφικό διαμέρισμα Ηπείρου.
Κατά τη διοικητική διαίρεση της Ελλάδας με το σχέδιο "Καποδίστριας", μέχρι το 2010, η Κυψέλη ανήκε στο Τοπικό Διαμέρισμα Κυψέλης, του πρώην Δήμου ΦΑΝΑΡΙΟΥ του Νομού ΠΡΕΒΕΖΗΣ.
Η Κυψέλη έχει υψόμετρο 50 μέτρα από την επιφάνεια της θάλασσας, σε γεωγραφικό πλάτος 39,2950787398 και γεωγραφικό μήκος 20,5519432085. Οδηγίες για το πώς θα φτάσετε στην Κυψέλη θα βρείτε εδώ.

Ιερά Μονή Αγίου Δημητρίου Κυψέλης Φαναρίου Πρέβεζας.

 
Στην δεξιά όχθη του Κωκυτού ποταμού , 2.5 χλμ ΒΑ του χωριού Τουρκοπάλκου ( σημ . Κυψέλη ) , βρίσκεται το μοναδικό Βυζαντινό μοναστήρι της περιοχής Φαναρίου του Νομού Πρέβεζας , αφιερωμένο στον Άγιο Δημήτριο .

Από το μοναστήρι σώζονται το Καθολικό , η Τράπεζα , τα ερείπια των κελιών και των βοηθητικών χώρων που πιθανότατα χρονολογούνται τον 17ο ή 18ο αιώνα , και ο Περιβολότοιχος .

Η Μονή σύμφωνα με την τεχνοτροπία της κατασκευής της παραπέμπει σε κτίσμα του Δεσποτάτου της Ηπείρου , κατά τα τέλη του 13ου αι . , ενώ η εν μέρει αλλοιωμένη επιγραφή που φέρει , αναγράφει το όνομα του Μιχαήλ Β' Δούκα , ως κτήτωρ ή του αξιωματούχου αυτού Μιχαήλ Ζώριανου .




















Το Καθολικό αποτελείται από τον κυρίως ναό και από περίστωο που τον περιβάλλει κατά τις τρεις πλευρές και απολήγει σε παρεκκλήσια , τα οποία πλαισιώνουν το Ιερό Βήμα . Τα δύο παρεκκλήσια ενσωματώνονται στην Βόρεια και την Νότια πλευρά του Καθολικού , με κοινό πρόναο όπου επικοινωνούν μεταξύ τους με πόρτα και Ιερά Βήματα ενώ πάνω από αυτά υπάρχουν οκτάπλευροι τρούλλοι . Στο μέσο της δυτικής πλευράς του περιστώου υψώνεται χαμηλός πύργος . 
Ο κυρίως ναός ανήκει στην σχετικά σπάνια κατηγορία των τρικλίτων σταυρεπιστέγων , τα κλίτη χωρίζονται στο μεν Ιερό βήμα με τοίχους , στο δε δυτικό τμήμα του ναού με ζεύγος διαφόρου ρυθμού κιόνων και παραστάδες που εξέχουν από τον δυτικό τοίχο υποβαστάζοντας την εγκάρσια καμάρα του Κυρίως Ναού ενώ το χαμηλό χτιστό τέμπλο φέρει Αγιογραφίες του 17ου αι . Στο Ιερό Βήμα με προσκομιδή και οστεοφυλάκειο στη θέση του Διακονικού ξεχωρίζουν η Πλατυτέρα , ο Παντοκράτωρ και οι Ιεράρχες . Στα παρεκκλήσια δεν υπάρχουν Αγιογραφίες .


Η μεγάλη ποικιλία της μορφής των στεγών εξωτερικά εντυπωσιάζει παράλληλα με τον κεραμοπλαστικό διάκοσμο , τα γνωστά πήλινα διακοσμητικά μοτίβα , χαρακτηριστικά των κτισμάτων του Δεσποτάτου , οδοντωτές ταινίες και γείσα , ζώνες μαιάνδρων , δισέψιλον , κλειδόσχημα , επάλληλες ορθές γωνίες , ήλιοι , σε συνδιασμό με την πλινθοπερίκλειστη κατασκευή της τοιχοδομίας προσθέτουν χρώμα και κίνηση σε όλο το οικοδόμημα , προσδίδοντας στο μνημείο την αίσθηση της κινητικότητας .


Νότια του Καθολικού της Μονής σε απόσταση 8,5 μ . , υπάρχει η Τράπεζα του Μοναστηριού διαμορφωμένη από παλιά σε εκκλησία αφιερωμένη στον Άγιο Γεώργιο - πρόκειται για μονόκλιτη Βασιλική με πρόναο , κυρίως Ναό και Ιερό Βήμα . Στον ανατολικό τοίχο της Τράπεζας διατηρούνται τοιχογραφίες του 19ου αι . , όπου η Πλατυτέρα εντυπωσιάζει με την ζωντάνια της μορφής της .


Μια μικρή καμπάνα κρέμεται από ένα ελαιόδεντρο Δυτικά του Καθολικού και επισημαίνει ότι κάποτε ήταν ενεργό Μοναστήρι .


Η 8η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων με εκτεταμένες εργασίες από το 2004 έως το 2007 , και απώτερο στόχο την αντιμετώπιση των δομικών και οικοδομικών προβλημάτων , την αισθητική αναβάθμιση του μνημειακού συνόλου και του περιβάλλοντος χώρου , την περαιτέρω ανάδειξη της ιστορικής και αρχαιολογικής αξίας των μνημείων , την λειτουργική αξιοποίηση μέσω της εξακολουθήσεως της χρήσεως των δύο ναών ως χώρων λατρείας και ως επισκέψιμων μνημείων , πραγματοποίησε την αποκατάσταση του Καθολικού με γνώμονα την διατήρηση της αυθεντικότητας του μνημείου μέσω της διατηρήσεως των αυθεντικών αρχιτεκτονικών στοιχείων κατά το περισσότερο δυνατό , τον σεβασμό των αξιόλογων ιστορικών φάσεων , την χρήση παραδοσιακών υλικών και τρόπων δομής , την αναστρεψιμότητα των επεμβάσεων , και την ένταξη με διάκριση των νέων κατασκευών από τις παλαιές : - με ανασκαφική έρευνα , αποκατάσταση των οδοντωτών γείσων στις επιστέψεις , επικεράμωση των στεγών , καθαρισμό των ασβεστωμάτων , αποκατάσταση των δαπέδων στα παρεκκλήσια και το περίστωο , αρμολογήματα , στερεώσεις , διατήρηση και συντήρηση των επιχρισμάτων , κατασκευή νέων διαφραγμάτων στα παράθυρα του Καθολικού , κατασκευή ντρενάζ περιμετρικά του Καθολικού για την απομάκρυνση των ομβρίων εκτός περιβολότοιχου , καθώς και με επεμβάσεις στερέωσης και αρμολόγησης στην Τράπεζα στην ανατολική , βόρεια και δυτική όψη της , με διάλυση και ανακατασκευή της νοτιοανατολικής γωνίας και ανόρθωση του κεκλιμένου τμήματος του ανατολικού τοίχου του βορείου , ισογείου τμήματος του κτιρίου στα κελλιά , με αρμολόγηση και στερέωση σε τμήματα του περιβολότοιχου, κατασκευή και τοποθέτηση πινακίδων.

Δείτε το video για το Μοναστήρι του Αγίου Δημητρίου


Πυριφλεγέθων και Κωκυτός οι παραπόταμοι του Αχέροντα ποταμού, στην Κυψέλη Πρέβεζας και Χόχλα αντίστοιχα.

 

Όπως κάθε ποταμός, ο Αχέρων έχει το κύριο τμήμα του και τους παραποτάμους. Το κύριο τμήμα του Αχέροντα, για πρακτικούς και εκπαιδευτικούς λόγους, ταξινομήθηκε το έτος 1992 από τον τοπικό ερευνητή Χαράλαμπο Γκούβα, επικεφαλής της ομάδας που διέσχισε για πρώτη φορά τη χαράδρα του Αχέροντα, σε έξι τμήματα , και Το μεγαλύτερο τμήμα του Αχέροντα ανήκει στο Νομό Πρέβεζας . 














Οι παραπόταμοι του Aχέροντα εκπορεύονται από τους Νομούς Θεσπρωτίας και των Ιωαννίνων. Σε μια μεγάλη διαδρομή αποτελεί το φυσικό όριο μεταξύ του Ν.Πρέβεζας - Ν. Θεσπρωτίας και Ν.Πρέβεζας - Ν. Ιωαννίνων.. Ο Αχέρων ποταμός δέχεται τα νερά του Πυριφλεγέθοντα, του Κωκκυτού, και του Βωβού ποταμού. Η λίμνη Αχερουσία αποστραγγίστηκε μεταπολεμικά από την Βρετανική εταιρεία Boots Ltd και ένα περίπλοκο δίκτυο αρδευτικών καναλιών διασχίζει τον κάμπο του Μεσοπόταμου και της Αμμουδιάς, κάνοντας δύσκολη σήμερα μια αντικειμενική γεωγραφική περιγραφή του ποταμού. Κατά την άποψη του εξερευνητή της περιοχής Χ.Γκούβα, κάθε προσπάθεια γεωγραφικής ταυτοποίησης των αναγραφόμενων από τον Ομηρο με τη σημερινή γεωγραφία της περιοχής θα καταλήξει σε αποτυχία και άσκοπες διαφωνίες.. Γιά παράδειγμα, ο Ομηρος περιγράφει ως λίαν θορυβώδη τη συμβολή των τριών ποταμών κοντά στό Νεκρομαντείο λέγοντας "Ενθα μέν εις Αχέροντα Πυριφλεγέθων τε ρέουσι Κώκυτος θ'ος δή Στυγός ύδατος έστιν απορρώξ πέτρη τε ξύνεσίς τε δύο ποταμών εριδούπων" . H ελεύθερη μετάφραση του Ζήσιμου Σιδέρη λέει: "Και συ στον Άδη πήγαινε, τον καταραχνιασμένο, που μέσα στον Αχέροντα τρέχει ο Πυριφλογάτος, και ο Κωκυτός από τα νερά της Στύγας ξεκομμένος, και οι ποταμοί βροντόλαλα στον ίδιο βράχο σμίγουν" . H σημερινή τουλάχιστον συμβολή των 3 αυτών ποταμών κοντά στο Νεκρομαντείο, κάθε άλλο παρά βροντόλαλη είναι. Είναι άκρως ήρεμη (πεδινό έδαφος). Αντιθέτως το Ομηρικό κείμενο παραπέμπει σε φαινόμενα που μάλλον στη Χαράδρα του Αχέροντα και στις Πηγές του Αχέροντα θα δούμε, στο χωριό Βουβοπόταμος, περιοχές που απέχουν τουλάχιστον 15Km. Από αυτό συνάγεται ότι ο Όμηρος μάλλον ουδέποτε επισκέφθηκε την περιοχή, αλλά απλώς έγραψε μαρτυρίες επισκεπτών, συγκεχυμένες γιά διαφορετικά μέρη .

Posted Image

Ο Πυριφλεγέθων ποταμός (=πύρινος ποταμός), κατά μία άποψη, μυθολογικά αντιστοιχεί με το λεγόμενο «Σουλιώτικο Ρέμα» (απεικονιζόμενο σε γκραβούρα του Laurembergio του 1653. Kατά μία άλλη άποψη «ο Πυριφλεγέθοντας (= θρακαναμμένος) είναι το ποτάμι του Καναλακίου, ο σημερινός Κάκαβας του οποίου τα νερά έπεφταν στον Αχέροντα και από εκεί στην Αχερουσία λίμνη. Το όνομα αποδίδεται σε φωτιές - σπινθήρες πού αναφέρονται μέσα στο ποτάμι. Οι φωτιές αυτές αποδίδονται σε πιθανές φωσφορούχες ουσίες πού έκαναν τα ξύλα δένδρων να σπινθηρίζουν» . Κατά δεύτερη άποψη, το όνομα αποδίδεται στην πίστη των αρχαίων Ελλήνων ότι το όνομα Πυριφλεγέθων -λόγω του κρότου στη συμβολή- προέρχεται από το «πύρ» των εγκάτων της γής. Τέλος κατά άλλη άποψη της Ελενας Παλάσκα και Λάζαρου Συνέσιου η οποία αναγράφεται στο επίσημο τουριστικό οδηγό της Νομαρχίας Πρέβεζας, "ο Πυριφλεγέθων ποταμός ταυτίζεται με τον Βουβοπόταμο (Βωβός Ποταμός)".
Ο Κωκυτός (θρήνος, ποταμός του πένθους), ονομάσθηκε έτσι από τους θρήνους και τα μοιρολόγια των επισκεπτών του Νεκρομαντείου. Είναι το ποτάμι της Παραμυθιάς, ο Σελλήεντας των αρχαίων και εκβάλει στον Αχέροντα μετά το Νεκρομαντείο.Κατά μία άποψη, ο Κωκκυτός ταυτίζεται με τον Μαυροπόταμο (Μαύρο ποταμό).
Η Στύξ (γενική: της Στυγός), αποτελεί αρχαίο συμβολισμό του παγωμένου νερού, χωρίς συγκεκριμένη γεωγραφική χωροταξία. Αναφέρεται στην Ομήρου Οδύσσεια λ.57 και Ιλιάδα 41-51. Κατά μία άποψη, είναι το πλατύ μεγάλο και βαθύ βάραθρο «Σταγοί» (σταγός= στέρνα στα Αρβανίτικα) επί του λόφου Ερημίτης βορειοδυτικά του χωριού Μεσοπόταμος Πρέβεζας .
Κατά άλλη άποψη όμως, τα «Ύδατα της Στυγός» , ή ο «Καταρράκτης της Στύγας» γκρεμίζεται από μια μικρής παροχής αλλά μόνιμη πηγή που βγαίνει στις νότιες πλαγιές της Νερραϊδορράχης των Αροανείων ορέων (Χελμός) στην περιοχή των Καλαβρύτων της Πελοπονήσου. Έχει ύψος 150 μέτρα περίπου και στη βάση του ανοίγεται μια μικρή σπηλιά, η είσοδος του Αδη για τους αρχαίους.

Τρία πετρογέφυρα στο Φανάρι Πρέβεζας

 Ούρε Μάδε / Το Μεγάλο Γεφύρι
Τελικά, δικαιολογημένα υποστηρίζουν πολλοί πως μια έρευνα δεν ολοκληρώνεται ποτέ. Εκεί που, συμπερασματικά πια, φτάνεις στο όποιο αποτέλεσμα, νέα στοιχεία, σχεδόν από το πουθενά, έρχονται να τη συμπληρώσουν, να προβληματίσουν, κάποτε και να την αναθεωρήσουν. Ίσως όμως σ’ αυτό ακριβώς το απρόοπτο να βρίσκεται και η γοητεία τούτου του ταξιδιού. Τίποτα δεν θα πρέπει να θεωρείται οριστικό.
Αφορμή για τις παραπάνω σκέψεις, για να έρθουμε στην περίπτωσή μας, έδωσε μια σειρά φωτογραφιών -από την Αγγλία (!), όσο κι αν φαίνεται απίστευτο- που, όταν δεν δικαιολογούνταν πια ελπίδες, ζωντάνεψαν τη μορφή τριών γκρεμισμένων από καιρό γεφυριών. Πρόκειται για το γεφύρι στη Λάκκα Ούρα της Κυψέλης, το γεφύρι στη Μάνια λίγο πιο ανάντη, και το γεφύρι της Μπούντας, αυτό απέναντι, κοντά στη Χόχλα και το Καναλλάκι. Και τα τρία τους βρίσκονταν στην περιοχή Φανάρι της Πρέβεζας. Αλλά να πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά…
Το Φανάρι, πεδινή περιοχή στην Ήπειρο, απλώνεται στο μεταίχμιο δύο νομών, της Θεσπρωτίας και της Πρέβεζας. Να πούμε πως ιστορικά ανήκε ανέκαθεν στον πρώτο, ενώ διοικητικά, σήμερα, στο δεύτερο. Αποτελεί ουσιαστικά την κατάληξη μιας κοιλάδας που, έχοντας ξεκινήσει δειλά απ’ την Παραμυθιά, διευρύνεται κοντά στη θάλασσα, οριοθετούμενη στ’ αριστερά από τον επιβλητικό Κουρίλα.
Σ’ αυτόν λοιπόν τον τόπο, τον τόσο φορτισμένο από την αρχαιότητα, δεν περιμέναμε να καταγράψουμε πολλά, το κυριότερο σημαντικά γεφύρια. Αυτό, παρά το γεγονός ότι η περιοχή διαρρέεται από τρία θρυλικά ποτάμια, τον Αχέροντα, τον Κωκκυτό και τον Πυριφλεγέθοντα. Και τα τρία τους, μέχρι τα τελευταία χρόνια, χύνονταν στην Αχερουσία λίμνη, πριν βέβαια τούτη αποξηρανθεί.
Η ζωή σ’ αυτά τα μέρη, είναι αλήθεια, υπήρξε δύσκολη από παλιά. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε πως ακριβώς εδώ είχαν τοποθετήσει τις πύλες του αρχαίου Άδη. Σμήνος κουνουπιών απ’ τα εκτεταμένα έλη, αναθυμιάσεις που τα βουρκονέρια απέπνεαν, ταλαιπωρούσαν αφάνταστα τους έτσι κι αλλιώς λιγοστούς κατοίκους. Το πράγμα παραέγινε στην τουρκοκρατία, όταν άπληστοι μπέηδες απ’ τις γύρω περιοχές κυριολεκτικά λυμαίνονταν τον τόπο, μετατρέποντας τον φτωχό κοσμάκη ακόμη και σε δούλους. Τους έβλεπαν οι άλλοι και μονολογούσαν: «Οι Φαναρίσ’ έχουν κατάρα από τον Αη-Δονάτο που τσ’ έδωκε τέτοιον κάμπο και δεν τούφκιακαν ούτε μια εκκλησιά· γι’ αυτό δουλέβ’ν δουλέβ’ν και δεν προκόβ’ν…».[1]














Με τέτοιες λοιπόν συνθήκες, το τελευταίο που θα μπορούσαν οι άνθρωποι να ονειρευτούν -όχι να κατασκευάσουν- ήταν πέτρινα γεφύρια. Τις περιορισμένες τους μετακινήσεις εξυπηρετούσαν ξύλινες λιάσες, που βέβαια σκάρωναν μοναχοί τους. κι όμως, κόντρα στη λογική των δεδομένων, εμείς μπορέσαμε να καταγράψουμε -και εδώ- μερικά, έστω μικρά, πέτρινα τοξωτά γεφύρια: στη Γλυκή, στο Σκάνδαλο, στον Μανδρότοπο, στην Κυψέλη. Είναι συνολικά επτά, όλα τους μονότοξα σύμφωνα και με τις μνήμες των ηλικιωμένων, αφού τα τέσσερα από αυτά έχουν πια καταστραφεί. Έτσι, οι φωτογραφίες από την Αγγλία, με τις φιγούρες τριών για πάντα χαμένων γεφυριών, στάθηκαν αληθινή έκπληξη, αποκάλυψη δε στη μία από αυτές ένα πανέμορφο τρίτοξο (!) γεφύρι.

Το γεφύρι στη Μάνια
Πολλές, προπολεμικές κυρίως φωτογραφίες, μεταξύ των οποίων και με γεφύρια, εντοπίστηκαν -και αντιγράφτηκαν- στο αρχείο της μεγάλης τεχνικής εταιρίας BOOT P.L.S. στην πόλη Shetheld της κεντρικής Αγγλίας.[2] Η συγκεκριμένη επιχείρηση, πριν τον πόλεμο, για μια δεκαετία, αλλά και ύστερα, από το ΄50 έως το ΄53, δραστηριοποιήθηκε και στη χώρα μας, προχωρώντας σε εκτεταμένες αποξηράνσεις. Στο στάδιο των μελετών χρειάστηκε και τράβηξε ένα μεγάλο αριθμό φωτογραφιών, που βέβαια σήμερα, μετά τόσα χρόνια, αποκτούν άλλη αξία.
Στη συλλογή της από την Ελλάδα περιλαμβάνονται και φωτογραφίες με πέτρινα γεφύρια -γύρω στις 24 εικόνες- αλλά και με ξύλινα -περίπου 15. Προέρχονται από την Ήπειρο (περιοχές Αχέροντα και Λούρου), Θεσσαλία, Στερεά (Κωπαΐδα) αλλά και την Κρήτη. Παρ’ ότι οι λεζάντες τους δεν είναι πάντα κατατοπιστικές -προσδιορίζουν περισσότερο την ευρύτερη περιοχή- ο υποψιασμένος ερευνητής μπορεί να βρει άκρη, να εντοπίσει τα γεφύρια, εκμεταλλευόμενος λέξεις κλειδιά που τις συνοδεύουν. Στη δική μας περίπτωση εκείνο το “Τουρκοπάλουκο”, παλιά ονομασία του χωριού Κυψέλη, έγινε αιτία να αναγνωριστούν τα τρία γεφύρια στο Φανάρι.

Το γεφύρι της Μπούντας
Η επιβεβαίωση έγινε από τον 96χρονο σήμερα ιερέα, παπα-Ματσίρα Διονύσιο, που όχι μόνο αναγνώρισε τα δύο γεφύρια του χωριού του, αλλά κι έναν άγνωστο σε μας, απέναντι, κοντά στο μοναστήρι της Αγίας Παρασκευής, το επονομαζόμενο και της Μπούντας. Έτσι -λέει- ονομάτιζαν και το γεφύρι, πιο σωστά την οδογέφυρα με τους χαμηλούς κατά διαστήματα θόλους. Το άλλο, στη Μάνια, πολύ παλιό, ήταν μονότοξο. Εμείς όμως εστιάζουμε περισσότερο την προσοχή μας στο …Ούρα Μάδε, δηλαδή στο Μεγάλο Γεφύρι, που βρισκόταν στη λάκκα Ούρα της Κυψέλης.
Στη φωτογραφία το βλέπουμε όμορφο, εντυπωσιακά μεγάλο και, προπαντός, τρίτοξο -όχι μονότοξο όπως εσφαλμένα το είχαμε καταγράψει.  Εξυπηρέτησε για αιώνες, στην παλιά κοίτη του Κωκκυτού, το δερβένι που κατέβαζε από το Σούλι στη θάλασσα. Δυστυχώς, στις εργασίες διευθέτησης της κοίτης για αποστράγγιση της περιοχής, η BOOT του έκοψε το αριστερό, το ανατολικό άκρο. Ήταν η αρχή του τέλους -στα 1952, θυμάται ο παπα-Ματσίρας-, αφού οι κάτοικοι, χρησιμοποιώντας τις πέτρες του για οικοδομικό υλικό, σε λίγο ολοκλήρωσαν την καταστροφή. Κρίμα, γιατί ήταν ένα ασυνήθιστο για πεδινές περιοχές γεφύρι, ικανό να γεννήσει και κάποιους προβληματισμούς. Περισσότερα και μεγαλύτερα γεφύρια -αντίθετα σε ό,τι πιστεύουμε- ίσως να υπήρχαν παλιά και στα πεδινά, που βέβαια θεμελιωμένα σε σαθρά εδάφη έφυγαν νωρίς, πριν προλάβουμε να τα καταγράψουμε. Λέμε, ίσως. Το μόνο σίγουρο παραμένει πως η ΒΟΟΤ, που άθελά της κατέστρεψε τα τρία γεφύρια στο Φανάρι, τα παρέδωσε, τουλάχιστον με τις φωτογραφίες που τους τράβηξε, στην αιωνιότητα

[1] Σπύρου Μουσελίμη, Αρχαιότητες της Θεσπρωτίας, Γιάννινα 1980, 96.
[2] Ταξίδεψαν έως εκεί -κατόπιν υπόδειξης του Βαγγέλη Μπακαγιάννη- και τις πήραν οι Νίκος Καράμπελας και Μιχάλης Πασιάκος. Τους ευχαριστώ για την παραχώρηση. Σήμερα βρίσκονται στο ίδρυμα ΑΚΤΙΑ ΝΙΚΟΠΟΛΙΣ της Πρέβεζας.
Σπύρος Μαντάς

www.romiazirou.blogspot.gr